Η 29η Νοεμβρίου είναι η 333η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 334η σε δίσεκτα έτη. Στις 29 Νοεμβρίου 1970 κάνει πρεμιέρα στον κινηματογράφο Παλλάς η ταινία «Γούντστοκ», από το θρυλικό φεστιβάλ. Και στο κέντρο της Αθήνας γίνεται κόλαση. 

Το Φεστιβάλ του Γούντστοκ έγινε τον Αύγουστο του 1969, στη φάρμα του Μαξ Γιάσγκαρ, 70 χιλιόμετρα από το ίδιο το Γούντστοκ. Αναμφίβολα σηματοδότησε μουσικά και κοινωνικά όλη τη δεκαετία του 1970, τόσο στην Αμερική όσο και παγκοσμίως.

Ένα χρόνο μετά το γαλλικό Μάη, την άνοιξη της Πράγας και τις δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Μπομπ Κένεντι, η πολιτική διεκδίκηση, η ελευθερία της τέχνης και η σεξουαλική επανάσταση καθρεφτίζονταν στο πιο εκρηκτικό ροκ. Οι καλλιτέχνες βγήκαν από τα ως τότε γνωστά τους μονοπάτια και τόσο η μουσική τους όσο και η σκηνική τους παρουσία έγιναν πολιτικά δρώμενα. Στο Γουντστοκ ο Χέντριξ έπαιξε τον ύμνο των ΗΠΑ διανθισμένο με ήχους από τα βομβαρδιστικά στο Βιετνάμ. Αυτό από μόνο του θα αρκούσε.h

Στην Ελλάδα η ομώνυμη ταινία, ήρθε ενάμιση χρόνο αργότερα.

Το Νοέμβριο του 1970 στην Αθήνα, χιλιάδες άνθρωποι, προφανώς κυρίως νέοι, πλημμύρισαν την οδό Πανεπιστημίου για να παρακολουθήσουν στο «Παλλάς» την επίσημη πρεμιέρα της.

Την ταινία είχε φέρει στην Ελλάδα η ΕΛΚΕ και ο εκπρόσωπό της, Γιώργος Μιχαηλίδης είχε καταφέρει να αποσπάσει από την τότε επιτροπή λογοκρισίας του υπουργείου Προεδρίας άδεια προβολής χωρίς περικοπές.

Στην πρεμιέρα είναι προσκεκλημένος ο σκηνοθέτης της ταινίας, Μάικλ Γουόντλεϊ, ο οποίος έφθασε στην Αθήνα με τη σύντροφό του. Δύο μέρες πριν από την προβολή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης είπε στους δημοσιογράφους ότι «οι νέοι που έλαβαν μέρος σ’ αυτή την κολοσσιαία εκδήλωση δεν ήταν χίπις, άνθρωποι δηλαδή που έχουν περιθωριοποιηθεί από την κοινωνία, αλλά φοιτητές που συμμετέχουν σ’ αυτήν και θέλουν να την αλλάξουν.

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στην Αθήνα, εν μέσω της στρατιωτικής δικτατορίας.

Η πρεμιέρα γίνεται στον κινηματογράφο Παλλάς στις 29 Νοεμβρίου 1970. Σε φωτογραφία που τράβηξε ο Κώστας Μεγαλοκονόμου, φαίνονται μέσα στον κινηματογράφο αστυνομικοί να παρακολουθούν προσεκτικά τις αντιδράσεις των θεατών. Οι θεατές χορεύουν, τραγουδούν και χειροκροτούν τους ήρωες της ταινίας. Έξω από τον κινηματογράφο, εκατοντάδες άλλοι περιμένουν για να μπουν στη δεύτερη προβολή.

Η αστυνομία εν τέλει και όπως ήταν αναμενόμενο ενοχλείται από την ταινία αλλά κυρίως από τις αντιδράσεις της νεολαίας που δεν συμβαδίζουν με τα χουντικά ιδεώδη περί τάξεως και ηθικής. Με το πρόσχημα της παρενόχλησης της κυκλοφορίας έξω από τον κινηματογράφο η δεύτερη προβολή απαγορεύεται. Ακολουθούν διαμαρτυρίες όσων δεν μπήκαν και γίνονται εκτεταμένα επεισόδια. Πέφτει πολύ ξύλο και γίνονται 13 προσαγωγές.

Η προγραμματισμένη ομιλία του Γουόντλεϊ απαγορεύεται από την αστυνομία, αλλά ο ίδιος αποθεώνεται από το πλήθος που τον σηκώνει στα χέρια.

