Η 4η Δεκεμβρίου είναι η 338η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 339η σε δίσεκτα έτη. Στις 4 Δεκεμβρίου 1944 η Αθήνα οδηγείται σε γενικευμένο εμφύλιο πόλεμο.

Μετά τη διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου και την έκρυθμη κατάσταση στους δρόμους της Αθήνας, το ίδιο βράδυ, ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να βρει διέξοδο στην τεταμένη κατάσταση, κατέθεσε πρόταση περί σχηματισμού οικουμενικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον αρχηγό των Φιλελευθέρων Θεμιστοκλή Σοφούλη, με παραίτηση του ίδιου του Παπανδρέου και όλων των υπουργών.

Ενώ όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές στην Αθήνα (περιλαμβανομένων του ΚΚΕ και του Βρετανού πρέσβη Λίπερ) αποδέχθηκαν την πρόταση του Παπανδρέου, αρνήθηκε να τη συζητήσει ο ίδιος ο Τσώρτσιλ, ο οποίος έστειλε τηλεγράφημα στον Λίπερ με σαφείς οδηγίες:

«Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, εάν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο εύκολα να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. Η μόνη του ελπίδα είναι να βγει απ’ αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας».

Την επόμενη μέρα, στις 4 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήείται η γενική απεργία που είχε προκηρύξει το ΕΑΜ από τις 2 Δεκεμβρίου και τελείται η κηδεία των θυμάτων του συλλαλητηρίου της προηγούμενης μέρας.

Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στη Μητρόπολη της Αθήνας και στη συνέχεια η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς το Σύνταγμα. Στην κορυφή της πομπής ξεχώριζε ένα πανό το οποίο κρατούσαν τρεις νεαρές μαυροφορεμένες γυναίκες και έγραφε: «Όταν ο Λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα. ΕΑΜ».

Η πορεία αυτή χτυπήθηκε ξανά με πυροβολισμούς, κυρίως από μέλη της οργάνωσης Χ και πρώην ταγματασφαλίτες που έμεναν σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας με αρκετούς νεκρούς.

Στο μεταξύ, στην Αθήνα οι Βρετανοί με τη βοήθεια της αμερικανικής μεταφορικής αεροπορίας έχουν ήδη μεταφέρει ενισχύσεις από τα αεροδρόμια του Ελληνικού, της Ελευσίνας και του Τατοϊου. Στην Αθήνα βρίσκονται η 5η Ινδική Ταξιαρχία, το πυροβολικό της 4ης Ινδικής Μεραρχίας, η 4η Βρετανική Μεραρχία, η 46η Βρετανική Μεραρχία και ειδικές δυνάμεις.

Ο Σκόμπι κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Βρετανικές δυνάμεις κυκλώνουν και αφοπλίζουν το 2ο Σύνταγμα της ΙΙ μεραρχίας του ΕΛΑΣ στη Φιλοθέη, το οποίο δεν έχει εντολές να εμπλακεί με τους Βρετανούς και ουσιαστικά παραδίδεται αμαχιτί. Ο ΕΛΑΣ αντιδρά αρχίζει τις επιχειρήσεις κατά των χιτών και των αστυνομικών τμημάτων της Αθήνας και του Πειραιά.

Την επομένη, ο Τσόρτσιλ διαμηνύει στον Σκόμπι να «συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται σε κατεχόμενη πόλη». Το σύνθημα του ΕΑΜ βγαίνει από το πανο και γίνεται πραγματικότητα: Ο λαός έπρεπε πράγματι να διαλέξει. Και διάλεξε τα όπλα.

Η ένοπλη πάλη και αντίσταση ξεκινά. Αγγλικά αεροπλάνα, που έβγαλαν τα σήματά τους, πυροβολούν στο Χαλάνδρι, στο κέντρο της Αθήνας, στον Πειραιά, στην Καστέλα. Αγγλικά τανκ βάλουν κατά του Χολαργού. Οι Άγγλοι καταλαμβάνουν την Ακρόπολη και την καθιστούν πεδίο βολής, χτυπούν το Περδικάρι (περιοχή κοντά στα Τουρκοβουνια) και του Γκύζη.

