Οτίτλος του πρώτου επεισοδίου του νέου κύκλου της σειράς «Borgen» που παίζεται από προχθές στο Netflix, είναι «το μέλλον είναι γένους θηλυκού».

Τρεις σκηνές πιο κάτω, η Μπιργκίτε Νίμποργκ, η οποία σ’ αυτήν τη φάση της καριέρας της είναι υπουργός Εξωτερικών της Δανίας, παρατάει σύξυλο το υπουργικό συμβούλιο για να πάει στο μπάνιο, όπου σηκώνει το πουκάμισό της και κάνει μετά μανίας αέρα στον εαυτό της.

Είναι 53 και είναι στην εμμηνόπαυση. Τα παιδιά της έχουν μεγαλώσει κι έχουν φύγει από το σπίτι, ο 60άρης πρώην σύζυγός της ετοιμάζεται να κάνει παιδί με τη νέα (από κάθε άποψη) σύζυγό του και η ίδια έχει αγοράσει συνδρομή σε ένα ανθοπωλείο προκειμένου να της στέλνουν λουλούδια κάθε μέρα στο σπίτι… Κι έχει ρυτίδες. Και είναι μόνη στην προσωπική της ζωή.

Όλα αυτά είναι πάρα πολύ δύσκολο -ακόμη και στη Δανία των δύο γυναικών Πρωθυπουργών και της πλειοψηφικής εκπροσώπισής των γυναικών στην πολιτική- να τα εξηγήσει στον Κινέζο πρέσβη, όταν ξαφνικά της ξαναέρχεται περίοδος και φεύγει τρέχοντας να βρει ταμπόν στη μέση μιας συνάντησης που πιθανώς θα κρίνει εάν θα γίνει ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Είναι δύσκολο να τα εξηγήσει γενικώς, μιας και αυτό που βλέπουμε στο νέο κύκλο της δανέζικης σειράς, δεν είναι η μάχη των γυναικών ούτε με τους άντρες ούτε με τα κατεστημένα. Είναι μια μεταβατική αν όχι meta κατάσταση: Είναι στην πραγματικότητα, η μάχη τους με τον εαυτό τους.

Είναι η μάχη καθενός από εμάς με τον εαυτό μας.

Το «Borgen» βάζει μέσα σε λίγα επεισόδια πολλά θέματα και με το γνωστό του τρόπο καταφέρνει να το κάνει αριστουργηματικά, με απόλυτη οικονομία χρόνου αλλά και ουσίας. Οικολογία, περιβάλλον, πολιτική, συσχετισμοί δυνάμεων, παγκόσμιες ισορροπίες· ακόμη και η πρόσφατη εξέλιξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία θίγεται, με κάποια πλάνα που πιθανώς γυρίστηκαν εκ των υστέρων και μπήκαν εμβόλιμα στην υπόθεση.

Πάνω απ’ όλα, όμως, θίγει ένα θέμα διαχρονικό που πάει πολύ πέρα από κάθε επικαιρότητα: Την εσωτερική σύγκρουση των προσωπικών μας αρχών και αξιών με τις εκάστοτε συγκυρίες και τις Σειρήνες της δύναμης, της εξουσίας, του χρήματος και της επιτυχίας.

Και το κάνει ορθώς από τη γυναικεία πλευρά, όχι επειδή οι γυναίκες είμαστε πιο πιστές στις αξίες μας (που είμαστε), αλλά κυρίως επειδή ο κόσμος αυτό περιμένει από εμάς.

Ένα ένα όμως.

Εξουσία και γυναίκες

Δεν υπάρχει ούτε μισή από τις γυναίκες που επέλεξαν να βγουν ανταγωνιστικά στο στίβο της ζωής, που να μην έχει δει έστω και μια σημαντική προσωπική της σχέση να καταστρέφεται γι αυτόν το λόγο.

