Λίγα εικοσιτετράωρα μετά τον ανασχηματισμό, ο καθηγητής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Νίκος Μαραντζίδης αναλύει το πολιτικό τοπίο μέσα στο οποίο θεωρεί πολύ πιθανό ο Κυριάκος Μητσοτάκης να προκηρύξει εκλογές μέσα στο 2021.

Εξηγεί τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την εκτίμηση, απαριθμεί τα εμπόδια που έχει να υπερβεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να επαναδιεκδικήσει την εξουσία και επιμένει στη σημασία της απλής αναλογικής, η μη ψήφιση της οποίας από το ΠΑΣΟΚ το 2016, μπορεί να αποδειχθεί μοιραία για το Κίνημα Αλλαγής.

Ακολουθεί η συνέντευξη: 

ΕΡ. Πώς βλέπετε τον ανασχηματισμό που ανακοίνωσε τη Δευτέρα ο πρωθυπουργός;

ΑΠ. Αν δεν υπήρχε το σενάριο των πρόωρων εκλογών μέσα στο 2021 και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε αυτό τον ανασχηματισμό, θα έλεγα σίγουρα ότι ήταν «πολύ κακό για το τίποτα». Όμως η αίσθησή μου είναι ότι πρόκειται για έναν εκλογικό ανασχηματισμό. Ο πρωθυπουργός έκανε μια δεξιά στροφή με στόχο η κυβερνητική μηχανή να πάει στις εκλογές με μεγαλύτερη συνοχή και μεγαλύτερη ικανότητα ψηφοθηρίας. Κι οπωσδήποτε με έναν άνθρωπο στο υπουργείο Εσωτερικών που αποτελεί μέρος του κομματικού μηχανισμού και έχει πολύ συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά. Ο κ. Βορίδης θα έχει την ευθύνη της οργάνωσης όλης αυτής της διαδικασίας. 

ΕΡ. Σε ποια πολιτική συγκυρία μπορεί ο Κυρ. Μητσοτάκης να πάει σε εκλογές;

ΑΠ. Αναμφίβολα σε μια συγκυρία όπου η πανδημία θα έχει περάσει, ή τουλάχιστον δε θα αποτελεί το νούμερο ένα θέμα στις ειδήσεις. Εφόσον έχει εμβολιαστεί ένας ικανός αριθμός ανθρώπων και έχει αρθεί η τόσο άμεση απειλή για την υγεία των πολιτών και τη βιωσιμότητα του ΕΣΥ, η κυβέρνηση λογικά θα μπορεί να πάει σε εκλογές. Το γεγονός ότι μεσολαβεί το καλοκαίρι κι άρα μια πιθανή περαιτέρω κάμψη της εξάπλωσης του ιού, είναι πιθανό να έχουμε εκλογές το φθινόπωρο.

ΕΡ. Οι οικονομικές συνέπειες της διαχείρισης της πανδημίας από την κυβέρνηση, δε θα έχουν δημιουργήσει σοβαρά ρήγματα κι άρα ρίσκο για τον κο. Μητσοτάκη να χάσει τις εκλογές;

ΑΠ. Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσει να προλάβει ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάνοντας εκλογές. Είμαι σίγουρος ότι ο πρωθυπουργός διαβάζει τις δημοσκοπήσεις και βλέπει δύο πράγματα, αντιφατικά μεταξύ τους. Η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να προηγείται με σταθερά διψήφια διαφορά κι έτσι εκτός από την πρωτιά, έχει και μιας μορφής ηγεμονία. Παράλληλα όμως η όποια περίοδος χάριτος έχει περάσει. Η δυσαρέσκεια αυξάνεται σχετικά τόσο με τη διαχείριση της πανδημίας αυτής καθαυτής όσο και με τη διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της. Την ίδια ώρα κάποιοι πολίτες με ειδική ευαισθησία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής αισθάνονται απογοητευμένοι από τις κινήσεις της κυβέρνησης στο μακεδονικό ή τα ελληνοτουρκικά. Η δυσαρέσκεια αυτή όμως είναι προς το παρόν ελεγχόμενη και έχοντάς την ελεγχόμενη θα θελήσει ο πρωθυπουργός να πάει σε εκλογές.

