Η 28η Σεπτεμβρίου είναι η 271η ημέρα του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο και 272η σε δίσεκτα έτη. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1960 ξεσπάει ένα σκάνδαλο, το οποίο έφερε στο φως μια πολύ παράξενη υπόθεση, αυτήν του ναζί αξιωματικού και εγκληματία πολέμου Μαξ Μέρτεν.

Ένας ναζί εγκληματίας πολέμου, μια δίκη, μια καταδίκη, μια σκανδαλώδης αποφυλάκιση, ένα σκάνδαλο με κατηγορίες για συνεργασία του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τους Γερμανούς στην Κατοχή και ένας θησαυρός που δεν βρέθηκε ποτέ.

Η υπόθεση Μαξ Μέρτεν θα μπορούσε να είναι ένα καταπληκτικό θρίλερ, όσο κι αν αυτό ακούγεται κλισέ, αλλά δεν είναι· είναι μια αληθινή ιστορία που ξεκίνησε με φρικιαστικό τρόπο στη Θεσσαλονίκη το 1942 και τελείωσε με δύο σκάνδαλα.

Το ένα ήταν η αδιανόητη αποφυλάκισή του από την κυβέρνηση της ΕΡΕ και το άλλο οι καταγγελίες που ο ίδιος έκανε εναντίον του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του υπουργού του των Εσωτερικών, Δημήτρη Μακρή για συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής.

Να πιάσουμε την ιστορία από την αρχή, όμως, όπως λένε και στα βιβλία.

Ο χασάπης της Θεσσαλονίκης

Ο Μαξ Μέρτεν πριν τον πόλεμο ήταν ανώτατος εισαγγελέας της ναζιστικής Γερμανίας που έφερε τον βαθμό του λοχαγού. Ήρθε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1942 και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη τη διετία 1942-1944, όπου και ανέλαβε τη γενική εποπτεία της δίωξης των Εβραίων της Μακεδονίας. Τον Ιούλιο του 1943 ορίστηκε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, θέση που κράτησε μέχρι τον Μάρτιο του 1944, όταν και πήρε μετάθεση στη Γιουγκοσλαβία

Ο Μέρτεν ήταν ο βασικός υπεύθυνος της γενοκτονίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Διέταξε προσωπικά τη μεταφορά περίπου 50.000 ανθρώπων στο Άουσβιτς, καθώς και τη λεηλασία των περιουσιών τους, που υπολογίσθηκε ότι ξεπερνούσαν σε αξία τα 125.000.000 χρυσά φράγκα.

Η υπογραφή του Μέρτεν βρισκόταν φαρδιά πλατιά στα έγγραφα για τη χρησιμοποίηση των Εβραίων σε καταναγκαστικά έργα, τη δήμευση των εβραϊκών περιουσιών και του εβραϊκού νεκροταφείου, όπως και στο διάταγμα για τη μεταφορά του ντόπιου εβραϊκού πληθυσμού στα στρατόπεδα.

Η ενοχή του για τα εγκλήματα αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας.

Η ατιμωρησία των ναζί

Όταν τελείωσε ο πόλεμος ο Μέρτεν συνελήφθη από τους Αμερικανούς στη Γερμανία και κρατήθηκε σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Μπαντ Άμπλινγκ. Το 1946 οι Αμερικανοί πρότειναν την παράδοσή του στις ελληνικές αρχές, στο πλαίσιο της συμφωνίας που είχαν υπογράψει το 1943 οι Σύμμαχοι για την παράδοση των εγκληματιών πολέμου στις χώρες διάπραξης των εγκλημάτων τους.

Όπως γράφει ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, η ελληνική πλευρά δια του Έλληνα στρατιωτικού ακολούθου στο Βερολίνο, στρατηγού Ανδρέα Υψηλάντη, πρότεινε την απελευθέρωσή του λόγω της «άμεμπτης συμπεριφοράς του και των ανεκτίμητων υπηρεσιών του προς την Ελλάδα».

