Ο Νίκος Μανιός και ο Γιώργος Σαγιάς ανακαλούν μνήμες από την περίοδο της αντιδικτατορικής πάλης

Μόλις εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία, Νίκος Μανιός και Γιώργος Σαγιάς έψαχναν πώς να οργανωθούν. «Ήρθε και με βρήκε πρώτα ένας συμμαθητής μου από το νυχτερινό που είχε μπει στην Πάντειο. ‘Νίκο, ξέρω τι θέλεις, να οργανωθούμε στη Δημοκρατική Άμυνα’ και άρχισε να μου λέει 2-3 ονόματα, είναι ο τάδε… λέω, ώπα! Εγώ, του λέω, Κώστα μου, μπήκα στη Ιατρική, ξέρεις τι φτώχεια πέρασα, μην με ανακατεύεις με τέτοια πράγματα. Και αργότερα μου είπε ‘ρε παλιοκερατά, γιατί δεν μου το είπες!’. Τι να σου έλεγα; Να πας να καρφώσεις στον έναν και στον άλλο ότι ‘ήταν και ο Νίκος’;». Επιζητούσαν ένα πλαίσιο συνωμοτικό, που να εμπνέει ασφάλεια.

«Σκεφτείτε, 1968-69. Στο Παρίσι έχει γίνει ο Μάης. Στη Λατινική Αμερική μυρίζει βαρβατίλα επαναστατική.  Έρχεται στην Ευρώπη. Και εμείς τι κάνουμε; Χούντα στην πατρίδα μας και καθόμαστε και κοιτάμε. Είναι παντού: IRA, ETA, Ερυθρές Ταξιαρχίες. Αλλά κάθε χώρα είχε την ιδιαιτερότητά της. Μπήκαμε τελικά (στη δυναμική δράση). Αρχίζεις όμως να βλέπεις ότι έχεις γύρω σου έναν τοίχο, είναι δύσκολο να στρατολογήσεις κόσμο σε μια τέτοιου είδους οργάνωση».

Ο Ν. Μανιός είχε διαισθανθεί ήδη 15 μέρες πριν από το πραξικόπημα ότι «αυτό το πράγμα έρχεται, έχει ήδη έρθει. Και είχα μία κοπελίτσα τότε, 3 χρόνια μικρότερη. Πηγαίνοντας από το Πεδίον του  Άρεως προς Κυψέλη που έμενε, της λέω στην Ελλάδα θα γίνει δικτατορία. Και θέλω να το ξέρεις. Τι είναι αυτό, δεν καταλάβαινε, 17 χρονών ήταν. Να μου πεις, όχι τώρα, θα το σκεφτείς και την άλλη Παρασκευή θα μου έχεις μία απάντηση. Αν μου πεις ‘ναι’, θα συνεχίσουμε μαζί, θα μπλέξεις, κάνεις – δεν κάνεις τίποτα, και θέλω να ξέρω αν θα είσαι στο πλευρό μου.  Έβαλε τα κλάματα, ήρθε την άλλη Παρασκευή έχοντας συμβουλευτεί κάποιον και είπε όχι».

Μετά από μία εβδομάδα έγινε το πραξικόπημα. Η κοπέλα περίμενε να ακούσει ότι ο Μανιός είναι στη φυλακή, «εγώ τίποτα, έχω μπει στην Ιατρική. Τελειώνω το πρώτο έτος, το δεύτερο, το τέταρτο, μετά μας έπιασαν. Πόσο μικρός είναι ο κόσμος: ο άντρας της ήταν ξάδερφος του τρίτου συντρόφου που είχαμε μαζί μας στον Κορυδαλλό. Η κοπέλα είπε στον άντρα της να μου στείλει χαιρετίσματα (όπως και έγινε) μέσω του συγκρατούμενού μου και να πει ότι ‘τώρα κατάλαβε τι ήταν αυτά πού της έλεγα’. Περνάνε τα χρόνια, γίνομαι γιατρός και μου φέρνει τη μάνα της να την εξετάσω, το 2000 τόσο…

