«Έπινα για να πνίξω τη θλίψη μου, αλλά η καταραμένη βρήκε τρόπο να κολυμπά» – Φρίντα Κάλο 

Στη ζωγραφική της κυριαρχούν τα έντονα χρώματα. Το στυλ που χρησιμοποιεί είνα επηρεασμένο από τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στο Μεξικό, αλλά φαίνεται να έχει δεχτεί και την επίδραση ευρωπαϊκών ρευμάτων στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο ρεαλισμός, ο συμβολισμός και ο υπερρεαλισμός. Αρκετά έργα της είναι αυτοπροσωπογραφίες, μέσα από τις οποίες εκφράζεται ο προσωπικός πόνος και η σεξουαλικότητά της. Ο λόγος γα την Φρίντα Κάλο (6 Ιουλίου 1907 – 13 Ιουλίου 1954) που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1950 σε νοσοκομειακό κρεβάτι στην πόλη του Μεξικό, κάνοντας μια σειρά χειρουργικών επεμβάσεων στην σπονδυλική στήλη. Εκρηκτική, δυναμική, γοητευτική, αλλά και μια από τις πιο τραγικές φιγούρες στην ιστορία της τέχνης, η Μεξικανή ζωγράφος έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο για τα ιδιαίτερα έργα της, αλλά και για την προσωπική της ζωή που σημαδεύτηκε από θυελλώδεις έρωτες, ατυχήματα και φρικτούς πόνους.

Ανεξάρτητα από τον πόνο που ένιωθε, ήταν αυτάρεσκη και ανάγκαζε με τον τρόπο της τους ανθρώπους να την κοιτούν και να μοιραστούν αυτά που ένιωθε ακόμα κι όταν δεν το ήθελαν. Η Μαγκνταλένα Κάρμεν Φρίντα Κάλο Καλντερόν γεννήθηκε στο Coyoacan, ένα προάστιο της Πόλης του Μεξικού, τον Ιούλιο του 1907. Τότε κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η νεαρή κοπέλα θα γίνει μία από της σπουδαιότερες ζωγράφους και ποπ είδωλο, της οποία οι πίνακες θα εκθέτονταν στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.  Ούτε φυσικά ότι θα ζήσει έναν παθιασμένο και θλιβερό γάμο με τον διάσημο ζωγράφο και γυναικά, Ντιέγκο Ριβέρα, που έγινε γνωστός κυρίως για τις μεγάλες τοιχογραφίες του. Η Φρίντα και ο Ντιέγκο παντρεύτηκαν για πρώτη φορά το 1929, χώρισαν το 1939, ξαναπαντρεύτηκαν το 1940 και παρέμειναν μαζί μέχρι τον πρόωρο θάνατό της Φρίντα το 1954, σε ηλικία 47 ετών.

Συχνά λέγεται ότι τα κορίτσια που μεγαλώνουν με αυτοπεποίθηση, έχουν καλές σχέσεις με τους πατεράδες τους. Αυτό συνέβη και τον πατέρα της Φρίντα Κάλο, που ήταν μορφωμένος, άθεος και είχε έρθει σε νεαρή ηλικία στο Μεξικό από τη Γερμανία για να γίνει φωτογράφος. Μεταξύ των πέντε θυγατέρων του, η Φρίντα – πολύ πνευματώδης, έξυπνη και ευχάριστη – ήταν το αγαπημένο του παιδί. Δυστυχώς στην ηλικία των έξι αρρώστησε από πολιομυελίτιδα, με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να είναι μικρότερο από το άλλο και ημιπαράλυτο. Η Φρίντα περιορίστηκε στο κρεβάτι της για εννέα μήνες, μια «αιωνιότητα» για έναν ενεργό νεαρό κορίτσι. Όταν κατάφερε τελικά να επιστρέψει στο σχολείο, ο πατέρας της πρότεινε να ασχοληθεί με τον αθλητισμό και διακρίθηκε στο ποδόσφαιρο, το κολύμπι και την πυγμαχία. Δυνάμωσε αρκετά, αλλά το δεξί της πόδι παρέμεινε αδύνατο. Για να αντισταθμίσει τη μοναξιά της, ο πατέρας της της έδωσε τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη και της δίδαξε την τέχνη της φωτογραφίας.