Άγνωστο παραμένει από που πήρε ο Υψηλάντης την εντολή να δράσει τοιουτοτρόπως, ή εάν επρόκειτο για δική του πρωτοβουλία, πάντως έτσι χάθηκε η πρώτη ευκαιρία να δικαστεί ο Μέρτεν και να πληρώσει για τα εγκλήματά του.

Ο Μέρτεν απελευθερώθηκε ως συνέπεια αυτής της απρόσμενης απροθυμίας των Ελλήνων και των Αμερικάνων να τον περάσουν από δίκη και επέστρεψε στη δικηγορία, που ήταν το επάγγελμά του. Σύντομα αναμείχθηκε με την πολιτική ως δεξί χέρι του Γκούσταφ Χάινεμαν, κατοπινού Προέδρου της Γερμανίας, ενώ ίδρυσε και κόμμα, αντιπολιτευόμενο στον Αντενάουερ.

Εδώ, ας κάνουμε μια χρήσιμη παρένθεση.

Η μη προσαγωγή του Μέρτεν και η άμεση επανένταξή του στη δημόσια ζωή της Γερμανίας δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Για την «επανεκίνηση» της Γερμανίας μετά τον πόλεμο έπρεπε να ληφθεί μια απλή απόφαση: Εάν όλοι οι ναζί έμεναν στις φυλακές, αυτές θα ήταν γεμάτες και η οικονομία και η δημόσια διοίκηση της Γερμανίας άδειες.

Πέραν αυτού, ο Ψυχρός Πόλεμος δημιούργησε εντελώς νέες συνθήκες και ισορροπίες, κάτω από τις οποίες οι παλιοί εχθροί ήταν πλέον χρήσιμοι σύμμαχοι.

Η ατιμωρησία, η οποία αποφασίστηκε και υιοθετήθηκε σιωπηρά από τις συμμαχικές δυνάμεις, δεν πέρασε απαρατήρητη από τη γερμανική κοινωνία και δεν βρήκε τους πάντες σύμφωνους· ακριβώς το αντίθετο.

Στα απομνημονεύματά της, η Ούλρικε Μάινχοφ, ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης RAF (Κόκκινος Στρατός), είχε αναφερθεί εκτενώς στο γεγονός και πώς αυτό όχι απλώς απογοήτευσε τους νέους Γερμανούς μετά τον πόλεμο, αλλά τους έκανε να πιστέψουν ότι στην ουσία δεν άλλαξε τίποτα.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1957 οι Γάλλοι και οι Βρετανοί είχαν αδειάσει τις φυλακές στις οποίες κρατούντο οι εγκληματίες πολέμου. Οι Αμερικάνοι άργησαν λίγο περισσότερο, όχι μόνο λόγω του πιο περίπλοκου νομικού τους συστήματος, αλλά και επειδή στο Λάντσμπεργκ, τις δικές τους φυλακές, κατοικούσαν κάποιοι πάρα πολύ κακοί τύποι: γιατροί που είχαν κάνει πειράματα σε κρατούμενους, ή αρχηγοί των ταγμάτων θανάτου των SS.

Όλοι αυτοί, βέβαια, στην πραγματικότητα είχαν ήδη λάβει τη δική τους χάρη, όταν οι ποινές τους μετατράπηκαν από θανατικές σε ποινές φυλάκισης.

Η επιστροφή στην Ελλάδα

Υπ΄αυτές τις συνθήκες και παρότι από το 1947 εκκρεμούσε εις βάρος του ένταλμα σύλληψης, ο Μέρτεν αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα το Μάιο του 1957, για να βοηθήσει το διερμηνέα του κατά την κατοχή, Άρτουρ Μάισνερ.

Η σύζυγος του Μάισνερ είχε γράψει στον Μέρτεν εξηγώντας ότι ο σύζυγός της δεν μπορουσε να ταξιδέψει στην Ελλάδα, όπου ήταν καταζητούμενος, ενώ οι ελληνικές αρχές είχαν κατασχέσει και το σπίτι του. Ο Μέρτεν σκόπευε να έρθει στην Ελλάδα προκειμένου να μιλήσει για την υπόθεση του Μάισνερ με τον εισαγγελέα Ανδρέα Τούση.