Σύμφωνα με μεταγενέστερες αναφορές μαχητών του ΕΛΑΣ, ο ιερός βράχος κατεχόταν από μέλη του ΕΛΑΣ και κατόπιν συμφωνίας με Βρετανικές δυνάμεις με τη διαμεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού αποχώρησαν, ώστε το μνημείο να μείνει ανοχύρωτο.

Προγενέστερα ο ταγματάρχης του ΕΛΑΣ Γιάννης Κιλισμάνης είχε ζητήσει να στηθεί ουλαμός πυροβολικού στον ιερό βράχο, κάτι που η Κομματική Οργάνωση Αθηνών απάντησε ότι θα είναι «ιεροσυλία». Οι μαχητές του ΕΛΑΣ είχαν αποχωρήσει από την Ακρόπολη και στις 6 Δεκεμβρίου δυνάμεις της 2ας Βρετανικής ταξιαρχίας αλεξιπτωτιστών κατέλαβαν τον ιερό βράχο, όπου εγκατέστησαν πολυβόλα και όλμους βάλλοντας εναντίον θέσεων του ΕΛΑΣ σε όλη την περίμετρο του βράχου (Μακρυγιάννη, Θησείο, Φιλοπάππου, Ψυρρή).

Η χρήση αυτού του στρατηγικού σημείου αποδείχθηκε κομβικής σημασίας στη Μάχη του Μακρυγιάννη. Ο ΕΛΑΣ αδυνατούσε να ανταπαντήσει για να μη πληγεί το μνημείο. Ανταπέδωσε μερικά πυρά (4 όλμους) στις 17/12/1944. Ενώ δύο προσπάθειες του για ανακατάληψη της Ακρόπολης στις 6 και 7 Δεκεμβρίου υπήρξαν άκαρπες. Αποτέλεσμα αυτών ήταν να προκύψουν στην Ακρόπολη σημαντικές ζημιές. Σε όλη την διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Κ.Ε του ΕΛΑΣ θα καταγγέλλει την «ανανδρία» της Μεγάλης Βρετανίας.

Η Αθήνα είναι ένα απέραντο πεδίο μάχης στο οποίο ο ΕΛΑΣ βρίσκεται αντιμέτωπος με το βρετανικό στρατό. Την Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου, 9 αεροπλάνα και 12 τανκ με αγγλικό πεζικό και χωροφύλακες χτυπούν στου Μακρυγιάννη.

Οι Αθηναίοι αντιμέτωποι ξανά με την πείνα

Οι Αθηναίοι σε λιγότερο από δύο μήνες από την απελευθέρωση της πόλης από τους Γερμανούς βρίσκονται πάλι σε πόλεμο και η πείνα τους χτυπά ξανά. Το ΕΑΜ επιτάσσει τρόφιμα και τα μοιράζει για να σταματήσει η δράση των μαυραγοριτών και το επισιτιστικό γίνεται άλλο ένα πεδίο μάχης στα Δεκεμβριανά.

Μετά την απελευθέρωση η UNRA, η υπηρεσία του ΟΗΕ είχε αναλάβει τη διανομή βοήθειας στην Ελλάδα. Τους πρώτους μήνες από την απελευθέρωση δρούσαν στη σκιά των Βρετανικών Στρατιωτικών Συνδέσμων στην Ελλάδα της ML (British Military Liaison). Οι Βρετανοί διαχειρίζονταν κατ’ αποκλειστικότητα την ανθρωπιστική βοήθεια.

Στην Αθήνα δρούσε και ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός ήδη από την περίοδο της Κατοχής, όμως οι Βρετανοί εμποδίζουν τη δράση του στις συνοικίες που υπερίσχυε το ΕΑΜ.

Οι μέρες περνούν, οι μάχες εντείνονται και οι Άγγλοι βομβαρδίζουν με τα βρετανικά αεροπλάνα τον άμαχο πληθυσμό. Περίπου 500 άμαχοι σκοτώθηκαν από τους βρετανικους βομβαρδισμούς κατά τη διάρκεια των «Δεκεμβριανών».