Όταν ήταν 15 ετών, η Φρίντα γράφτηκε στο διάσημο Escuela Nacional Preparatoria, όπου επικεντρώθηκε στη βιολογία με την ελπίδα να γίνει ιατρός μια μέρα. Επειδή ένιωθε ντροπή για το πόδι της, φορούσε έξτρα κάλτσες για να μη φαίνεται μικρότερο, αλλά φαινόταν να έχει ανακάμψει λίγο. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1925, στα 18 της ένα τραμ συγκρούστηκε με το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε. Υποβλήθηκε σε μεγάλο αριθμό εγχειρήσεων στη σπονδυλική στήλη και έκτοτε η ζωή της σημαδεύτηκε από πόνο και θλίψη για την αδυναμία της να κάνει παιδιά. Για ένα μήνα, ήταν βαριά τραυματισμένη στο νοσοκομείο και κανείς δεν πίστευε ότι θα επιβιώσει. Όταν έγινε καλά χρειάστηκε να κάτσει στο κρεβάτι για μήνες και δύο ολόκληρα χρόνια για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της.  Την επόμενη χρονιά, μια νέα ομάδα γιατρών εξέτασε τη σπονδυλική στήλη της και διαπίστωσε ότι η πρώτη ομάδα ιατρών δεν κατάφερε να δει ότι αρκετοί σπόνδυλοι είχαν θεραπευτεί με λάθος τρόπο. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να βάλει ξανά γύψο και να καθηλωθεί στο κρεβάτι.

«Ποτέ δεν σκέφτηκα να ασχοληθώ με τη ζωγραφική μέχρι το 1926, όταν ήμουν ακινητοποιημένη στο κρεβάτι. Το κρεβάτι ήταν σαν κόλαση γιατί δεν μπορούσα να κάνω τίποτα έτσι αποφάσισα να αρχίσω να ζωγραφίζω», είχε γράψει στον ιδιοκτήτη της γκαλερί Julien Levy. Αρχικά υποστήριζε ότι δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα της δουλειάς της, αλλά το 1927 ζήτησε την επαγγελματική γνώμη του διάσημου καλλιτέχνη Ντιέγκο Ριβέρα. Σύμφωνα με τα όσα ακούγονται, τον είχε βρει στην κορυφή μιας σκάλας τη ώρα που δούλευε μια τοιχογραφία, του ζήτησε να κατέβει και να ρίξει μια ματιά στο έργο της. «Κοίτα, δεν έχω έρθει για φλερτ. Έχω έρθει να σου δείξω τον πίνακά μου και θέλω να μάθω τη γνώμη σου», του είχε πει.

Ο Ριβέρα και η Φρίντα ήταν και οι δύο μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Μεξικού και ο Ριβέρα γοητεύτηκε από το μποέμικο στιλ και χαρακτήρα της Φρίντα. Τον Αύγουστο του 1929 παντρεύτηκαν. Αυτή ήταν μόλις 22 χρονών και εκείνος ένας 43χρονος καταξιωμένος καλλιτέχνης με δύο πρώην συζύγους και τρεις κόρες. Τα πρώτα χρόνια του γάμου, μόλις η Φρίντα άρχισε να αναρρώνει από το ατύχημα εκτελούσε το ρόλο της υποδειγματικής γυναίκας. Έχει αφιερωθεί εξολοκλήρου στον άνδρα της και στις δουλειές του σπιτιού. Το 1930 ταξίδεψαν στο Σαν Φρανσίσκο, για να ζωγραφίσει ο Ριβέρα μια τοιχογραφία. Στο πλαίσιο της δουλειάς γνώρισε τη διάσημη τενίστρια Helen Wills και εξαφανίστηκε μαζί της για λίγες μέρες.


