Στις 4 Ιανουαρίου 1960 ο Αλμπέρ Καμύ σκοτώνεται σε τροχαίο, σε ηλικία μόλις 46 ετών. Ο Ζαν Πολ Σαρτρ, με τον οποίο είχαν υπάρξει φίλοι αλλά και ορκισμένοι φιλοσοφικοί εχθροί, γράφει έναν συγκλονιστικό επικήδειο. Ίσως ποτέ άλλοτε μια φιλοσοφική διάσταση δεν σημάδεψε τόσο μια ολόκληρη εποχή· κι αυτή η εποχή είναι η δική μας.

Ο Ζαν Πολ Σαρτρ και ο Αλμπέρ Καμύ γνώρίστηκαν στο πιο κατάλληλο σημείο, την πιο κατάλληλη εποχή: Το 1943, στο υπό γερμανική κατοχή Παρίσι, οι δύο διανοητικοί γίγαντες του 20ου αιώνα είχαν ήδη αρχίσει να σκέφτονται το μεταπολεμικό κόσμο και κυρίως τη μεταπολεμική Ευρώπη· «έπρεπε να δώσουμε στη μεταπολεμική εποχή την ιδεολογία της», όπως το έθεσε η Σιμόν ντε Μποβουάρ, φιλόσοφος και συγγραφέας η ίδια και σύντροφος του Σαρτρ.

Ο Σαρτρ και ο Καμί γνώριζαν φυσικά ήδη ο ένας το έργο του άλλου, η γνωριμία τους ήταν σχεδόν δεδομένο ότι θα οδηγούσε σε μια βαθιά φιλία, τόσο βαθιά που η Μποβουάρ ζήλευε. «Είμαστε σαν δύο σκύλοι που τρυγυρίζουν το ίδιο κόκκαλο», έγραφε για τον εαυτό της και τον Σαρτρ. Το κόκκαλο ήταν φυσικά ο Καμύ.

Ο Καμί, νεώτερος από τους δύο και πιο ανήσυχος, ήταν ο εκδότης της αντιστασιακής εφημερίδας «Combat», στην οποία έγραφε ο Σαρτρ. Ήδη είχαν κάνει κριτική ο ένας για έργα του άλλου με τον Σαρτρ να γράφει διθυράμβους για τον «Ξένο» του Καμύ. Η Μποβουάρ περιέγραψε την πρώτη τους συνάντηση στα απομνημονεύματά της:

«Ένας νεαρός άντρας με σκούρα επιδερμίδα ήρθε και μάς συστήθηκε. Ήταν ο Αλμπέρ Καμύ. Το μυθιστόρημά του “Ο Ξένος” είχε εκδοθεί ένα χρόνο νωρίτερα και ήταν τεράστια επιτυχία. Το φιλοσοφικό του δοκίμιο “ο Μύθος του Σίσυφου” είχε κάνει την εμφάνισή του πριν από έξι μήνες. Ο Καμύ ήθελε να γνωρίσει επιτέλους τον Σαρτρ. Ήταν μια σύντομη συνάντηση. “Είμαι ο Καμύ”, είπε. Ο Σαρτρ τον βρήκε αμέσως μια πολύ συμπαθή προσωπικότητα».

«Αγαπητέ μου Σαρτρ, ελπίζω εσύ και ο Κάστορας (σ.σ. το παρατσούκλι του Σαρτρ για την Μποβουάρ) δουλεύετε πολύ. Πείτε μου πότε θα επιστρέψετε στο Παρίσι να κανονίσουμε μια χαλαρή βραδιά», έγραφε πολύ σύντομα ο Καμύ στο νέο φίλο του.

Οι δύο τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί: Ο Σαρτρ «άσχημος για οποιαδήποτε στάνταρ», όπως τον περιέγραψε ένας συγγραφέας της εποχής του, ο Καμύ από την άλλη συχνά παρομοιαζόταν με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.

Ο μεγαλοαστός Σαρτρ είχε σπουδάσει στη Σορβόνη, ο Καμύ παιδί εργατικής οικογένειας, τρίτης γενιάς Γάλλος της Αλγερίας, οι δύο φιλόσοφοι εκπροσωπούσαν δύο εντελώς διαφορετικά κομμάτια του κοινωνικού ιστού της Γαλλίας.