Σε ένα χρόνο από τώρα, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα είναι τα πράγματα. Πόσο μάλλον στο τέλος της τετραετίας. Το χειρότερο σενάριο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα είναι να φτάσει στο τέλος της τετραετίας με ΑΕΠ μικρότερο αυτού που παρέδωσε ο Αλέξης Τσίπρας τον Ιούλιο του 2019 και ταυτόχρονα να έχει μπροστά του εκλογές με απλή αναλογική.

Φανταστείτε όλη την προεκλογική του ρητορική περί ρυθμών ανάπτυξης 4% να έχει καταρριφθεί και ταυτόχρονα να μην στοχεύει απλά στη νίκη με μία-δυο μονάδες αλλά σε μια επικράτηση που θα του επιτρέψει να ορίζει εκείνος τις μετέπειτα εξελίξεις.

Αυτό είναι ένα σενάριο που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα ήθελε να αποφύγει κι άρα πιστεύω ότι αν το καλοκαίρι τελειώσουμε με την πανδημία και δεν έχουμε εκ νέου έξαρση στα ελληνοτουρκικά, θα πάει σε εκλογές μέσα στο ‘21, πιστεύοντας ότι θα τις κερδίσει.

ΕΡ. Θεωρείτε ότι ο κόσμος της κόσμος της εργασίας, που βλέπει την οικονομική του κατάσταση συνεχώς να επιδεινώνεται, θα τον αφήσει να επανεκλεγεί;

ΑΠ. Ξαναζούμε την κατάσταση ανασφάλειας που υπήρχε στα πρώτα χρόνια της κρίσης των μνημονίων, το ‘10 και το ‘11. Τότε η κρίση δεν είχε κορυφωθεί αλλά τα χτυπήματα ήταν συνεχή. Έτσι και τώρα, οι άνθρωποι που ένιωθαν το 2018 και το 2019 ότι τα δύσκολα ήταν πίσω τους, έχουν επιστρέψει σε καθεστώς μεγάλης ανασφάλειας.

Η διαφορά με εκείνη την περίοδο είναι η πεποίθηση ότι η τωρινή κατάσταση είναι προσωρινή και πως θα βελτιωθεί γρήγορα από τη στιγμή που περάσει η πανδημία, το αργότερο μετά το πρώτο εξάμηνο του ‘21.

Πάνω σε αυτή τη γραμμή θα «παίξει» η κυβέρνηση. Θα πει ότι κατανοεί τις ανασφάλειες και τα προβλήματα, τόσο των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας όσο και των μικρών επιχειρήσεων, όμως αυτά θα ξεπεραστούν με το τέλος της πανδημίας και την αξιοποίηση των χρημάτων που θα έρθουν από την ΕΕ.

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν οι πολίτες θα ανταποκριθούν σε αυτό το αφήγημα. Πάντως είμαστε ακόμα πολύ κοντά στο 2019 κι άρα δεν μπορώ να δω δραματικές μετατοπίσεις από το αποτέλεσμα εκείνης της εκλογικής αναμέτρησης.

Είναι πολύ νωρίς για να επιστρέψουν στον ΣΥΡΙΖΑ όσοι τον ψήφισαν το 2015 αλλά τον εγκατέλειψαν το 2019. Και φυσικά στην εξίσωση μπαίνει και η μιντιακή κυριαρχία της κυβέρνησης. Βέβαια ακόμα και τυχόν μικρές μετατοπίσεις έχουν τη σημασία τους σε μια εκλογική αναμέτρηση που θα γίνει με απλή αναλογική.

ΕΡ. Άρα ποια είναι τα βασικά εμπόδια που καλείται να υπερβεί ο ΣΥΡΙΖΑ αν θέλει να διεκδικήσει την εξουσία και πάλι;

ΑΠ. Σχηματικά θα έλεγα ότι τα εμπόδια για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι τρία.

Πρώτον, πρέπει να καταρρίψει το σχήμα «αν ήταν ο Τσίπρας στην κυβέρνηση, τα πράγματα θα ήταν χειρότερα». Αυτό είναι ένα προπαγανδιστικό σχήμα της Νέας Δημοκρατίας που έχει ως στόχο να αποδομήσει την κυβερνητική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ και κατ’ επέκταση να απονομιμοποιήσει την προοπτική ο ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβει ξανά την εξουσία στη χώρα.

