Ο πρ. γενικός γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων στο υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης αναλύει στην «Εποχή» τους πολλαπλούς παράγοντες που οδηγούν στις ανατιμήσεις πολλών αγαθών, όπως και την ανάγκη για «αντικατάσταση του παρόντος βαθύτατα ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος, από ένα νέο και συνεργατικό, όπως και αν αυτό το ονομάσουμε».

Περιμένουμε μια μεγάλη ανατίμηση τιμών σε βασικά αγαθά, στο ρεύμα, την βενζίνη κ.α., η οποία, όπως λέγεται, οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων διεθνώς: υψηλό μεταφορικό κόστος, αύξηση τιμών των πρώτων υλών, ναύλων, χονδρικής τιμής ενέργειας. Αυτές οι συνθήκες δημιουργήθηκαν λόγω πανδημίας και κλιματικής κρίσης ή είναι και εγγενείς του συστήματος;

Δεν υπάρχει μια εύκολη και άμεση απάντηση, καθώς αυτή εξαρτάται από το βάθος της αναζήτησης που ο αναλυτής επιδιώκει. Καθώς σκάβεις βαθύτερα, διαδοχικά αποκαλυπτόμενα στρώματα φέρνουν στο φως μια ολοένα και πολυπλοκότερη πραγματικότητα. Θα μπορούσα εδώ να φέρω ως παράδειγμα τις ανασκαφές της Τροίας, όπου οι αρχαιολόγοι ανακάλυπταν διαδοχικά περισσότερες από μία Τροίες, κάθε φορά μια επιπλέον πραγματικότητα κρυμμένη κάτω από την προηγούμενη. Η παρατηρούμενη αύξηση του κόστους της ενέργειας μπορεί να προσεγγιστεί βραχυχρόνια, μέσω των αυξομειώσεων της προσφοράς και της ζήτησής της σε εθνικό και ιδίως διεθνικό επίπεδο. Από την άποψη αυτή, η απάντηση είναι εύκολη: διεθνώς ο βαρύς χειμώνας, το πολύ θερμό καλοκαίρι, η πανδημία και οι συνέπειές της στην παραγωγή (π.χ. διατάραξη των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας) και τις μεταφορές, η προσπάθεια χωρών, ιδίως της Α. Ασίας να στοκάρουν και να αυξήσουν την κατανάλωσή τους σε φυσικό αέριο, οι απόπειρες του καρτέλ του ΟΠΕΚ για μεγιστοποίηση των οφελών του μέσω αυξήσεων των τιμών του κτλ, αποτελούν την άμεση και προφανή ερμηνεία.