Παιδιά, δεν το φανταζόμουν αυτό: έπεσε στην αγκαλιά μου και έκλαιγε. Παντρεμένη με 4 παιδιά, μεγάλα.  Έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Η μάνα της της έλεγε τι έπαθες… Της έλεγα σταμάτα να κλαις, τι θα λέει η γυναίκα. Δεν με ξαναπήρε τηλέφωνο, δεν μου ξαναμίλησε ποτέ.  Έκλαψε στην αγκαλιά μου, έφυγε και δεν ξαναείπε τίποτα, δεν χρειάστηκε. Τα τρομερά αυτά πράγματα δεν δείχνουν πώς έζησε ένας άνθρωπος, αλλά πώς είναι μια κοινωνία που κάνει έτσι τα άτομα».

Το… ζύγισμα της βόμβας και τα ευτράπελα

Ο φόβος και η ανάγκη για δράση εναλλάσσονται πολλές φορές με την ανεμελιά αλλά και το ευτράπελο. Μιλάμε άλλωστε για νέα παιδιά που από το σχολείο σχεδόν βρέθηκαν να βάζουν βόμβες και να δρουν στην παρανομία.

«Κάποια στιγμή εμείς έπρεπε να ζυγίσουμε τα εκρηκτικά και να τα μοιράσουμε στη μέση, για να βάλουμε τη βόμβα στις γραμμές του τρένου, του ηλεκτρικού. Βάλαμε ένα κομμάτι από τη μία ένα κομμάτι από την άλλη μέσα – έξω, για να γίνει ζεύγος δυνάμεων. Πώς όμως θα τα μοιράζαμε στη μέση, να ξέρουμε πόσα κιλά είναι;

Ήταν παραδίπλα από εκεί στην οδό Σινώπης ένας κρεοπώλης, τα τύλιξα σ’ ένα χαρτί που βρήκα, πάω και του λέω ‘μου έστειλε ο μπάρμπας μου απ’ το χωριό κάτι λουκάνικα, να τα ζυγίσω;’. Τα βάζουμε στη ζυγαριά, 4.200 μου λέει, θέλω να τα μοιράσω, γι’ αυτό θέλω να τα ζυγίσω, πάει να τ’ ανοίξει, του λέω δεν πειράζει θα τα μοιράσω σπίτι, τα παίρνω και φεύγω! Και δεν κατάλαβε τίποτα! Πού να καταλάβει ο άνθρωπος. Και δίπλα σχεδόν ήταν η Ασφάλεια»…

Όταν τελικά έσκασε η βόμβα στις γραμμές του τρένου, στη γέφυρα του Πουλόπουλου, στις 3 τα χαράματα, ο Ν. Μανιός είχε ήδη γυρίσει σπίτι του στα Τουρκοβούνια, μαζί με τον Γ. Σαγιά, έξω στην αυλή, ακούνε το «μπαμ» και νιώθουν την ικανοποίηση ότι ο στόχος τους επετεύχθη.

Μπαίνοντας στην αυλή, τα κλειδιά του Μανιού έπεσαν από το χέρι. «Σκύβω να πιάσω το κλειδί ν’ ανοίξω την πόρτα κι όπως έχω εδώ τώρα τα χαρτιά και την ταυτότητα, έπεσε από το τσεπάκι του πουκαμίσου μου η φοιτητική μου ταυτότητα κάτω. Βάλαμε αμέσως τα γέλια! Λέω, εκεί, στις γραμμές του τρένου σκύψαμε πολλές φορές, πηδήξαμε φράκτες, περάσαμε από σύρματα, αν είχε πέσει εκεί η ταυτότητα, πράγμα καθόλου απίθανο, θα ήταν σαν να τους είχα αφήσει… ‘προσκλητήριο’ κανονικότατα!».

Κατάφερναν όμως να γελούν και αργότερα, ακόμα και στην περίοδο των βασανιστηρίων και των φυλακών.