Δεύτερον, η διάσπαση του αντι-σύριζα μετώπου. Αυτή θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα του ΣΥΡΙΖΑ να συνάψει συμμαχίες, να πετύχει διεύρυνση τόσο από τα δεξιά του αλλά και στα αριστερά του. Ένα κόμμα εξουσίας οφείλει να εκφράζει με συνθετικό τρόπο διαφορετικές ευαισθησίες διαφορετικών ρευμάτων. Αν δεν το πετύχει αυτό, θα μείνει ένα κόμμα αντιπολίτευσης.

Τρίτον, να εκφράσει τα αιτήματα, τα συμφέροντα και τους αγώνες κοινωνικών ομάδων, έχοντας όμως συγκροτήσει ένα μπλοκ εξουσίας. Η έκφραση κοινωνικών δυνάμεων από μόνη της δεν αρκεί, ειδικά όταν απέναντι υπάρχει ένα μπλοκ εξουσίας που μπορεί να αναπαράγεται σε τέτοιο βαθμό που η εξουσία του να αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά καθεστώτος.

ΕΡ. Σε αυτό το τοπίο ποιός είναι ο ρόλος του Κινήματος Αλλαγής και εν γένει του Κέντρου;

ΑΠ. Το Κίνημα Αλλαγής είχε την ατυχία να είναι ένα μικρό κόμμα όταν εκλέχτηκε αρχηγός στη Νέα Δημοκρατία ένας πολιτικός με τα χαρακτηριστικά και το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είδαμε πώς εμπνεύστηκαν από αυτόν προσωπικότητες με μακρά πορεία στο ΠΑΣΟΚ όπως η Άννα Διαμαντοπούλου και ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης.

Σε επίπεδο πολιτικού αφηγήματος και κατ’ επέκταση μιας κοινωνικής βάσης, κέντρο δεν υπάρχει. Θα λέγαμε ότι σήμερα στην Ελλάδα η έννοια «κέντρο» παραπέμπει περισσότερο σε ένα ύφος πολιτικής. Ένα ύφος που ορίζεται από την τάση για εξεύρεση της μέσης λύσης με μετριοπάθεια, όχι απαραίτητα όμως με μια συγκεκριμένη ατζέντα. Αυτή η απουσία ατζέντας μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι είτε στην κεντροδεξιά είτε στην κεντροαριστερά, ανάλογα με τις προσωπικές ιεραρχήσεις του κάθε ατόμου. Αυτό είναι αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και στοχευμένων κινήσεων που έκαναν προς αυτή την κατεύθυνση τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κι έπειτα, δεν πρέπει να ξεχνάμε την επίδραση που έχουν οι θεσμικές αλλαγές. Από την πρώτη στιγμή που το ΠΑΣΟΚ δεν ψήφισε την απλή αναλογική, τον Ιούλιο του ‘16, έλεγα ότι κάποια στιγμή θα μετανιώσουν πικρά γι’ αυτή την επιλογή.

Κι αυτό γιατί μικρά κεντρώα κόμματα δεν μπορούν να σταθούν έξω από πλαίσια αναλογικής εκπροσώπησης. Οι ψηφοφόροι τους που ανήκουν κυρίως σε μεσαία και ανώτερα στρώματα, μην έχοντας σχέσεις ισχυρής κομματικής ταύτισης, μετατοπίζονται βάζοντας προτεραιότητα κυρίως τη διακυβέρνηση και λιγότερο την εκπροσώπηση.

Αυτό δεν το αντιλήφθηκε η ηγεσία του τότε ΠΑΣΟΚ, νυν ΚΙΝΑΛ κι έτσι σήμερα βιώνει έναν αργό θάνατο που δεν βλέπω να αντιστρέφεται από το όποιο αποτέλεσμα της εκλογής προέδρου. Το πρόβλημα του ΚΙΝΑΛ δεν είναι κυρίως θέμα ηγεσίας, αλλά ταυτότητας.