Είτε αυτή είναι ένας γάμος, μια συντροφική σχέση, ή και η σχέση με κάποιο παιδί. Το ερώτημα αν οι γυναίκες μπορούμε τελικά «να τα έχουμε όλα» δεν είναι ελληνικό και δεν είναι τωρινό.

Μπορεί να υπάρξει πραγματική ισότητα των φύλων, αν οι γυναίκες δεν καταλαμβάνουν ισόποσα με τους άντρες θέσεις εξουσίας; Και πώς μπορεί να συμβεί αυτό όταν ταυτόχρονα είναι σύζυγοι, σύντροφοι, μητέρες, αυτές που στο τέλος της ημέρας «πλένουν τα πιάτα» και μαζεύουν τα, κάθε είδους, σπασμένα;

Τον Απρίλιο του 2020, όταν μόλις είχε ξεκινήσει η πανδημία και τα lockdown στις χώρες της Ευρώπης, η πραγματική Δανέζα Πρωθυπουργός Μέτε Φρέντρικσεν είχε κάνει ένα ποστ στο Φέισμπουκ, στο οποίο έπλενε τα πιάτα και ταυτόχρονα τραγουδούσε καραόκε. Χιλιάδες λάικς, να που μπορείτε να τα έχετε όλα…

Λίγα ποστ αργότερα, όμως, η ίδια εξέφρασε δημόσια την αγανάκτησή της όταν επανήλθε στο Δανέζικο Κοινοβούλιο το θέμα της απαγόρευσης των εκτρώσεων.

Το Borgen (που στα δανέζικα σημαίνει Κάστρο και ετσι ονομάζουν οι Δανοί το Κοινοβούλιό τους) έβαλε στην πρώτη του σεζόν μια ευφυή, δυνατή και δυναμική, αλλά και οραματίστρια γυναίκα στην ανώτερη θέση ισχύος της χώρας, πριν καν αυτό συμβεί στην πραγματικότητα.

Η Μπιργκίτε Νίμποργκ υπήρξε έμπνευση για τις γυναίκες της χώρας της, της Ευρώπης και όλου του κόσμου. Αυτό αποδεικνύεται από την τρομερή απήχηση που είχε η σειρά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, ενώ σάρωσε τα τηλεοπτικά βραβεία και όχι άδικα.

Η Μπιργκίτε είναι μια γυναίκα που συνδυάζει πολλά: Είναι όμορφη χωρίς να είναι επιτηδευμένη, είναι σέξι, έχει τρομερό χιούμορ, κοφτερό μυαλό, θέληση, επιμονή και ένα πολύ ισχυρό προσωπικό σύστημα αξιών που αντανακλάται στην πολιτική και τις επιλογές της, επιλογές που συχνά δεν είναι για το δικό της συμφέρον. Αυτό σημαίνει σύστημα αξιών, εξάλλου: Να υποστηρίζεις τις αρχές σου ανεξάρτητα από το συμφέρον σου.

Παράλληλα είναι μια μητέρα που λατρεύει και φροντίζει τα παιδιά της και μια σύζυγος σε ένα πολύ όμορφο γάμο. Αρχικά φαίνεται σαν να τα έχει όλα.

Τη μέρα που η Νίμποργκ γίνεται Πρωθυπουργός, όλα στη ζωή της αλλάζουν. Όσο στρέφει το ενδιαφέρον και την προσοχή της στη χώρα της, ο γάμος της καταρρέει και τα πράγματα στο σπίτι της διαλύονται.

Ο σύζυγός της, ο οποιος ήταν ενθουσιασμένος στην προοπτική να γίνει η γυναίκα του Πρωθυπουργός και είχε αρχικά συμφωνήσει να προσέχει εκείνος την οικογένεια, όχι μόνο δεν τηρεί τα συμφωνημένα, αλλά την αδειάζει μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο, καθώς αισθάνεται παραγκωνισμένος.