Ο Σαρτρ απολάμβανε τα χοντροκομένα αστεία του Καμί κι εκείνος τη φιλοξενία του Σαρτρ και της Μποβουάρ στα πολύ σνομπ παρισινά σαλόνια.

Η φιλία τους εξελίχθηκε ταχύτατα: Το 1946 ο Καμύ κάλεσε τον Σαρτρ στις ΗΠΑ κι εκείνος είπε σε συνέντευξή του στη Vogue: «Στα γραπτά του Καμύ βλέπει κανείς τη γαλλική λογοτεχνία του μέλλοντος».

Παρόλα αυτά, ακόμη κι από την εποχή εκείνη της στενής φιλίας, οι φιλοσοφικές διαφορές των δύο υπέβοσκαν και ήταν θέμα χρόνου μέχρι να τους θέσουν τον έναν απέναντι στον άλλον.

Μια διάσταση που καθόρισε τη σύγχρονη σκέψη

Η φιλία τους που ξεκίνησε τόσο πολλά υποσχόμενη, σύντομα εξελίχθηκε σε μια από τις θρυλικότερες αντιπαλότητες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η οριστική διάσταση ήρθε το 1951, με το έργο «Ο Επαναστάτης» του Καμύ, το οποίο υποστήριξε τον ηθικό ατομισμό και άσκησε κριτική στην επαναστατική βία. Αντί να καταπιαστεί με το θέμα της αυτοκτονίας, όπως είχε κάνει στο Μύθο του Σίσυφου, εδώ ο Καμύ μιλάει για το ζήτημα του φόνου και καταλήγει ότι, με την εξαίρεση πολύ ιδιαίτερων συνθηκών, όπως η ναζιστική εισβολή, η βία δεν δικαιολογείται στην πολιτική και ο σκοπός με λίγα λόγια δεν αγιάζει τα μέσα.

Ο Σαρτρ, δογματικός Μαρξιστής, ο οποίος είχε δικαιολογήσει τους διωγμούς του Στάλιν με άρθρα του, εξοργίστηκε. Οι δύο τους άρχισαν να επιδίδονται σε προσωπικές αλληλεπιθέσεις, υπό τη μορφή λογοτεχνικών κριτικών.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, ο Σαρτρ, φανατικός αντιαποικιοκράτης, πήρε το μέρος του Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλγερίας, δικαιολογώντας κάθε πράξη βίας που διέπραταν οι αντάρτες, ακόμη και εναντίον αμάχων.

Αυτό για τον Καμύ ήταν «πέρα από κάθε δικαιολόγηση».

Οι δύο τους, κατά βάθος ήταν τόσο διαφορετικοί στην προσέγγιση του υπαρξισμού, που είναι σχεδόν παράλογο να τους βάζει κανείς κάτω από την ίδια κατηγορία· ο Καμί εξάλλου απεχθανόταν τον όρο «υπαρξιστής».

Η βασική τους διαφωνία, όμως, ήταν πολιτική και είχε να κάνει με τη θεμελιώδη σχέση πολιτικής και ηθικής. Για τον Καμί η πολιτική ήταν υποτελής στην ηθική. Ο Σαρτρ είχε αντίθετη άποψη.

Η διαφωνία τους αυτή διεφάνη πεντακάθαρα όταν λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο, Γάλλοι διανοητές ζήτησαν να ανασταλεί η εκτέλεση ενός συνεργάτη των Ναζί, του Ρομπέρ Μπρασελάκ. Ο Καμύ υπέγραψε την επιστολή, καθώς ήταν κάθετα ενάντιος στη θανατική ποινή· «δεν μπορείς να τιμωρήσεις ένα έγκλημα με ένα άλλο έγκλημα», έγραφε.

Ο Σαρτρ και η Μποβουάρ δεν την υπέγραψαν. Ούτε εκείνοι πίστευαν στην εκδίκηση ως μέσο επίλυσης των ανθρπώπινων διαφορών, ήταν όμως της άποψης ότι «υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν θέση στον κόσμο που προσπαθούμε να χτίσουμε». Αυτή τους η άποψη αντανακλά και το μαρξιστικό δογματισμό τους.

