Η δημοσιοποίηση των δηλώσεων πόθεν έσχες είναι μια από τις ετήσιες τελετουργίες, ένα συμβάν στο μεταίχμιο μεταξύ πολιτικού και παραπολιτικού. Θα προσπαθήσουμε να κρατηθούμε εντεύθεν του παραπολιτικού.

Πρώτα, να δούμε πώς με τα χρόνια και τις πράξεις έχει ξεπέσει η αξία του πόθεν έσχες, σε απλό «έσχες», αφού το «πόθεν» κατά κανόνα ούτε εξηγείται ούτε τεκμαίρεται. Στη δήλωση περιουσιακής κατάστασης βλέπουμε σαν ηδονοβλεψίες, με μια δόση μνησικακίας, την παρούσα κατάσταση, δεν βλέπουμε σε βάθος την προτέρα κατάσταση.

Τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία δικαιολογούνται ως κτηθέντα εκ του εισοδήματος ή εκ δανείου. Μόνο στην εφραμογή του vouliwatch.gr εμφανίζεται η εξέλιξη της δηλωθείσας περιουσίας ως διακύμανση σε ένα περιορισμένο βάθος χρόνου: από κάποιες πρόσφατες δηλώσεις, περίπου του 2013, όταν μάλλον άρχισε η διαδικτυακή ανάρτηση, έως το 2019. Ακόμη κι αυτή η περιορισμένη όμως συγκριτική καταγραφή, σε μερικές περιπτώσεις είναι ενδεικτική, για το πώς εισέρχεται κάποιος στην πολιτική και πώς εξελίσσεται.

Δεύτερον, η πραγματική αξία του πόθεν έσχες έχει απομειωθεί έως ευτελισμού, στο βαθμό που διαπιστώνεται πολλαπλώς και δικαστικώς ότι διάφοροι πολιτικοί και μέλη της οικογενείας τους διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία που είτε υφίστανται εξωχωρίως και υπερποντίως, είτε δεν δηλώνονται εγκαίρως και πλήρως.

Ενα τέτοιο παράδειγμα, υπό έλεγχο ακόμη, έχει προσφέρει ο ίδιος ο πρωθυπουργός με τις δαιδαλώδεις διαδρομές κάποιας εξωχώριας εταιρείας της συζύγου του.

Αλλο παράδειγμα: ο πρόσφατος εντοπισμός μη επαρκώς αιτιολογημένων καταθέσεων σε λογαριασμούς πολιτικών, με αφορμή έρευνες χρήματος στο σκάνδαλο Novartis. Το εξωφρενικό σε αυτές τις περιπτώσεις Novartis είναι ότι παρότι εντοπίστηκαν οι αναιτιολόγητες εισροές, δεν ζητήθηκαν εξηγήσεις για την πηγή, διότι, όπως ειπώθηκε «η υπόθεση ήταν άλλη», η υπόθεση δηλαδή ήταν αν οι μεταφορές χρήματος γίνονταν απευθείας από λογαριασμούς της Novartis προς τους πολιτικούς λογαριασμούς!

Τελευταίο πλήγμα στην τελετουργία πόθεν έσχες, η αποκάλυψη της τεράστιας περιουσίας του εκλιπόντος δημοσιογράφου Γ. Τράγκα, ο οποίος λέγεται ότι ελέγχθηκε τελευταία φορά περί το 2004. Περιπτώσεις σαν του Τράγκα, δεν καταδεικνύουν μόνο τη διάτρητη λειτουργία του πόθεν έσχες και τις ανεπάρκειες των φοροδιωκτικών αρχών, καταδεικνύουν πώς μπορεί το μαύρο χρήμα να κρυφτεί, να εξαφανιστεί, να ξεπλυθεί ― όχι απλώς για να μη φορολογηθεί.

Με αυτές τις πρόσφατες τυφλότητες του ελεγκτικού μηχανισμού, χάνονται και τα τελευταία κομμάτια αξιοπιστίας για τον έλεγχο του πολιτικού χρήματος. Χάνεται και η συμβολική αξία του πόθεν έσχες. Η δήλωση πόθεν έσχες έχει μείνει να βασανίζει χιλιάδες επαγγελματίες και δημοσίους υπαλλήλους, που είναι, είτε μονίμως είτε περιστασιακά, υπόχρεοι να δηλώνουν περιουσιακά στοιχεία.