Αμέσως, βρίσκει ερωμένη, μια γυναίκα πολύ χαμηλότερου προφίλ και βεληνεκούς η οποία όμως είναι εντελώς συγκεντρωμένη επάνω του, και σε χρόνο μηδέν συνάπτει μαζί της μια πολύ σοβαρή και πολύ επίσημη σχέση, αφήνοντας τη Νίμποργκ στο απόλυτο προσωπικό και οικογενειακό κενό.

Οι σκηνές κατά τις οποίες εκείνη προσπαθεί να διαχειριστεί ταυτόχρονα το προσωπικό της πένθος και την προδοσία, με τα ζητήματα του κράτους, στα οποία φυσικά και τρώει απανωτές τρικλοποδιές από τους ανταγωνιστές της, είναι σοκαριστικές για όλες τις γυναίκες που βρέθηκαν σε παρόμοιες καταστάσεις κι ας μην έγιναν Πρωθυπουργοί.

Το αρχικό «τα έχει όλα» μετατρέπεται πολύ σύντομα και με πολύ κυνικό τρόπο σε ένα οξύμωρο σχήμα, στο οποίο όλοι επικροτούν την επιλογή της -για παράδειγμα- να πάρει άδεια από τα καθήκοντά της όσο η έφηβη κόρη της αναρρώνει από μια απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά τελικά κανείς δεν την ψηφίζει, καθώς το εκλογικό σώμα την κρίνει ανεπαρκή.

Η ζωή της Νίμποργκ και η καριέρα της είναι γεμάτη από το δίπολο «αυτό ή εκείνο», ποτέ και τα δύο μαζί. Κι αυτό φαίνεται καλύτερα από ποτέ όταν εγκαταλείπει για λίγο τις φιλοδοξίες της και ξαφνικά τόσο η ίδια όσο και η προσωπική της ζωή ανθίζουν.

Η Τρέισι Χόλντεν και η Σάντρα Φρεντς, σε μια έρευνα που δημοσίευσαν το 2011, αφού είχαν μελετήσει σε βάθος την κάλυψη από τα ΜΜΕ της πολιτικής καριέρας της Σάρα Πάλιν και της Χίλαρι Κλίντον, λένε το εξής: «Οι γυναίκες πολιτικοί για να έχουν μια ευνοϊκή κάλυψη από τα ΜΜΕ φαίνεται ότι πρέπει να φτάσουν σε μια σχεδόν αδύνατη ισορροπία ανάμεσα στους δύο εντελώς αντίθετους πόλους της ζωής τους, την πολιτική και την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή».

Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο κόσμος περιμένει από τις γυναίκες πολιτικούς να φέρουν στον πολιτικό στίβο μαζί τους όλα τα χαρακτηριστικά του φύλου τους: Την ενσυναίσθηση, την ηρεμία, την καλοσύνη, την τρυφερότητα.

Πόσο εύκολο είναι αυτό; Πόσο εύκολο είναι, με λίγα λόγια, να παίξεις έναν παραδοσιακά αντρικό ρόλο, προσδίδοντάς του γυναικεία χαρακτηριστικά; Χωρίς να γίνεις κι εσύ άντρας, δηλαδή;

Η κοινή αντίληψη για τα πράγματα είναι ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι καλές και τρυφερές και να νοιάζονται, ενώ οι ηγέτες πρέπει να είναι αποφασιστικοί και πραγματιστές. Αυτά τα δύο είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα και οι γυναίκες σε θέσεις εξουσίας βρίσκονται στην αδύνατη θέση να πρέπει να συνδυάσουν αυτές τις διαμετρικά αντίθετες ιδιότητες.

Πράγματι, η Νίμποργκ φαίνεται να τιμωρείται κάθε φορά που πετυχαίνει μια πολιτική νίκη, καθώς αυτή συνοδεύεται απαρέγκλιτα από μια προσωπική απώλεια. Και ανάποδα.

Όταν βάζει σε δεύτερο πλάνο την οικογένειά της για την πολιτική κατακρίνεται ως ανεπαρκής μητέρα και γυναίκα. Όταν βάζει σε δεύτερο πλάνο την πολιτική για την οικογένειά της, κατακρίνεται ως ανεπαρκής πολιτικός.