Η ΚΕ του ΕΑΜ έρχεται σε επαφή με τον ΕΣ για τη διανομή τροφίμων και φαρμάκων κυρίως στην Καισαριανή και το Βύρωνα. Ο Ερυθρός Σταυρός συμφωνεί. Οι Άγγλοι εμποδίζουν τις διανομές. Δεν αφήνουν να μοιραστεί το αλεύρι στους φούρνους της Κοκκινιάς, του Πειραιά, της Καλλιθέας, του Χαροκόπου, της Νέας Σμύρνης και της Πλάκας. Επίσης δεν επιτρέπουν να διανεμηθεί γάλα στα νοσοκομεία. Παράλληλα από την Ακρόπολη χτυπούν το εργοστάσιο αεριόφωτος και το αχρηστεύουν.

Η επαρχία στέλνει τρόφιμα στην Αθήνα όπως στάρι, και λάδι. Στα νοσοκομεία φτάνουν από την Ρούμελη γαλέτες, κονιάκ, παστοκύδωνο, καραμέλες και μαργαρίνη. Στα μέσα Δεκεμβρίου γίνεται έκκληση από το ΕΑΜ ο λαός να βοηθήσει τα επισιτιστικά όργανα. Η Παναθηναϊκή Επιτροπή παίρνει αγορανομικά μέτρα και καθορίζει τιμές σε χονδρική / λιανική, επιτάσσει βιομηχανικά είδη και τα στέλνει στην επαρχία ως ανταλλαγή για τρόφιμα.

Η Αθήνα επί 33 ημέρες και νύχτες σφυροκοπείται με πυροβολικό από το στόλο και από την Ακρόπολη, με τανκ και αεροπλάνα, με όλμους και με πολυβόλα.

Στον «πίνακα απωλειών» των αντιμαχόμενων πλευρών στις μάχες της Αθήνας, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν 210 νεκρούς, 55 αγνοούμενους και 1100 αιχμαλώτους στα χέρια του ΕΛΑΣ. Οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν 3480 νεκρούς (889 ανήκαν στη χωροφυλακή και την αστυνομία και 2540 στα στρατιωτικά τμήματα) και πολλούς αιχμαλώτους. Οι απώλειες του ΕΛΑΣ υπολογίστηκαν στους 2-3 χιλιάδες νεκρούς και 7-8 χιλιάδες αιχμαλωτισθέντες, χωρίς στους τελευταίους να υπολογίζονται οι αριστεροί πολίτες και οπαδοί του ΕΑΜ που συνέλαβαν οι Βρετανοί.

Οι συνολικές απώλειες από τις 33 μέρες συγκρούσεων ανήλθαν σε 17.000 νεκρούς, δηλαδή περισσότερους από εκείνους που χάθηκαν στον πόλεμο του 1940-41 (15.000).

Τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 στην Αθήνα είναι αυτά που οδήγησαν στην τελική φάση του εμφυλίου, η οποία τερματίστηκε το 1949 με τη στρατιωτική ήττα του ΚΚΕ.

Οι απόψεις για τα γεγονότα αυτά είναι δεδομένο ότι είναι διαφορετικές: Προφανώς σε μια πολύ δεξιά ανάγνωση της ιστορίας, τα «Δεκεμβριανά» ήταν απλώς μια προσπάθεια του ΕΑΜ να αναλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία και άρα η βρετανική επίθεση κατά της Αθήνας ήταν επιβεβλημένη. Όπως και σε μια πολύ δογματική αριστερή ανάγνωση, δικαιολογούνται οι δολοφονίες αστών και αντιφρονούντων που έκανε ο ΟΠΛΑ.

Σε όλες τις άλλες αναγνώσεις, όμως, οι ευθύνες είναι μοιρασμένες και όχι απαραίτητα ισόποσα.

Ο Παπανδρέου που θέλησε να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ, εξόπλισε τους δωσίλογους και εξόργισε το λαό, οι Βρετανοί που έδρασαν απροκάλυπτα ως δύναμη κατοχής, η αμοιβαία καχυποψία, αλλά και αδιαλλαξία και από τις δύο παρατάξεις, μετέφεραν τον Εμφύλιο από την περιφέρεια στην Αθήνα και μεγέθυναν το χάσμα μεταξύ των εμπλεκομένων.

Ένα χάσμα που συντηρείται ως σήμερα.