Τα ακίνητα, τα δάνεια, ο «αέρας»

Στο μεταίχμιο σημειολογίας και παραπολιτικής, ας παρατηρήσουμε και τα εξής:

Η προσφιλέστερη μορφή συσσώρευσης περιουσίας για τους πολιτικούς είναι τα ακίνητα. Ή τουλάχιστον είναι η περιουσία που δεν μπορεί να κρυφτεί ― εκτός βεβαίως και ανήκει σε μια αόρατη offshore. Ο αριθμός ακινήτων, μαζί με το ύψος καταθέσεων, είναι οι προσφορότεροι στόχοι για σχόλια.

Πόθεν; Πολλά από αυτά είναι κληρονομικά. Σε μερικές περιπτώσεις τα κληρονομημένα ακίνητα συμβαδίζουν με την πολιτική κληρονομιά: τη βουλευτική έδρα, την πελατεία, τα δίκτυα, το όνομα της φυλής εν γένει.

Μπορούμε να συμπληρώσουμε επίσης ότι οι πολιτικοί δεν ξεφεύγουν από την εθνική ψύχωση της επένδυσης σε ακίνητα. Σε μια χώρα που ταλαιπωρείται διηνεκώς από δημοσιονομικές, νομισματικές και άλλες κρίσεις, η γη και τα κτίρια ήταν πάντα η μόνη οδός εξασφάλισης.

Μια άλλη παρατήρηση αφορά τα συχνά δάνεια των πολιτικών. Κάποια είναι τα γνωστά στεγαστικά, που ελάμβανε προ κρίσης ο κάθε μικρομεσαίος. Πολλά όμως είναι δάνεια μετά το 2010, δηλαδή αφότου είχαν κλείσει οι τραπεζικές κάνουλες προς τον πολύ κόσμο, άρα φαίνεται ότι ένας πολιτικός έχει ευχέρεια πρόσβασης στις τράπεζες μεγαλύτερη από τον μέσο ψηφοφόρο του. Παράλληλα βλέπουμε ότι συχνά ο δανεισμός δεν αντικρίζεται με ανάλογες καταθέσεις, εξ ου και αναρωτιόμαστε δικαίως ποιες να είναι οι εγγυήσεις. Εικάζουμε ότι ίσως είναι ο γνωστός εγγυητικός «αέρας» που είχε περιγράψει ο υιός Ψυχάρης στη Βουλή, εξηγώντας τον υπερδανεισμό των επιχειρήσεων τύπου προ χρεοκοπίας.

Στην περίπτωση των πολιτικών, ο «αέρας» μπορεί, τυπικά, να είναι η βουλευτική ή υπουργική αποζημίωση. Αλλά μόνο τυπικά, διότι πρακτικά δεν είναι σταθερός μισθός, είναι πρόσκαρο εισόδημα, εξαρτάται από εκλογές διακυμάνσεις και τη λαϊκή βούληση εντέλει. Φαίνεται όμως ότι για κάποιους αυτή η πρόσκαιρη, ανακλητή, ιδιότητα, το αξίωμα και η τιμή, είναι επάγγελμα. Για κάποιους, το μόνον της ζωής τους επάγγελμα.

Η ευχερής δανειοληψία δείχνει επίσης την, η εγγύτητα της πολιτικής προς την οικονομική εξουσία. Βεβαίως αυτή η εγγύτητα δεν αφορά όλους, εντούτοις διατρέχει οριζόντια τους πολιτικούς χώρους.

Ισως λεπτολογούμε, ίσως υποπίπτουμε στην παραπολιτική• ελπίζουμε όχι στον θανάσιμο λαϊκισμό. Ωστόσο παρατηρώντας τους όνυχες του λέοντος, μπορούμε να καταλάβουμε πώς φθάνουμε στην καχυποψία του πολίτη προς τους πολιτικούς, στη διαρκώς ελαττούμενη πίστη προς την πολιτική, στην κρίση αντιπροσώπευσης.

Το πολιτικό σύστημα, σε μεγάλο βαθμό, δομείται και αναπαράγεται στα μέτρα κληρονόμων και επαγγελματιών της εξουσίας. Αυτή η δόμηση ουσιαστικά φαλκιδεύει την αντιπροσωπευτικότητα, την εναλλαγή, προπάντων την ανάδυση αυθεντικών εκπροσώπων των κυριαρχούμενων, των λαϊκών στρωμάτων, των υποτελών.