Για ένα τόσο πολύπλοκο πρόβλημα όπως η κλιματική αλλαγή δεν υπάρχουν απλές λύσεις. Ωστόσο στο παρελθόν έχουν υπάρξει στιγμές όπου ο πλανήτης ενώθηκε προσπαθώντας να αποσοβήσει μια περιβαλλοντική κρίση.

Τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε για το μεγάλο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη από τον τρόπο που χειριστήκαμε την όξινη βροχή ή την τρύπα του όζοντος;

1970, 1980 και 1990: Όξινη βροχή

Το 1980 τα ψάρια άρχιζαν να εξαφανίζονται στα ποτάμια της Σκανδιναβίας, τα δέντρα να ξεγυμνώνονται από τα φύλλα τους και κάποιες λίμνες στη Βόρεια Αμερική να χάνουν κάθε ζωντανό οργανισμό τους/

Η αιτία: Σύννεφα διοξειδίου του θείου από σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής που καίνε άνθρακα ταξιδεύουν μεγάλες αποστάσεις στον αέρα και πέφτουν πίσω στη Γη με τη μορφή όξινης βροχής.

Ήταν το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα εκείνης της δεκαετίας και οι τίτλοι των εφημερίδων που προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο της όξινης βροχής ήταν συνηθισμένοι. Επί χρόνια υπήρχε σύγχυση, άρνηση και διπλωματικές αντιπαραθέσεις, αλλά μόλις η επιστήμη τοποθετήθηκε χωρίς αμφιβολία, οι εκκλήσεις για δράση άρχισαν γρήγορα να δυναμώνουν.

Ακολούθησαν διεθνείς συμφωνίες για τον περιορισμό των ρύπων από την καύση ορυκτών καυσίμων που οξινίζουν τη βροχή.

Οι τροποποιήσεις του νόμου για τον καθαρό αέρα στις ΗΠΑ οδήγησαν στην ανάπτυξη ενός συστήματος ανώτατων ορίων και εμπορίου, δίνοντας κίνητρο στις εταιρείες να μειώσουν τις εκπομπές θείου και αζώτου. Κάθε χρόνο, το ανώτατο όριο μειωνόταν έως ότου οι εκπομπές μειώθηκαν δραματικά.

Η όξινη βροχή είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό παρελθόν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, αν και σε άλλα σημεία του πλανήτη, ιδιαίτερα στην Ασία, παραμένει πρόβλημα.

1980’s: Τρύπα του όζοντος

Το 1985 ένα ακόμη περιβαλλοντικό πρόβλημα έφτανε να γίνει πρωτοσέλιδο. Επιστήμονες της Βρετανικής Έρευνας της Ανταρκτικής (BAS) έκρουσαν παγκοσμίως τον κώδωνα του κινδύνου για μια τρύπα που μεγάλωνε διαρκώς στο στρώμα του όζοντος πάνω από την Ανταρκτική.

Αιτία της οι χλωροφθοράνθρακες – αέρια του θερμοκηπίου πιο γνωστά ως CFC – που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν σε αερολύματα και ψυκτικά μέσα.

Ήταν ένα επιστημονικό boom καθώς η τρύπα αυξανόταν δραματικά λεπταίνοντας το στρώμα που θωρακίζει τον πλανήτη από τις επιβλαβείς ακτίνες UV.

Το όζον πάνω από την Ανταρκτική μειωνόταν ήδη από τη δεκαετία του 1970, τώρα όμως τα νέα γύρω από την τρύπα που κάλυπτε ολόκληρη την ήπειρο της Ανταρκτικής προκάλεσαν παγκόσμιο συναγερμό. 1987, οι παγκόσμιοι ηγέτες υπέγραψαν το πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, ένα πρωτόκολλο – ορόσημο που χαιρετίστηκε ως μία από τις πιο επιτυχημένες περιβαλλοντικές συνθήκες όλων των εποχών.

Οι χημικές ουσίες που καταστρέφουν το όζον καταργήθηκαν σταδιακά, με τη βιομηχανία να στρέφεται σε δοχεία αεροζόλ «χωρίς CFC» που αμέσως με τους πράσινους καταναλωτές να προσαρμόζονται αμέσως στις νέες συστάσεις. «Ήταν ένα παγκόσμιο πρόβλημα, αλλά η βιομηχανία, οι επιστήμονες, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ενώθηκαν», λέει στο BBC η επιστήμονας Άννα Τζόουνς, από τα τις πρώτες που δραστηριοποιήθηκαν πάνω στο πρόβλημα.