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Μέρτεν επιχείρησε το παράτολμο ταξίδι προκειμένου να βρει και να πάρει στη Γερμανία το θησαυρό που είχε κρύψει κάπου έξω από τη Θεσσαλονίκη και ο οποίος φυσικά προερχόταν από κλεμμένες περιουσίες Εβραίων.

Πριν το ταξίδι του, ο Μέρτεν συμβουλεύτηκε τον Έλληνα πρόξενο, ο οποίος έστειλε σχετικό ερώτημα στην Αθήνα. Δεν πήρε ποτέ απάντηση και υπέθεσε ότι είναι ασφαλές για τον Μάρτεν να επιστρέψει στη χώρα.

Εκείνη την εποχή τα πράγματα ήταν κάπως παράξενα ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Αρχικά η Ελλάδα είχε δεχτεί να είναι η Γερμανία υπεύθυνη για τη δίωξη Γερμανών εγκληματιών πολέμου. Μετά, υπό την πίεση για πολεμικές αποζημιώσεις που έμενε αναπάντητη από τους Γερμανους, οι Έλληνες απείλησαν να αναλάβουν οι ίδιοι τις διώξεις. Και το έκαναν.

Στις 26 Απριλίου 1957 ο Μέρτεν φτάνει στην Ελλάδα. Πρώτα πήγε στη γερμανική πρεσβεία για να πάρει κι άλλες διαβεβαιώσεις ότι δεν κινδυνεύει να συλληφθεί. Μετά, ήσυχος, πήγε να καταθέσει στον εισαγγελέα.

Κι εκεί, επί τόπου συνελήφθη.

Και ξεκίνησε ένα ντόμινο εξελίξεων, το οποίο κατέδειξε πολλά και διάφορα, όχι ευχάριστα πάντως.

Πιέσεις και υποχωρήσεις

Ο τότε Πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, αντέδρασε με άμεσο τρόπο στη σύλληψη του Μέρτεν: Αρχικά υποσχέθηκε στους Γερμανούς ότι θα προσπαθούσε προσωπικά να επηρεάσει τη σύνθεση του ειδικού στρατοδικείου. Κατά δεύτερον ότι θα φρόντιζε, επίσης προσωπικά, να εκδοθεί ο Μέρτεν στη Γερμανία το συντομότερο δυνατό.

Οι Γερμανοί, όμως, άρχισαν να πιέζουν αμέσως και πολύ να απελευθερωθεί ο Μέρτεν.

Κατά μια εκδοχή, η απαίτηση για απελευθέρωση του Μέρτεν σχετιζόταν με τη συνέχιση της οικονομικής βοήθειας από τη Δυτική Γερμανία προς την Ελλάδα. Το πιθανότερο, όμως, είναι ότι είχε να κάνει με την προστασία πολιτικών και από τις δύο κυβερνήσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Το Μάρτιο του 1958 εκδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα και ορίστηκε η δίκη του Μέρτεν. Το Νοέμβριο του 1958, ο Καραμανλής και ο υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ πραγματοποίησαν επίσκεψη στη Δυτική Γερμανία για να εξασφαλίσουν πιστώσεις για έργα υποδομής και βιομηχανικές επενδύσεις καθώς και τη μεσολάβηση του καγκελάριου Αντενάουερ για την επίλυση του Κυπριακού.

Ανάμεσα στα ανταλλάγματα που ζήτησε ο Αντενάουερ ήταν και να σταματήσει άμεσα η δίωξη των εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα, ώστε Γερμανοί που βαρύνονταν με εγκλήματα ή είχαν εντάλματα για την κατοχική τους δράση, να μπορούν να μπαινοβγαίνουν ανενόχλητα στη χώρα μας.

Στις 13 Νοεμβρίου του 1958, υπογράφτηκε τελικά η γερμανοελληνική οικονομική συμφωνία σε μυστικό παράρτημα της οποίας «ο Καραμανλής υποσχέθηκε στον Γερμανό Καγκελάριο Αντενάουερ ότι η Ελλάδα θα ανέστελλε όλες τις διώξεις και θα παρέδιδε τον Μέρτεν στη Γερμανία», σύμφωνα με στοιχεία που πολλά χρόνια αργότερα είδαν το φως της δημοσιότητας.

