Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος

Αποχαιρετώντας τον Μίκη Θεοδωράκη µάς δόθηκε η ευκαιρία να ξανασκεφτούµε τη µεγάλη δύναµη του έργου του. Ενός µουσικού – πολιτικού – πολιτιστικού έργου που κράτησε όρθιο έναν λαό σε δύσκολες εποχές. Ο Μίκης βοήθησε να σταθούν όρθιοι οι ηττηµένοι. Παρών στη γερµανική κατοχή µε την Αντίσταση, αλλά και αργότερα όταν οι µαχητές του ΕΛΑΣ και του ∆ηµοκρατικού Στρατού υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις και βασανιστήρια. Οταν ο χαφιές και ο ασφαλίτης τροµοκρατούσαν τους απλούς πολίτες σε πόλεις και χωριά µε µοναδικό τους έγκληµα την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Η µουσική του, ένα γοργό αισιόδοξο εµβατήριο, εξέφρασε τους ηττηµένους. Η πολιτική του δράση από την κατοχική αντίσταση στη Νεολαία Λαµπράκη και τις πορείες έως την αντίσταση στη χούντα και τα έδρανα της Βουλής αναδείχθηκε και δυνάµωσε µε τα τραγούδια του. Πρόκειται γι’ αυτά τα τραγούδια που αγάπησαν και τραγούδησαν όλοι οι Ελληνες. Ακόµη και οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι.

Παρακολουθώντας τον εξόδιο αποχαιρετισµό του ελληνικού λαού στον µεγάλο απόντα πια είδαµε αυτούς τους αντιπάλους να είναι παρόντες εκεί. Τα πολιτικά παιδιά και εγγόνια αυτών που τον κυνήγησαν, ακόµη και θαυµαστές εκείνων που απαγόρευσαν το έργο του στάθηκαν προσοχή και άκουσαν από µύρια στόµατα να µνηµονεύονται τα βάσανα όσων καταδίωξαν. Ακουσαν για τη Μακρόνησο, τον Αϊ-Στράτη, τα βασανιστήρια «διότι δεν συνεµορφώθην». Και στάθηκαν αµίλητοι, ωσάν όλα αυτά να αφορούν κάποιους άλλους. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης άλλωστε δεν είχε αναρωτηθεί αν ξέρουν οι 17ρηδες κάτι για τον Γρηγόρη Λαµπράκη; Αν τους αφορά δηλαδή;

Η δύναµη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη υπερβαίνει τους πάντες και τα πάντα. Ακόµη και την υπουργοποίησή του από τον Κώστα Μητσοτάκη και τη θέση του για το µακεδονικό. Και τα δύο είναι λίγα, πολύ λίγα απέναντι σε µία µόνο µουσική του φράση.

Πάντα η τέχνη ήταν απέναντι σε δυνάστες και καταπιεστές. Ακόµη και σε περιόδους κατοχής της χώρας από ξένους ή ντόπιους κατακτητές. Και πάντα ο λαός έβρισκε τρόπους να συνδέσει τα κρυφά και αλληγορικά µε το πραγµατικό τους νόηµα. «Τακ τακ εσύ – τακ τακ εγώ».

Ο Μίκης ήταν πάντα εδώ, δίπλα µας. Στη χούντα των συνταγµαταρχών, όταν φέρναµε κρυφά από το εξωτερικό στην Ελλάδα δίσκους του, σε εξώφυλλο των Creedence Clearwater Revival ή του Αλ Μπάνο! Την ίδια περίοδο ο Κώστας Μουρσελάς πέρναγε µηνύµατα µέσω της τηλεοπτικής σειράς «Εκείνος κι εκείνος». Οι ένστολοι λογοκριτές αδυνατούσαν να τα αποκρυπτογραφήσουν. Θεωρούσαν ότι είναι απλώς αρλούµπες που άρεσαν στον κόσµο. Το θεατρικό ζευγάρι Ληναίος – Φωτίου ανεβάζει το έργο του Γεράσιµου Σταύρου «Καληνύχτα Μαργαρίτα» που αναφέρεται στην Κατοχή και την Αντίσταση. Στη θέση των Γερµανών το κοινό έβαλε τους χουντικούς, στη θέση των αγωνιστών έβαλε τους αγωνιστές του καιρού του και στη θέση των χαφιέδων σταθερά τους χαφιέδες της εποχής.

Μέχρι πριν από λίγες µέρες θεωρούσαµε τον Μίκη-ποταµό δεδοµένο. Είχαµε την αίσθηση πως θα είναι για πάντα εδώ και θα µας χαρίζει κάθε τόσο νέα δηµιουργήµατα. ∆υστυχώς, όχι. Μας µένει όµως ένα έργο-ωκεανός. Μια οικουµενική παρακαταθήκη.

Την ώρα που έφευγε ο Μίκης χιλιάδες αγωνιστές τον υποδέχονταν στους ουρανούς µε τα λασπωµένα ρούχα τους και τα όπλα της ψυχής που ποτέ δεν παρέδωσαν. Πίσω έµεινε το έργο του µε την καθολική αναγνώριση. Και αυτό είναι, ανάµεσα στ’ άλλα, και η µεγάλη εκδίκηση των ηττηµένων.