Άλλος παράγων είναι η ταχύτερη και αποφασιστικότερη στροφή της πλειονότητας των χωρών προς το φυσικό αέριο και ιδίως τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η προσπάθεια αυτή, η οποία βεβαίως είναι απολύτως δικαιολογημένη και ζωτικής σημασίας, έχει μεγάλο κόστος και προφανώς σχετίζεται με αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος, συχνά σημαντικές. Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει, είναι η ποιότητα της διεθνούς συνεργασίας. Το ύψος αυτών των αυξήσεων και ιδίως η κατανομή τους μεταξύ των κρατών, των τάξεων, της παραγωγής και της κατανάλωσης, εξαρτάται και από την ποιότητα της διεθνούς συνεργασίας για την υποκατάσταση των περισσότερο ρυπογόνων καυσίμων. Αν, όπως εν γένει συμβαίνει, η μακροχρόνια συνεργασία υποκαθίσταται από βραχυχρόνιες κινήσεις για να επωφεληθούμε από τις προσωρινές διαφορές σε προσφορά και ζήτηση, αν με άλλα λόγια αντιμετωπίζουμε το μέλλον του κόσμου χωρίς πνεύμα συνεργασίας, χωρίς κοινές απόπειρες μέσω Έρευνας και Ανάπτυξης για υποκατάσταση, αποθήκευση κτλ ενέργειας, χωρίς διεθνείς απόπειρες για καλύτερη διαχείριση της κατανομής της, αυτό είναι το ιδανικό περιβάλλον για μεγάλες αυξομειώσεις τιμών. Αυτές με τη σειρά τους οδηγούν σε δυσκολίες μακροχρόνιων επενδυτικών στρατηγικών, με αποτελέσματα αρνητικά εν τέλει για την προσφορά της ενέργειας και τις τιμές της.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πέραν της μεγάλης αστάθειας που δημιουργεί και των αναπόφευκτων αυξομειώσεων στις τιμές που συνεπάγεται, και που όπως υποδείξαμε προκαλεί μακροχρόνια υποεπένδυση λόγω αβεβαιότητας, το αποτέλεσμα, δηλαδή το ύψος της τιμής της ενέργειας, έχει εν τέλει να κάνει με την σχετική ισχύ της κάθε χώρας, κυρίως διεθνώς, αλλά και με τη σχετική ισχύ του κράτους έναντι των ιδιωτικών συμφερόντων εσωτερικά. Έτσι π.χ. δεν είναι τυχαίο ότι η Δυτική Ευρώπη έχει πολύ χαμηλότερες τιμές από την Ανατολική και ότι στις βαλκανικές χώρες εντοπίζονται οι υψηλότερες. Δεν θα πρέπει να εκπλαγεί κάποιος απ’ αυτό. Ας σκεφτούμε μόνο τις επιτυχείς απόπειρες της Γερμανίας για ανεξάρτητη εισαγωγή φυσικού αερίου απ’ τη Ρωσία (Northstream 1&2), με αποτέλεσμα σχετικά σταθερές και χαμηλές τιμές, και τις διαδοχικές αποτυχίες της χώρας μας (αγωγός Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη, Southstream, τις έως τώρα κοστοβόρες και αποτυχημένες προσπάθειες για ιδιοπαραγωγή σε Αιγαίο και Α. Μεσόγειο κτλ). Θα πρέπει να περιοριστούν και δυνητικά να αντικατασταθούν οι αγορές, τα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, ρύπων κτλ, ως τρόποι ρύθμισης της διεθνούς προσφοράς και ζήτησης εν γένει και εν προκειμένω για την ενέργεια, καθώς δεν αποδείχτηκαν αξιόπιστοι και αποτελεσματικοί, ενώ μάλλον κατέληξαν να μετατραπούν σε όργανα της απελευθερωμένης, αχαλίνωτης διεθνούς κερδοσκοπίας. Φαίνεται πως έχουμε οδηγηθεί σε ένα καθεστώς διεθνούς αστάθειας με τεράστιες βραχυμεσοχρόνιες μεταβολές στις τιμές της ενέργειας και με αδυναμία αντιμετώπισης του επικρεμάμενου κινδύνου της κλιματικής μεταβολής. Συνεπώς πρέπει να απομακρυνθούμε από τη «μαγεία της αγοράς» προς όφελος της κρατικής και διεθνικής ρύθμισης και της συνεργατικής παραγωγής.

Σε κάπως πιο γενικούς όρους μπορούμε να πούμε ότι η παραγωγή ενέργειας, λόγω των ζητημάτων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, πρέπει να αντιμετωπισθεί περισσότερο ως ένα δημόσιο, οικουμενικό αγαθό, θα λέγαμε, και ολοένα και λιγότερο σαν ένα ανταγωνιστικό ιδιωτικό αγαθό, όπως συμβαίνει έως σήμερα. Φυσικά μια τέτοια προσέγγιση συνεργασίας για την παραγωγή αυτού του οικουμενικού αγαθού, είναι καθήκον της Αριστεράς και κάθε συνειδητού πολίτη διεθνώς, αλλά είναι δυστυχώς πολύ πέραν της τρέχουσας καπιταλιστικής ανταγωνιστικής λογικής. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει το συμπέρασμα: για τη σταθερή και αξιόπιστη παροχή του οικουμενικού αγαθού της αειφόρου – βιώσιμης ενέργειας στο σύνολο των ανθρώπων, δεν υπάρχει τελικά άλλος δρόμος από την αντικατάσταση του παρόντος βαθύτατα ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος, από ένα νέο και συνεργατικό, όπως και αν αυτό το ονομάσουμε. Φυσικά δεν θα πρέπει να περιμένουμε τον «κόκκινο Μάη» για να γίνει αυτό. Κάθε απόπειρα ανατροπής της υπάρχουσας κατάστασης, ακόμα και στα επιμέρους, είναι χρήσιμη.