Η Ελλάδα πήρε 200 εκατομμύρια μάρκα με επιτόκιο 6% και την είσοδο γερμανικών εταιρειών, όπως η SIEMENS, στην ελληνική αγορά.

Το νομοσχέδιο της ντροπής

Στα τέλη Ιανουαρίου του 1959, η κυβέρνηση Καραμανλή έφερε στη Βουλή νομοσχέδιο «περί τροποποιήσεως της νομοθεσίας για τα εγκλήματα Πολέμου», σύμφωνα με το οποίο οριζόταν ότι «αναστέλλεται αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται απόφασις τις δικαστηρίου, πάσα δίωξις Γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης».

Υπουργός Δικαιοσύνης στην Ελλάδα τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Καλλίας που δήλωσε ότι «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια δια την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με την Δυτικήν Γερμανίαν».

Οι αντιδράσεις ήταν πολύ έντονες τόσο διεθώς, όσο και στο εσωτερικό της χώρας. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο Ηλίας Τσιριμώκος και ο Σταύρος Ηλιόπουλος κατηγόρησαν την κυβέρνηση για ενδοτικότητα.

Στο δε ξεσηκωμό των Καλαβρυτινών σχετικά με τον νόμο, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωνε από το βήμα της Βουλής: «κατέχομαι υπό βαθείας ευλαβείας έναντι των θυμάτων των Καλαβρύτων, αλλά αι σφαγαί εκεί προεκλήθησαν ως αντίποινα δια φόνους Γερμανών και μάλιστα αιχμαλώτων…».

Η αποφυλάκιση ενός εγκληματία

Τελικά η δίκη του Μαξ Μέρτεν ξεκίνησε στις 11 Φεβρουαρίου 1959 στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκλημάτων Πολέμου στην Αθήνα. Ο Μέρτεν προσήλθε στο δικαστήριο γελαστός και σε ερώτηση των δημοσιογράφων γιατί ήλθε στην Ελλάδα αφού γνώριζε ότι σε βάρος του εκκρεμούσε ένταλμα, απήντησε ότι κατείχε έγγραφο από το οποίο προέκυπτε ότι το 1947 έλαβε διαβεβαίωση της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Βερολίνο, ότι καμία κατηγορία δεν είχε διατυπωθεί σε βάρος του στην Ελλάδα.

Στις 5 Μαρτίου 1959 ανακοινώθηκε η ενοχή του Μαξ Μέρτεν και του επιβλήθηκε ποινή 25 χρόνων κάθειρξη, κατά συγχώνευση, για παράνομες φυλακίσεις και εγκλεισμούς σε στρατόπεδα συγκέντρωσης χριστιανών και Εβραίων, φόνους και θάνατο από ασιτία Ισραηλιτών, τρομοκράτηση σε βάρος 56.000 Ισραηλιτών, καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, εκτοπίσεις 40.000 Εβραίων σε γερμανικά στρατόπεδα κ.λπ.

Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους η κυβέρνηση της ΕΡΕ καταθέτει νέο νομοσχέδιο με το οποίο έγινε τροποποίηση του προηγούμενου σχετικού νόμου και επιτρεπόταν η αποφυλάκιση των εγκληματιών πολέμου που είχαν ήδη καταδικαστεί και κρατούνταν σε ελληνικές φυλακές.

Στη Βουλή έγινε χαμός. ΕΔΑ και Δημοκρατική Ενώση πυροβολούν κατά ριπάς, αλλά, η κυβέρνηση δια του αντιπροέδρου της, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, απαντά ότι η ΕΡΕ είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στη «σημερινή Γερμανία» και ότι ο μόνος εγκληματίας πολέμου που βρισκόταν σε ελληνικές φυλακές, ο Μέρτεν, έπρεπε να παραδοθεί στη χώρα του.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και στις 5 Νοεμβρίου 1959 ο Μέρτεν αποφυλακίζεται, εν μέσω τρομερών αντιδράσεων και επιστρέφει στη Γερμανία.