Την επόμενη μέρα η προβολή της ταινίας απαγορεύεται καθώς αυτή «διαφθείρει τα ήθη». Δύο εβδομάδες αργότερα η απαγόρευση αίρεται μετά από την παρέμβαση του υφυπουργού Γεωργαλά, συμβούλου του Παπαδόπουλου. Ο Γεωργαλάς, ο οποίος ανήκε στη φράξια των «ήπιων» χουντικών είναι της άποψης να κοπεί η ταινία και να παιχτεί ξανά.

Λογοκρισία και το «δημοκρατικό» πρόσωπο της χουντας

Η αρχική της διάρκεια που ήταν περισσότερες από τρεις ώρες μειώνεται δραστικά και με τη λογοκρισία έχει αφαιρεθει κατά το δυνατόν οποιαδήποτε ιδεολογική αναφορά.

Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Μακεδονία δημοσιεύει εκτενές ρεπορτάζ στο οποίο διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

«Χιλιάδες εξάλλων νέων προεκάλεσαν επεισόδια κατά την προβολήν ταινίας. Η προβολή της ταινίας είχε προγραμματισθή προς τιμήν του ηλικίας 28 ετών Αμερικανού σκηνοθέτου Γουώντλυ, ο οποίος ντυμένος πάντα στα άσπρα, τρέφει κόμην μακράν μέχρι τους ώμους του. Ο σκηνοθέτης-χίππι έχει γυρίσει την ταινία-ντοκυμανταίρ στο ομώνυμο νησί (;) Γούντστοκ.

[…]

Κατά την διάρκειαν της προβολής οι παριστάμενοι εν εξάλλω καταστάσει εχειροκρότουν και εζητωκραύγαζον πετώντες τα σακκάκια τους οι νέοι και τις τσάντες των αι νεαραί εις τον αέρα, εκδηλώνοντες με αυτόν τον τρόπον τας εντυπώσεις των δια την ταινίαν. Εις μίαν μάλιστα εκ των σκηνών, ότε ενεφανίσθη η εικόνα του νέγρου νεαρού μουσικού Τζίμυ Χέντριξ, ο οποίος απέθανε προ καιρού, λόγω υπερβολικής χρήσεως ναρκωτικών, οι θεαταί ήναψαν κεριά εις μίαν περίεργην εκδήλωσιν μνημοσύνου.

[…]

Εις πολλάς σκηνάς της ταινίας οι νέοι της Αμερικής ομιλούν δια την ελευθερίαν, τας φυλετικάς διακρίσεις, τα ναρκωτικά και τας σχέσεις μεταξύ γονέων και παιδιών. Ο τρόπος της ζωής αυτής ομοιάζει με εκείνον των νέων Αμερικανών σκηνοθετών, ως π.χ. αι ταινίαι Φράουλες και Αίμα η οποία απηγορεύθη την 9ην ημέραν της προβολής της εις τας Αθήνας και Ξέγνοιαστος Καβαλάρης, οποία προεβλήθη εις το φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης».

Σε άλλο δημοσίευμα της εποχής, τα πράγατα γίνονται πολύ πιο ξεκάθαρα:

«Ένας φοιτητής της Ιατρικής εξέφρασε δημοσία τον φόβον του, ότι οι νέοι που δεν μπορούν να συνδικαλισθούν, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να πολιτικολογήσουν, ρίπτονται εις τον χιππισμόν, όπου υφίστανται σωματικήν και ψυχική πόρωσιν».

Και η Εστία γράφει για την απόφαση του Γεωργαλά να ξαναπαιχτει η ταινία: «Κάποιος κυβερνητικός παράγων, παρά την εισήγησιν της αστυνομίας ετάχθη υπέρ της συνεχίσεως της προβολής του έργου. Ποίος άραγε είναι ο κύριος, ο οποίος υποδεικνύει εις την ελληνικήν νεολαίαν τον δρόμον της αντικοινωνικότητος; Ή μήπως οι καγχασμοί ενίων νεαρών που συνοδεύουν, κατά το διάλειμμα, την ανάκρουσιν του ύμνου της 21ης Απριλίου δεν αποτελούν επαρκή απόδειξιν της επιχειρουμένης και πολιτικής υπονομεύσεως;».

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης είπε αργότερα για την επαναπροβολή της ταινίας του: «Πρέπει να ξέρετε ότι από την ταινία μου κόπηκαν σκηνές διάρκειας περισσότερης της μιας ώρας. Αυτό ήταν και το κυριότερο μέρος της ταινίας, αυτό που, με τα μηνύματα που περιείχε, της έδινε οντότητα και λόγο ύπαρξης».