Είναι μια συνθήκη την οποία δεν έχει γνωρίσει ποτέ στην παγκόσμια ιστορία κανένας άντρας σε θέση εξουσίας.

Η επαγγελματική περιθωριοποίηση των γυναικών που η οικογένεια είναι το επίκεντρο της ζωής τους είναι ένα ευρύ φαινόμενο. Η διάκριση φαίνεται να είναι ιδιαίτερα μεγάλη όταν πρόκειται για μητέρες, όπως έγραψε η Φαίη Κρόσμπι, η οποία αναφέρθηκε στο «μητρικό τείχος», το φράγμα που βάζει η οικογένεια στις γυναίκες όταν αυτές θέλουν να κάνουν υψηλού προφίλ καριέρα.

Κανείς δεν ασχολείται με το σύζυγο της Νίμποργκ όταν τα παιδιά της αντιμετωπίζουν προβλήματα, όλοι όμως μιλάνε δημόσια για μια «κακή μητέρα».

Η ζωή φαίνεται διαρκώς να προσπαθεί να της διδάξει ένα μάθημα: Για μια γυναίκα το να τα «θέλει όλα» είναι απολύτως αδύνατο.

Εξουσία και ΜΜΕ

Αντίστοιχα θέματα αντιμετωπίζει ο άλλος σημαντικός πόλος της σειράς, η Κατρίνε Φόνσμαρκ, επιτυχημένη δημοσιογράφος, η οποία όταν στα 31 της θέλησε να γίνει μητέρα (στις προηγούμενες σεζόν) ήρθε αντιμέτωπη με όλον αυτόν τον απίθανο συνδυασμό, αλλά σήμερα που καλείται να διοικήσει ένα τηλεοπτικό δίκτυο, ξεκαθαρίζει με το «καλημέρα» ότι οι γυναίκες μητέρες θα πρέπει να βάλουν τα παιδιά τους σε δεύτερη μοιρα. Ακόμη καλύτερα να μην μένουν καθόλου έγκυες…

Η Φόνσμαρκ στοχοποιείται στα σόσιαλ ως «σκύλα και ανίκανη να διοικήσει με ευαισθησία». Όταν υπαναχωρεί ξαναστοχοποιείται ως «πολύ μαλθακή και ανίκανη να διοικήσει με πυγμή». Δεν υπάρχει μέση λύση, είναι αδιέξοδο.

Το σημείο καμπής για τη δημοσιογράφο έρχεται όταν ενημερώνεται ότι το κανάλι πρέπει να αποφεύγει την κριτική στην κυβέρνηση έως ότου βγουν οι κρατικές επιχορηγήσεις προς τα ΜΜΕ. Για τη Δανία μιλάμε, να θυμίσω.

Αυτό είναι ένα σημείο καμπής για όλους τους εργαζόμενους στο κανάλι και καθένας το διαχειρίζεται με το δικό του τρόπο: Άλλος δεν ασχολείται καν, άλλος παραβαίνει live τις εντολές παίρνοντας το ρίσκο του, άλλος -η Φόνσμαρκ εν προκειμένω- παλεύει μέσα του και στο τέλος καταρρέει υπό το βάρος της πίεσης, ηθικής, ψυχολογικής και πραγματικής.

Η σχέση των ΜΜΕ με την εξουσία, όπως απεικονίζεται στο «Borgen», είναι μια σχέση αλληλεξάρτησης και διαπλοκής, αλλά πιο πολύ είναι μια σχέση που, όπως όλες, εξελίσσεται με το χρόνο και αλλάζει και όχι, αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό. Όχι και για τους δύο πάντως. Διότι όπως όλες οι σχέσεις δύναμης, όλα εξαρτώνται από το ποιός έχει το πάνω χέρι.

