Γράφει ο Κώστας Αρβανίτης

ΗΕΕ βάζει μπρος ένα ακόμη «νομοθετικό τρένο» για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής. Μόνο που το γενικότερο πολιτικό κλίμα, οι συμμαχίες που οδήγησαν στην διαμόρφωση του σχεδίου οδηγίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενό της, αφήνουν σοβαρά περιθώρια αισιοδοξίας για τους εργαζόμενους, στις 27 χώρες της ΕΕ. Και στην Ελλάδα του Μητσοτάκη;

Το πρωί της Πέμπτης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επαναβεβαίωσε με μια άνετη πλειοψηφία την εντολή της Επιτροπής EMPL να ξεκινήσει αμέσως η τριμερής διαπραγμάτευση του νέου πλαισίου για τους κατώτατους μισθούς στην ΕΕ. Το αποτέλεσμα αυτό σημαίνει πως οι τρεις κορυφαίοι θεσμοί της Ένωσης (Συμβούλιο, Επιτροπή και Κοινοβούλιο) πιάνουν χωρίς καθυστέρηση δουλειά για να καταλήξουν σε μια δεσμευτική Οδηγία ξεκινώντας – το κυριότερο – από μια πολύ ικανοποιητική διαπραγματευτική βάση, όπως αυτή διαμορφώθηκε εντός της Επιτροπής EMPL του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το τι ακριβώς αλλαγές θα φέρει η διαδικασία αυτή για τους εργαζόμενους στις χώρες της ΕΕ είναι κάτι που θα φανεί στην κατάληξή της, και θα αποτυπωθεί στην οδηγία την οποία στη συνέχεια κάθε κράτος μέλος θα κληθεί να ενσωματώσει στην εσωτερική του νομοθεσία. Τι είναι λοιπόν αυτό που μας κάνει αισιόδοξους; 

Καταρχήν, η προτεινόμενη οδηγία έχει διακηρυγμένο στόχο επαρκείς κατώτατους μισθούς που θα επιτρέπουν στους εργαζόμενους στην ΕΕ αξιοπρεπή διαβίωση όπου κι αν εργάζονται. Και δεν αρκείται στις διακηρύξεις, αλλά ορίζει ένα πλαίσιο για να αυξηθούν οι κατώτατοι μισθοί προκείμενου να γίνουν επαρκείς εκεί που δεν είναι (δηλαδή να αυξηθούν εκεί που είναι μισθοί πείνας, όπως ας πούμε στη χώρα μας) αλλά και να καλύπτουν περισσότερους εργαζόμενους. 

Κλειδί για όλα τα παραπάνω είναι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις. Η εντολή της EMPL δίνει ξεκάθαρη κατεύθυνση προώθησης και στήριξης του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων προκειμένου να εφαρμόζονται ουσιαστικά, να μην επιτρέπεται δηλαδή να υπάρχουν εργαζόμενοι που δεν καλύπτονται από αυτές.

Χωρίς να διατυπώνεται ρητά, οι βασικές αυτές «ρήτρες» αναπόφευκτα θα λειτουργήσουν σαν ένας ήπιος μηχανισμός μισθολογικής σύγκλισης μεταξύ των 27. Κι αυτό γιατί για όσες χώρες έχουν ισχυρά συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν αναμένεται η οδηγία να φέρει αλλαγές. Αντίθετα, χώρες με χαμηλό μισθολογικό κατώφλι, χώρες όπου ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το επίπεδο της φτώχειας θα υποχρεώνονται πια να εφαρμόζουν πολιτικές, ενταγμένες μάλιστα μέσα σε συγκεκριμένα σχέδια, που να εξασφαλίζουν για τους χαμηλά αμειβόμενους εργαζόμενους μισθούς επαρκείς, μισθούς αξιοπρεπούς διαβίωσης. Σύγκλιση ανοδική, χωρίς προκρούστειους «κόφτες» για τους εργαζόμενους σε χώρες με ισχυρούς μισθούς, αλλά με δίχτυ προστασίας που θα απομακρύνει από τη φτώχεια όσους ζουν και εργάζονται σε χώρες όπως η Ελλάδα. 