Ο Καμύ κοιτούσε πάντα τις καταστάσεις μέσα από το ουμανιστικό του πρίσμα· ο Σαρτρ κοιτούσε μόνο προς το σκοπό, τον παράδεισο που θα ερχόταν.

Με τον «Επαναστάτη» ο Καμί πήρε οριστικές αποστάσεις από τον Μαρξισμό, εκφράζοντας έως και την απέχθειά του προς αυτόν και τους υπστηρικτές του. Είναι άλλο ο επαναστάτης και άλλο ο επαναστατημένος, έγραφε. Ο Καμύ ήταν πλέον αναρχικός και βλέπει ιστορικά ότι όλες οι επαναστάσεις απλώς οδήγησαν σε κάποιου νέου είδους κατεστημένο. Η Τρομοκρατία μετά τη γαλλική επανάσταση και τα γκούλαγκ μετά τη Σοβιετική, δεν ήταν ατυχήματα της ιστορίας, έγραφε. Ήταν η φυσική εξέλιξη όλων των ιδεολογικών επαναστάσεων.

Ο Σαρτρ από την πλευρά του, πίστευε ότι ο τρόμος μπορεί να θεωρηθεί «ανθρώπινος» και απόλυτα δικαιολογημένος, όταν εξυπηρετεί κάποιον ανώτερο σκοπό.

Στη δημόσια ανταλλαγή ανοιχτών επιστολών που ακολούθησε, ο Σαρτρ αποκαλεί τον καμί μοραλιστή και «μια καημένη ψυχή που είναι εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα». Σε έναν κόσμο γεμάτο από κοινωνικές αδικίες, το δίλημμα του διανοητή ήταν ένα, έγραφε ο Σαρτρ: Ή που θα αδιαφορήσει για την κοινωνική δικαιοσύνη και θα ασχοληθεί με τη μεταφυσική, ή που θα υποστηρίξει το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ο Καμύ ανταπάντησε ότι ο Σαρτρ κοιτάει το δέντρο και χάνει την ουσία, που είναι η αυταρχική φύση του σοσιαλισμού.

«Ήταν αναγκαίος»

Στις 4 Ιανουαρίου 1960, ο Αλμπέρ Καμύ σκοτώνεται σε τροχαίο δυστύχημα, σε ηλικία 46 ετών. Ο Σαρτρ γράφει έναν συγκλονιστικό επικήδειο.

«Είχαμε μαλώσει. Ένας καυγάς δεν έχει σημασία, όμως, ακόμη κι αν εκείνοι που μάλωσαν δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Είναι απλώς ένας διαφορετικός τρόπος να ζούμε μαζί, χωρίς να χάνουμε ο ένας τον άλλον από το βλέμμα μας, σε αυτόν τον στενό κόσμο που μας δώθηκε.

Ο καυγάς μας δεν με εμπόδιζε να τον σκέφτομαι, δεν με εμπόδιζε να νοιώθω τα μάτια του πάνω στο βιβλίο ή την εφημερίδα που διάβαζα και να αναρωτιέμαι “τι σκέφτεται γι αυτό;”, “τι σκέφτεται αυτήν τη στιγμή;”.

Αντιπροσώπευε στην εποχή μας το πιο πρόσφατο δείγμα εκείνης της μακράς σειράς μοραλιστών των οποίων τα έργα αποτελούν ίσως το πιο αυθεντικό στοιχείο στα γαλλικά γράμματα.

Ο επίμονος ανθρωπισμός του, στενός και αγνός, λιτός και αισθησιακός, διεξήγαγε έναν αβέβαιο πόλεμο ενάντια στα ογκώδη και άμορφα γεγονότα της εποχής. Αλλά από την άλλη, μέσα από τις σκληρές του απορρίψεις επιβεβαίωσε, στην καρδιά της εποχής μας, ενάντια στους Μακιαβελιστές και ενάντια στο είδωλο του ρεαλισμού, την ύπαρξη του ηθικού ζητήματος.

Θα έπρεπε να τον αποφύγεις ή να τον πολεμήσεις· ήταν αναγκαίος σε αυτή τη σύγκρουση που κάνει την πνευματική ζωή αυτό που είναι».