Οι Δανοί δημοσιογράφοι έχοντας παγίως και διαχρονικά την πεποίθηση ότι ελέγχουν την εξουσία διότι αυτό σημαίνει Δημοκρατία, βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με πολιτικούς που δεν τους σηκώνουν το τηλέφωνο και κάνουν πολιτική από τα σόσιαλ μίντια. «Αυτό είναι έλλειμα δημοκρατίας», λέει ένας από αυτούς σε μια σύσκεψη. Οι υπόλοιποι κοιτάνε τα ταβάνια.

Και όπως και οι πολιτικοί -για άλλους λόγους- βρίσκονται κι αυτοί αντιμέτωποι με το δίλημμα αν πρέπει να υπηρετήσουν τις αρχές του επαγγέλματος τους ή τους μισθούς τους και τις θέσεις τους και τη δύναμη που τους δίνουν όλα αυτά.

Εξουσία και ηθική

Υπάρχει ηθική στην εξουσία; Ο Μακιαβέλι θα μάς έλεγε όχι. Ο Μακιαβέλι, όμως, δεν πίστευε στη Δημοκρατία. Άρα το ερώτημα είναι εάν υπάρχει ηθική στη Δημοκρατία και την εξουσία που εκπηγάζει από αυτήν.

Μιλάμε πάντα για όσους πιστεύουν στη Δημοκρατία, κάτι όχι τόσο αυτονόητο όσο νομίζουμε.

Στη νέα σεζόν του Borgen γίνεται το εξής: Οι Γροινλανδοί βρίσκουν πετρέλαιο. Για να εξορυχθεί αυτό το πετρέλαιο θα γίνει της τρελής στον Αρκτικό κύκλο, αυτονόητο. Όμως το πετρέλαιο θα φέρει λεφτά σε μια πάμφτωχη περιοχή που έχει μέγεθος όσο η μισή Ευρώπη, μόλις 50.000 κατοίκους και αξαρτάται απόλυτα από τη Δανία. Και στην ίδια τη Δανία.

Η Νίμποργκ και το κόμμα της βγήκαν δεύτεροι στις εκλογές με σημαία την οικολογία. Τα συμφέροντα τούς πάνε από τη μια πλευρά και η συνείδησή τους από την άλλη. Εάν πουν όχι στην εξόρυξη θα βγουν από την κυβέρνηση και θα χάσουν τα υπουργεία τους. Αν πουν ναι, θα χάσουν την αξιοπιστία τους. Και τους ψηφοφόρους τους. Ή θα πρέπει να τους κοροϊδέψουν με πολιτικάντικες αλχημείες.

Πόσο εύκολο είναι να αφήσεις την καρέκλα σου για να υπερασπιστείς τις αρχές σου;

Δεν θα σας πω τι κάνουν στο τέλος, αλλιώς δεν θα το δείτε και θέλω να το δείτε. Δεν θα σας πω γενικά τι κάνουν οι χαρακτήρες της σειράς, εξάλλου δεν κάνουν όλοι το ίδιο, αυτό που κάνει καθένας τους πάντως δεν είναι καθόλου εξωπραγματικό, ή θεωρητικο, ή άπιαστο.

Διότι δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει να κάνεις πάντα ούτε αυτό που θεωρείς σωστό, αλλά ούτε και αυτό που θεωρείς συμφέρον. Δεν υπάρχουν αδιέξοδα, υπάρχουν μόνο επιλογές.

Ο μέντορας της Νίμποργκ, κάθε φορά που εκείνη έρχεται αντιμέτωπη με τα διλήμματά της και τις διαπλοκές της εξουσίας, της λέει το εξής: «Ρώτα τον εαυτό σου ποιές είναι οι επιλογές σου. Και μετά κουβέντιασέ τις μαζί του».

Στο τέλος της ημέρας, στο Borgen όπως και στην πραγματική ζωή, στο επίπεδο της απόλυτης εξουσίας, ή της εξουσίας του εαυτού σου, όλα επιστρέφουν εκεί:

Τι θα σου απαντήσει ο εαυτός σου όταν τον ρωτήσεις τι είναι πιο σημαντικό γι αυτόν.