Μόλις έφτασε στη Δυτική Γερμανία συνελήφθη και δικάστηκε στο Βερολίνο. Ο ανακριτής αποφάσισε να παραμείνει ελεύθερος με τον όρο να παρουσιάζεται στην αστυνομία δύο φορές την εβδομάδα…

Και ξεσπά το σκάνδαλο…

Κι εκεί που η ελληνική κυβέρνηση νόμιζε ότι ησύχασε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1960, η γερμανική εφημερίδα «Ηχώ του Αμβούργου» και το περιοδικό «Der Spiegel» δημοσιεύουν συνεντεύξεις του Μέρτεν, σύμφωνα με τις οποίες ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτρης Μακρής και η σύζυγός του δεύτερου, Δοξούλα, ήταν «έμμισθοι πληροφοριοδότες των γερμανικών αρχών Κατοχής και για τις πολύτιμες πληροφορίες που είχαν δώσει σχετικά με την Αντίσταση πήραν ανταμοιβή από τις κατασχεμένες περιουσίες των Εβραίων».

Τα δημοσιεύματα των γερμανικών εντύπων αναδημοσιεύτηκαν από τον αθηναϊκό τύπο και προκάλεσαν σοκ στην Ελλάδα. Το θέμα απασχόλησε και τη βουλή, με την κυβέρνηση της ΕΡΕ να δέχεται έντονα πυρά από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Η κυβέρνηση Καραμανλή διέψευσε κατηγορηματικά τον Μέρτεν και έκανε έντονα διαβήματα στη Βόννη για τα γερμανικά ΜΜΕ.

Η δυτικογερμανική κυβέρνηση, με ανακοίνωσή της, «εξέφρασε τη λύπη της» για τα δημοσιεύματα.

Ο Μέρτεν, απαντώντας στις αντιδράσεις, δήλωσε στα γερμανικά έντυπα ότι η σύζυγος του Μακρή, η Δοξούλα, η οποία δούλευε στην Κατοχή στη γερμανική διοίκηση Θεσσαλονίκης, του είχε χαρίσει τα Χριστούγεννα του 1942 λεύκωμα με αναμνηστικές φωτογραφίες.

Η Ηχώ του Αμβούργου σε νεότερο δημοσίευμά της κατηγόρησε για συνεργασία με τους Γερμανούς κατακτητές και τον υφυπουργό Άμυνας, Γεώργιο Θεμελή, που κατά την Κατοχή ήταν Νομάρχης Πέλλης και προϊστάμενος του υπουργείου Οικισμού.

Θεμελής και Μακρής υπέβαλαν μήνυση στα ελληνικά δικαστήρια, αλλά τρία κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου, το Κόμμα Φιλελευθέρων, η ΕΔΑ και η Δημοκρατική Ένωση επέμεναν ότι οι θιγόμενοι έπρεπε να καταφύγουν στα γερμανικά δικαστήρια.

Στις 7 Μαρτίου του 1961 ο Μαξ Μέρτεν αρνήθηκε να καταθέσει στα γερμανικά δικαστήρια σχετικά με τα όσα καταμαρτυρούσε στον Καραμανλή και τον Μακρή, δηλώνοντας ότι δεν εμπιστεύεται τη γερμανική δικαιοσύνη.

Στις 10 Νοεμβρίου του 1961 καταδικάστηκε ερήμην σε τετραετή φυλάκιση και χρηματική καταβολή 70.000 δραχμών ως ένοχος συκοφαντικής δυσφήμισης.

Πέθανε στη Γερμανία στις 21 Σεπτεμβρίου 1971.

Το 2000 επανήλθε στην επικαιρότητα, καθώς κάποιες πληροφορίες ήθελαν τον εβραϊκό θησαυρό της Θεσσαλονίκης να βρίσκεται στο βυθό στ’ ανοιχτά της Φοινικούντας Μεσσηνίας.

Ο θησαυρός δεν βρέθηκε ποτέ.

Ούτε όλη η αλήθεια.