Η κυβέρνηση έχει δηλώσει πως αυτές οι ανατιμήσεις δεν έχουν μόνιμα χαρακτηριστικά και θα είναι παροδικές. Αληθεύει αυτό κατά τη γνώμη σας;

Στην Ελλάδα το κρίσιμο και άμεσα πρακτικό ερώτημα που μέλλει να απαντηθεί, είναι αν οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, αλλά και γενικότερα, πρόκειται να είναι παροδικές, οπότε σχετικά μικρής επίδρασης ή όχι. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως το θέμα είναι παροδικό. Η ίδια κάτι θα δώσει για να βοηθήσει και αυτό αρκεί. Όμως, θα ήθελα να επισημάνω πως παραμένω πολύ επιφυλακτικός έναντι αυτών των καθησυχαστικών λόγων.

Στην Ελλάδα οι ανατιμήσεις, που ήδη παρατηρούμε, οφείλονται μόνο σε αυτήν τη διεθνή κατάσταση ή προκύπτουν και από φαινόμενα αισχροκέρδειας;

Στην Ελλάδα υπήρξε τάση ολιγοπώλησης της παραγωγής ενέργειας, από 5–6 εταιρείες, που βεβαίως καταλήγει σε αυξημένη τιμή με περαιτέρω τάσεις ενίσχυσης. Αντίθετα, θα ήταν πολύ χρήσιμη η διάχυση της παραγωγής ενέργειας, ιδίως από ΑΠΕ, σε συνεργατικά σχήματα, μικρομεσαίες ιδίως επιχειρήσεις και ιδιώτες, καθώς θα «άπλωνε» και αύξανε την προσφορά ενέργειας με προφανή θετικά αποτελέσματα στο περιβάλλον και την οικονομία. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε ανοίξει τον δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση έστω και με αργά βήματα. Οφείλουμε να πιέσουμε αποφασιστικά προς αυτήν την κατεύθυνση. Σε ένα άλλο επίπεδο, μπορούμε να παρατηρήσουμε την σχεδόν ανύπαρκτη ικανότητα παρέμβασης των ελληνικών ρυθμιστικών αρχών υπέρ του καταναλωτή. Μάλιστα, η παρούσα κυβέρνηση είναι η πλέον ακατάλληλη να ελέγξει και να ρυθμίσει τις τιμές της ενέργειας, αφενός γιατί διακατέχεται από αφελείς και ξεπερασμένες ιδέες για την αποτελεσματικότητα της αγοράς, απόρροια του φανατικού νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού της και, αφετέρου, γιατί βρίσκεται σε στενή σχέση με τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Τι θα μπορούσε να γίνει τώρα για να προστατευθούν οι καταναλωτές στην Ελλάδα;

Στην παρούσα συγκυρία τα αποτελέσματα της πανδημίας πλήττουν ήδη ανισομερώς αρκετές από τις φτωχότερες χώρες και περιοχές της ΕΕ και βεβαίως τη χώρα μας –και στο εσωτερικό της κυρίως τις φτωχότερες τάξεις. Η ήδη παρατηρούμενη αύξηση στην ενέργεια και σε σειρά βασικών προϊόντων θα λειτουργήσει παροξυντικά στην αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Με κάθε τρόπο κάτι τέτοιο πρέπει να αποτραπεί, καθώς, όπως προαναφέραμε, δεν εκτιμούμε τις παρατηρούμενες αυξήσεις ως παροδικές μεταβολές, αλλά μάλλον ως μακροχρόνιες τάσεις. Οι τρόποι αποτροπής των συνεπειών είναι πολλοί και μπορεί να προέλθουν τόσο από την πλευρά της προσφοράς (π.χ. μέσω της ενίσχυσης του ανταγωνισμού στην παραγωγή, της στήριξης ορισμένων ειδών πρώτης ανάγκης, της μείωσης της έμμεσης φορολογίας κτλ.), όσο και από την πλευρά της ζήτησης (π.χ. μέσω της αύξησης του κατώτατου μισθού, της μείωσης του συντελεστή φορολογίας για τις φτωχότερες εισοδηματικές τάξεις κτλ). Η θέληση είναι το εν ελλείψει ζητούμενο είδος από την παρούσα κυβέρνηση, που διατηρεί το βλέμμα και τις ελπίδες της σταθερά στραμμένο στις εισοδηματικές κορυφές. Εκείνο που συνεπώς απαιτείται, είναι η λαϊκή κινητοποίηση για να καλύψει την παρατηρούμενη κυβερνητική έλλειψη.