«Κάποια στιγμή είχε τσαντιστεί (σ.σ.: ένας από τους βασανιστές), μου πιάνει το κεφάλι και με κοπανάει με δύναμη σε μία κολόνα, στα υπόγεια της Μεσογείων, στην Ασφάλεια» θυμάται ο Ν. Μανιός κάνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο, σαν να συνέβη μόλις χθες.

«Μπαααπ. Του λέει ο άλλος, ρε θα τον σκοτώσεις. ‘Δεν έχει ανάγκη, έχει σκληρό κεφάλι’ κι εγώ γέλασα! Κοίτα το μυαλό του ανθρώπου: στη Νάξο υπάρχει μία λέξη που λέγεται ατσάχι, που σημαίνει σκληρή πέτρα. Και η μάνα μου, αν ήθελε να πει ότι κάποιος είναι ξεροκέφαλος, έλεγε ότι το κεφάλι του είναι από ατσάχι. Είπε αυτός ότι έχω σκληρό κεφάλι και εγώ από μέσα μου σκέφτηκα το ατσάχι και γέλασα. Ρε ζώον, μου λέει, γελάς… Πού να φανταστεί ότι μου ήρθε αυτή η φλασιά!»…

Δεν φτάναμε να βάλουμε τη βόμβα!

Μία από τις πιο γνωστές συμβολικές ενέργειες της «20ής Οκτώβρη» ήταν η έκρηξη βόμβας που προκάλεσε σοβαρές ζημιές στο άγαλμα του Τρούμαν, ακριβώς 51 χρόνια πριν, στις 26 Νοεμβρίου του 1970. «Τρεις βόμβες βάλαμε εκείνο το βράδυ. Από τις 11 η ώρα είχε ανακοινωθεί στο Παρίσι ότι απόψε θα μπουν 3 βόμβες της ’20ής Οκτώβρη’, δεν είπαν πού».

Η αστυνομία πράγματι εντόπισε δύο ακόμα εκρηκτικούς μηχανισμούς της οργάνωσης, κάτω από αυτοκίνητα του ΕΙΡΤ στο Ζάππειο.

«Πώς θα βάλουμε τις μπόμπες;  Έλα ντε.  Όταν ήμουν πιτσιρικάς στα Τουρκοβούνια, κατέβαινα στον  Άγιο Στυλιανό που πουλάγανε διάφορα λάστιχα για σφεντόνες και βατραχάκια που έκαναν ‘κλακ – κλακ’. Μου ήρθε μια ιδέα: θα βάλουμε από ένα βατραχάκι ο καθένας στις τσέπες μας, άμα δεις κάτι ύποπτο έχεις το χέρι στην τσέπη, κάνεις ‘κλακ-κλακ’, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι. Και πήραμε και λάστιχα, δύο για την κάθε τσάντα, κάναμε μασούρι το λάστιχο, το κρατάγαμε στο χέρι και την τσάντα μαζί, απ’ το μέσα μέρος, αφήνεις το λάστιχο, τεντώνει η τσάντα με το βάρος και με το πόδι της σπρώχνεις κάτω από το αμάξι, χωρίς να σκύψεις. Κινηματογραφική φαντασία!

Αφού βρήκαν τις δύο βόμβες στο Ζάππειο -είχαν ακούσει ότι θα μπουν τρεις-, αρχίζουν και ψάχνουν την περιοχή, είναι 25 Νοεμβρίου, της Αγίας Αικατερίνης, εμείς έχουμε επιλέξει σε να βρούμε μια μέρα που να βρέχει. Και θέλαμε να ‘ναι και γιορτή για να κυκλοφορούν όλοι με κουτιά με τα γλυκά.