Η Φρίντα πέρασε πολύ δύσκολα και υπέφερε με τις συνεχόμενες εξωσυζυγικές σχέσεις του Ντιέγκο, ο οποίος δεν είχε καμία πρόθεση να σταματήσει παρά τον πόνο που προκαλούσε. Της εξηγούσε υπομονετικά ότι δεν ήταν υπέρ της μονογαμίας και ότι θεωρούσε τη σεξουαλική επαφή με άλλα άτομα απαραίτητη. Η Φρίντα φώναζε με μανία, χτυπιόταν και κλείδωνε τον Ριβέρα έξω από την κρεβατοκάμαρά της. Αυτός της έκανε αντίποινα φέρνοντας στο σπίτι νέες ερωμένες, ενώ η Φρίντα πολλές φορές έπαιρνε την εκδίκηση της αποπλανώντας τες κάποιες φορές, όπως αναφέρει το National Geographic.

Η Φρίντα είχε χιούμορ και ήταν φιλόδοξη. Μπορεί να είχε αρχίσει να ζωγραφίζει για να διασκεδάσει κατά τη διάρκεια της ανάρρωσής της, αλλά από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 ήταν αποφασισμένη να αφήσει το σημάδι της. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο Ντιτρόιτ εκείνη την περίοδο ζωγράφισε δύο αριστουργήματα, «Henry Ford Hospita» και «My Birth». Η τελευταία απεικονίζει μια γυναίκα, πιθανότατα την ίδια την Φρίντα, που γεννά τον εαυτό της.

Το καλοκαίρι του 1938, στην ηλικία των 31 ετών, η Φρίντα πούλησε το πρώτο της έργο. Ο ηθοποιός Edward G. Robinson ήταν συλλέκτης έργων τέχνης και ενώ ήταν στην πόλη του Μεξικού αγόρασε τέσσερις πίνακες για 200 δολάρια τον καθένα. Ο γάλλος καλλιτέχνης André Breton ανακάλυψε επίσης το έργο της και χαρακτήρισε το στιλ ζωγραφικής της ως υπερρεαλιστικό. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, η Φρίντα ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για την πρώτη ατομική της έκθεση, στη γκαλερί Julien Levy.


Η Φρίντα μπορεί να ήθελε να βγάλει λεφτά, αλλά πάντα έβαζε πάνω από όλα την τέχνη της και ζωγράφιζε μόνο ότι την εξέφραζε και την ευαισθητοποιούσε, ότι είχε στην καρδιά της και εκείνη την περίοδο την είχε κυριεύσει η απελπισία. Ο γάμος της τελείωσε, εξαιτίας της τελευταίας εξωσυζυγικής σχέσης του Ντιέγκο, με την αδερφή της Φρίντας, Χριστίνα, κάτι που την πλήγωσε βαθύτατα.

Το 1939 παίρνουν διαζύγιο και ίσως να έμεναν για πάντα σε διάσταση, αν δεν είχε δολοφονηθεί ο εξόριστος Λέων Τρότσκι με τον οποίο είχε δεσμό η Φρίντα Κάλο. Αρκετά χρόνια νωρίτερα, ενώ η Φρίντα και ο Ντιέγκο εξακολουθούσαν να είναι σχετικά χαρούμενοι, ο Τρότσκι και η σύζυγός του έφθασαν στην Πόλη του Μεξικό για να ζήσουν μαζί τους, αφού είχαν διωχθεί από τη Σοβιετική Ένωση. Εκεί ξεκινάει το φλερτ μεταξύ τους και η γυναίκα του Τρότσκι παθαίνει κατάθλιψη. Ο Λέων κατάφερε να γλιτώσει από πολλές απόπειρες δολοφονίας από τους σταλινικούς της Σοβιετικής Ένωσης, μέχρι που δολοφονήθηκε στις 20 Αυγούστου 1940. Η Φρίντα και ο Ντιέγκο, που ζούσαν χωριστά ήταν κι οι δύο ύποπτοι. Ο Ριβέρα έφυγε στο Σαν Φρανσίσκο, ενώ η Φρίντα τέθηκε υπό κράτηση για ανάκριση. Απελευθερώθηκε μετά από λίγες μέρες και έφυγε κι αυτή για το Σαν Φρανσίσκο για να συναντήσει έναν οικογενειακό γιατρό για μια χρόνια λοίμωξη. Στο Σαν Φρανσίσκο, η Κάλο ξαναπαντρεύονται τον Ντιέγκο και δημιουργεί τα περισσότερα αριστουργήματα της.