Η μη σύνδεση του κατώτατου μισθού με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και η εξάρτησή του από το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης σε κάθε χώρα με βάση ένα εθνικό «καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών σε πραγματικές τιμές, η ρητή αναφορά στον ισχυρό ρόλο των συνδικάτων, ο στόχος κάλυψης του 80% των εργαζόμενων από συλλογικές συμβάσεις, η προστασία των εργαζομένων για ένταξη σε συνδικάτα, είναι μερικές μόνο από τις θετικές ρυθμίσεις που περιλαμβάνει η εντολή για τη νέα Οδηγία. 

Η εντολή όμως δεν περιορίζεται στα στενά μισθολογικά, αλλά στιγματίζει ρητά μια σειρά από αντεργατικές εργοδοτικές πρακτικές και ζητά να ληφθούν μέτρα για την εξάλειψή τους, όπως το να «βαφτίζονται» αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί. 

Φυσικά, είναι άλλο πράγμα η διαμόρφωση και η έκδοση μιας ευρωπαϊκής οδηγίας και άλλο η εφαρμογή της, η ενσωμάτωσή της σε ένα εθνικό δίκαιο. Η Δεξιά Κυβέρνηση Μητσοτάκη που κυβερνά με νεοφιλελεύθερα ξόρκια και δώρα στους πάσης φύσεως χορηγούς της, δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα δείγματα ότι ενδιαφέρεται, προσχηματικά έστω, για την στήριξη του εισοδήματος όσων αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Η άρνησή της να προχωρήσει στην προγραμματισμένη από την Κυβέρνηση Τσίπρα αύξηση του βασικού μισθού και η κοροϊδία της ψευτο-αύξησης, που ισοδυναμεί περίπου με …ένα κουλούρι την ημέρα, με την οποία προσπαθεί να ξεγελάσει τους εργαζόμενους βρίσκονται στον αντίποδα της κατεύθυνσης στην οποία ετοιμάζεται να νομοθετήσει η ΕΕ. Φυσικά το ίδιο φανερώνει και η αδέξια προσπάθεια να υπαινιχθεί εξαίρεση των ναυτικών από μια γενική ρύθμιση περί κατώτατου μισθού, προσπάθεια που αποκρούστηκε ξεκάθαρα από την Κομισιόν, με μια μάλλον αυστηρή απάντηση. 

Για έναν ακόμη λόγο, λοιπόν, η κυβέρνηση αυτή πρέπει το συντομότερο να φύγει: για να δώσει τη θέση της σε μια προοδευτική κυβέρνηση που θα ενσωματώσει την σχετική οδηγία με τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζόμενων και όχι με τερτίπια που θα εξουδετερώνουν τις όποιες θετικές ρυθμίσεις της για να εξυπηρετήσει δουλικά τα συμφέροντα των λίγων, τα κέρδη των «κολλητών» της.

Μόνον έτσι θα εξασφαλιστεί ότι μια πραγματικά θετική ευρωπαϊκή οδηγία θα αποδώσει τα μέγιστα δυνατά οφέλη για τους εργαζόμενους στη χώρα μας, που τόσα έχουν θυσιάσει στα χρόνια της κρίσης και του εργασιακού ολετήρα των μνημονίων. Μόνον έτσι θα γίνουν σίγουρα βήματα στην κατεύθυνση ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Μόνον έτσι θα δούμε λιγότερη φτώχεια, και θα εξασφαλιστεί ότι ο κατώτατος μισθός θα ξεκολλήσει από το μνημονιακό καταψύκτη όπου επιμένει να τον κρατά η πολιτική Μητσοτάκη, που πορεύεται με μοναδικό σχέδιο τις επιθυμίες των χορηγών του, και όχι φυσικά την πραγματική ανάγκη να απολαμβάνουν και οι Έλληνες εργαζόμενοι έναν βασικό μισθό που θα είναι πραγματικά δίκαιος και επαρκής.

*Ο Κώστας Αρβανίτης είναι ευρωβουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μέλος της ευρωομάδας της Αριστεράς και μέλος της Επιτροπής EMPL (Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.