Νωρίτερα στη ‘γιάφκα’ (στο ισόγειο της οδού Σινώπης 5), όταν ο Μανιός άνοιξε την πόρτα ‘τα χρειάστηκε’ κανονικά. Είχα και την κουμπούρα, κρατήθηκα και δεν την έβγαλα. Είχαμε ένα σύντροφο, τον 4ο της παρέας, ήταν ψηλός και είχε πάθει σοκ. Μετά αποχώρησε από την οργάνωση. Δεν άντεχε αυτό το άγχος. Εμείς ήμασταν τσόγλανοι, δεν καταλαβαίναμε».

Δεν είχαν προσέξει λοιπόν ότι το υπόγειο του σπιτιού είχε γκαράζ -το γκαράζ ήταν του γραφείου κηδειών (υπάρχει μέχρι σήμερα στο ίδιο σημείο) που είχε τις νεκροφόρες και, με το που πήγε να βγει, πέφτουν δυο προβολείς πάνω του και τον τυφλώνουν. Λέω, ‘μαλάκα, μου την πέσανε’. Βάζω το χέρι στην τσέπη, στο όπλο. Κάνω μέσα μου ‘ψυχραιμία’. Πουπ. Κατεβαίνει αυτός και μπαίνει μέσα. Και μου λέει ο οδηγός ‘σε τρομάξαμε ε;’. Ναι, του λέω, γιατί κοιμόμουν και μόλις ξύπνησα. Με κοίταξε καλά – καλά κι έφυγε».

Η αγωνία δεν τελείωσε εκεί. Στη συνέχεια, όταν βρέθηκαν στο άγαλμα του Τρούμαν, «διαπιστώνουμε ένα καταπληκτικό πράγμα. Ποιο είναι αυτό;  Ότι οι τρεις μας, όχι ιδιαίτερα ψηλοί, δεν φτάνουμε να τη βάλουμε τη βόμβα! Οπότε μένει ο Αποστόλης, ο υδραυλικός. Είχε κατουρήσει 17 φορές πριν. Δέκα λεπτά να είχαμε αργήσει, είχαμε υπολογίσει ότι θα έσκαγε! Τι να κάναμε, να την αφήναμε να σκάσει, να την πετάγαμε στο γιαπί που υπήρχε εκεί; Και αν έσκαγε με το πέταγμα; Τα περιπολικά στο μεταξύ κυκλοφορούσαν συνέχεια, το ίδιο και ο κόσμος.  Ήταν η γιορτή. Οπότε βγάζω το κουμπούρι και του λέω του Αποστόλη ‘πάμε, σε καλύπτω εγώ.  Όποιος έρθει θα τον καθαρίσω’. Έπαθε μπλακ άουτ τελείως, παίρνει το κουτί, το βάζει επάνω. Λέω ‘φύγε ή-ρε-μα’. Πήραμε ταξί, φύγαμε. Και έσκασε.

Τώρα τα λέμε και γελάμε. Εκείνες όμως οι στιγμές ήταν τεράστιας έντασης. Είναι 4 κιλά εκρηκτικό σ’ ένα κουτί γλυκά μέσα, στο κέντρο της Αθήνας, πηγαινοέρχεται κόσμος και δεν ξέρεις τι να το κάνεις, να το φας; Γλυκό είναι, τρώγεται όμως;».

Ο μπανιστιρτζής και η σύλληψη λίγο πριν απ’ το φινάλε

Το φθινόπωρο του 1971 είχαν αποφασίσει ότι θα έκαναν την τελευταία ή την προτελευταία δυναμική ενέργεια τοποθετώντας βόμβες στον σταθμό της ΔΕΗ επί της Κατεχάκη, ο οποίος έδινε ρεύμα στο Χίλτον, όπου διέμενε ο  Άγκνιου, Ελληνοαμερικανός αντιπρόεδρος των ΗΠΑ. Τους έπιασαν τα ξημερώματα της 20ής Οκτώβρη. «Η βόμβα δεν έσκασε γιατί το ρολόι που είχαμε δεν ήταν αντιμαγνητικό. Κάτω από τον πυκνωτή δημιουργούνται μεγάλα φορτία που μαγνητίζουν και μόλις το βάλαμε σταμάτησε» θυμάται ο Μανιός.