1920s με 2020s: Βενζίνη μόλυβδου

Επί δεκαετίες η ανθρωπότητα χρησιμοποιούσε βενζίνη μόλυβδου ως καύσιμο -καθώς οι εταιρείες έβαζαν πρόσθετα μόλυβδου για πιο αποτελεσματική καύση. Η βενζίνη με μόλυβδο απελευθερώνει σωματίδια μολύβδου στις εξατμίσεις των οχημάτων που μπορούν να εισπνέονται, προκαλώντας ποικίλα προβλήματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων καρδιακών προσβολών, εγκεφαλικών και διαταραχής της πνευματικής ανάπτυξης στα παιδιά.

Μετά από μια μακρά μάχη μεταξύ επιστημόνων, ρυθμιστικών αρχών και βιομηχανίας, προέκυψε μια συναίνεση σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία και τα πλούσια έθνη απαγόρευσαν τη βενζίνη με μόλυβδο από τη δεκαετία του 1980 και μετά.

Η χρήση του μόλυβδου στις αναπτυσσόμενες χώρες παρέμεινε, ωστόσο, λόγω του ότι τα καύσιμα ήταν φθηνότερα στην παραγωγή από την αμόλυβδη βενζίνη. Μετά από μια μακρά εκστρατεία ΜΚΟ, βιομηχανικών ομάδων και κυβερνήσεων, κάτω από την ομπρέλα του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP), η τελευταία σταγόνα βενζίνης μολύβδου αντλήθηκε στη δεξαμενή ενός αυτοκινήτου μόλις μήνες πριν.

Η τελευταία χώρα που απαγόρευσε μόλις το 2021 τη χρήση του μόλυβδου στη βενζίνη ήταν η Αλγερία.

Και ενώ ο κόσμος έχει εξαλείψει επίσημα το καύσιμο με μόλυβδο, η μόλυνση από μόλυβδο παραμένει στο περιβάλλον σε σκόνη και χώμα, όπου μπορεί να επιμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τι μαθήματα μπορούμε να πάρουμε για την κλιματική αλλαγή;

Με την κλιματική αλλαγή να κυριαρχεί στην ατζέντα των ειδήσεων, σήμερα ακούμε ελάχιστα για θέματα όπως η τρύπα του όζοντος. Ωστόσο, υπάρχουν παραλληλισμοί μεταξύ αυτών των κρίσεων και της μνημειώδους κρίσης που είναι η κλιματική αλλαγή.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η όξινη βροχή αποτελούσε πηγή διεθνών συγκρούσεων, με ορισμένους να αρνούνται την ίδια την ύπαρξή της και τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων να έρχεται αντιμέτωπη με τους περιβαλλοντολόγους. Ακούγεται οικείο;

Οι επιστήμονες κατάλαβαν ότι πρέπει να επικοινωνούν αποτελεσματικά τα συμπεράσματα των ερευνών τους όχι μόνο στους συναδέλφους τους αλλά και στους σχεδιαστές της πολιτικής και το κοινό.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη σήμερα, με την ανάπτυξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τη διάδοση της παραπληροφόρησης.

Τα βήματα που έγιναν από τη διεθνή κοινότητα για τη μείωση των χημικών ουσιών που καταστρέφουν το όζον δείχνουν -σε μικρότερη κλίμακα- το είδος της συνεργασίας που θα χρειαστεί για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του κόσμου.

«Το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής είναι πολύ πιο περίπλοκο να λυθεί από το πρόβλημα του όζοντος, επειδή δεν έχουμε άμεσες εναλλακτικές λύσεις για τα ορυκτά καύσιμα με τον τρόπο που είχαμε εναλλακτικές λύσεις έναντι των CFC», λέει η δρ Τζόουνς. «Αλλά, αυτός δεν είναι λόγος για να μην κάνουμε κάτι – το πρόβλημα είναι πολύ σημαντικό, είναι πολύ μεγάλο και πρέπει να το αντιμετωπίσουν.

«Όταν η βιομηχανία και οι κυβερνήσεις συναντήθηκαν στο παρελθόν, έλυσαν ένα παγκόσμιο απειλητικό περιβαλλοντικό πρόβλημα – τώρα πρέπει να δείξουν ότι μπορούν να το κάνουν ξανά».