Η έμπνευση είναι μυστήρια στην πολυπλοκότητά της, καθώς φαίνεται να πηγάζει κυρίως από την απελπισία της, τη μοναξιά και την εμμονή με το ταλαιπωρημένο σώμα της. Μέχρι σήμερα, το πλήρες ιατρικό ιστορικό της παραμένει άγνωστο. Λέγεται ότι είχε 30 χειρουργικές επεμβάσεις καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής της, οι περισσότερες από τις οποίες προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις ζημιές από το ατύχημα με το λεωφορείο που είχε υποστεί στα 18. Οι γιατροί διαφωνούσαν για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και το 1944 ο χρόνιος πόνος στην πλάτη της επιδεινώθηκε.

Τα μοσχεύματα των οστών της ανέπτυξαν λοιμώξεις, με αποτέλεσμα να χρειάζεται να κάνει εξαιρετικά επώδυνες ενέσεις. Η κακή κυκλοφορία του αίματος σε συνδυασμό με την διατροφή της, είχαν ως αποτέλεσμα να ξυπνήσει μια μέρα με τα δάχτυλα των ποδιών της μαύρα, ενώ στη συνέχεια το πόδι της ακρωτηριάστηκε κάτω από το γόνατο. Η Ντιέγκο φαίνεται να τη στήριζε στις δύσκολες στιγμές, όταν ο πόνος γινόταν διαχειρίσιμος την εγκατέλειπε και πάλι.

Όταν η Φρίντα πέθανε το 1954 στην ηλικία των 47 ετών, ήταν γνωστή κυρίως ως η «εξωτική μικρόσωμη γυναίκα του Ντιέγκο Ριβέρα». Η άνοδος του φεμινισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1970 την έκανε γνωστή και τότε αναγνωρίστηκε περισσότερο το έργο της. Η κριτικός τέχνης Tamsin Wilton έχει τονίσει τη σημασία της Φρίντα Κάλο ως queer καλλιτέχνιδος. Περισσότερο καλλιτεχνικά σημαντική από τις αμφιφυλοφιλικές σχέσεις της Κάλο, σημειώνει η Wilton, ήταν η τολμηρή χρήση κοστουμιών με τα οποία αμφισβητούσε τις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Τη μοναξιά που βίωνε την αντιμετώπισε ζωγραφίζοντας τον εαυτό της. «Ζωγραφίζω τον εαυτό μου γιατί τον περισσότερο καιρό είμαι μόνη και γιατί είναι το πρόσωπο που γνωρίζω καλύτερα από όλα τα άλλα», έλεγε η ίδια. Η Φρίντα Κάλο ήταν η πρώτη ίσως ζωγράφος που τόλμησε να παραβιάσει τους κανόνες που όριζαν ως τότε την τέχνη αλλά και από τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής της που έζησε με τόση ελευθερία και ένταση. Μπορεί να έφυγε νωρίς από τη ζωή αλλά το έργο, η δυναμική προσωπικότητά της και το ιδιαίτερο στιλ της, θα μείνουν ανεξίτηλα στον χρόνο.