Τους κάρφωσε ένας μπανιστιρτζής. «Όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι της ασφάλειας. Τους πιάνουν που παίρνουν μάτι, τους αφήνουν και περιμένουν αναφορά αν δουν κάτι παράξενο.  Ένας τύπος με το παρατσούκλι ‘ο Μυτάρας’, ‘ο Ματάκιας’, γνωστός μπανιστιρτζής, κατεβαίνει την Κατεχάκη (εκεί είχε σκοτεινά σημεία). Βλέπει ένα αυτοκίνητο σταματημένο, κοντά στο ρέμα που υπήρχε τότε, με αναμμένα τα φώτα στάσεως και περίμενε ότι θα μπει κάποια γυναίκα.

Όμως βγαίνω εγώ με τούτον (τον Σαγιά) που ‘χα βάλει τις μπόμπες και μας είδε, πήρε τον αριθμό του αυτοκινήτου, εμείς δεν το λάβαμε υπόψιν.  Ήταν νοικιασμένο στο όνομά του συντρόφου που δούλευε στον ΟΤΕ και στου Νίκου Ξανθόπουλου, ο οποίος έμενε στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, αυτή τη διεύθυνση είχαμε δώσει.

Άλλη περίεργη σύμπτωση, έχει έρθει η αδερφή του απ’ το χωριό. Χτυπάει η πόρτα, αν ήταν μόνος δεν θα άνοιγε. Είχε διαφυγή γιατί από την κάτω μεριά η αυλή έβγαινε κοντά στον Παναθηναϊκό. Πετάγεται όμως η αδερφή του και ανοίγει.  Έρχονται στα Τουρκοβούνια, δεν βρήκαν τον άλλο ενοικιαστή του αυτοκινήτου, ήταν η μάνα του εκεί, λένε ‘πού είναι το παιδί σου’, ‘έχει έναν φίλο, τον Μανιό’, τα ‘χασε η γυναίκα. Μας πιάσανε περίπου στον ύπνο.

Χτυπάει η πόρτα, μια σιδερένια πόρτα, που είχε κάτι σκαλιστά, κοιτάω μια μικροσκοπική φιγούρα και ήταν η αδερφή μου που έμενε δίπλα. Λέει ‘Νίκο, άνοιξε, η Τούλα γκρέμισε μια μάντρα από πέτρες, να τη φτιάξει με τσιμεντόλιθους λίγο πιο ‘δω, ο γείτονας ήθελε να τη φτιάξει λίγο πιο ‘κει, πήγαινε εσύ γιατί άμα θυμώσει ο ξάδερφος θα ρίξει καμία…’.

Μόλις έχω ντυθεί κι έχω ρίξει λίγο νερό στα μούτρα μου, χτυπάει ξανά η πόρτα και βλέπω μια σκιά αντρική, το τζάμι δεν ήταν διαφανές, το μυαλό μου πάει ότι είναι αυτός ο ξάδερφος, ανοίγω την πόρτα και μπουκάρει ο Κραβαρίτης (σ.σ.: γνωστός βασανιστής), βγαίνουμε στην αυλή, μας κρατάνε α λα μπρατσέτα, είναι 8 είμαστε 2. Μου ρίχνει μια κλωτσιά από πίσω ένας μπατσάκος, ‘σταμάτα, ρε μαλάκα, τι βιάζεσαι, θα μας δει κανένας’. Ο φασίστας αντικομμουνιστής μαλώνει τον κατώτερο μην τυχόν μας δει η γειτονιά -και σε μισή ώρα με βασάνιζε. Λάμβανε υπόψιν το δημόσιο αίσθημα. Για πες μου τώρα, αν σε περιλάβουν στον δρόμο και σε κοπανάνε, θα ενδιαφερθεί κανένας;  Όχι. Η κοινωνία ενδιαφερόταν. Εκεί ήταν γειτονιά. Εκεί γεννήθηκα».