Από την χθεσινή ψήφιση του νόμου Χατζηδάκη στην Βουλή εκείνο που μένει είναι ένα από τα πιο αντεργατικά πλέον θεσμικά πλαίσια σε όλη την Ευρώπη, το βαριά πολωμένο πολιτικό κλίμα και μια απομονωμένη κυβέρνηση.

Το νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε μόνον από τους 158 βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, οι 142 βουλευτές της αντιπολίτευσης καταψήφισαν τον σκληρό πυρήνα των διατάξεών του, ενώ τα περιφερειακά άρθρα που έτυχαν ευρείας συναίνεσης – όπως εκείνα για τις πατρικές άδειες και την σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία – δεν αναιρούν το πλαίσιο της μετωπικής σύγκρουσης που διαμορφώθηκε.

O Aλεξης Τσίπρας χρέωσε στον πρωθυπουργό ότι «αποκαθήλωσε το εργασιακό δίκαιο», ο Δημήτρης Κουτσούμπας είπε ότι το εργασιακό νομοσχέδιο «είναι για τα σκουπίδια», η Φώφη Γεννηματά δεσμεύτηκε για ανατροπή του νόμου Χατζηδάκη «όταν το επιτρέψουν οι πολιτικοί συσχετισμοί», κι ο Γιάνης Βαρουφάκης προειδοποίησε ότι «θα σας πολεμήσουμε σε κάθε γωνιά της χώρας».

Σπάνια μια κυβέρνηση, εκτός μνημονιακής περιόδου, έχει βρει απέναντί της τόσο σκληρό αντιπολιτευτικό τείχος. Δεν πρόκειται ούτε για συμπαγές πολιτικό μέτωπο, ούτε για προγραμματική αντιπολιτευτική συμμαχία – πρόκειται όμως πια για δυνάμει αντικυβερνητικό μέτωπο. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, παρά τους απαξιωτικούς για την αντιπολίτευση τόνους και τον μεταρρυθμιστικό οίστρο του στην υπεράσπιση του νόμου, δεν ήταν αυτή η επιθυμητή εξέλιξη.

Φάνηκε από την αγωνία του να αποσυνδέσει τον Αλέξη Τσίπρα από την κεντροαριστερά – «να σας πως ένα μυστικό; Δεν είστε Ανδρέας Παπανδρέου» -, από το άγχος της ατάκας και του (ατυχούς) χιούμορ – «δεν θα αναλάμβανα διαχειριστής σε πολυκατοικία που έχετε χτίσει εσείς ως πολιτικός μηχανικός» -, και φάνηκε επίσης από την σκληρή επίθεσή του στην Φώφη Γεννηματά.

«Κυρία Γεννηματά άκουσα ένα κρεσέντο μηδενισμού, με αφορισμούς, με αναμάσημα ξεπερασμένων κλισέ, όλα μαύρα στην χώρα και στο νομοσχέδιο. Είχα την εντύπωση πως άκουγα τον κ. Τσίπρα», είπε στην πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ με εμφανή εκνευρισμό.

Ο λόγος αυτού του εκνευρισμού δεν είναι οι γέφυρες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ που, ανεξαρτήτως πολιτικών επιθυμιών, εξακολουθούν να μην υφίστανται.
Ο λόγος είναι πως αυτό το αντικυβερνητικό μέτωπο που διαμορφώνει ντε φάκτο ο νέος εργασιακός νόμος δεν εξυπηρετεί τον σχεδιασμό του Μαξίμου σε δύο επίπεδα: Αφενός ακυρώνει την προσπάθειά του να αντιστρέψει το δίπολο προόδου – συντήρησης εμφανίζοντας την ΝΔ ως «προοδευτική μεταρρυθμιστική δύναμη». Όταν όλη η αντιπολίτευση, από το κέντρο έως την αριστερά, και όλοι οι κοινωνικοί φορείς απορρίπτουν την κορωνίδα των «μεταρρυθμίσεων», η αυτοανακήρυξη της κυβέρνησης σε φορέα προόδου δεν αρκεί. Ούτε πείθει.

Αφετέρου, το σκληρό αντικυβερνητικό μπλοκ θολώνει και τις γραμμές του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην συμμάχησε (ούτε πρόκειται να συμμαχήσει) με το ΚΚΕ, να μην τα βρίσκει με τον Γιάνη Βαρουφάκη, και να βιώνει διαρκή, και αμοιβαία, καχυποψία με το ΚΙΝΑΛ, αλλά πλέον δεν μοιάζει κόμμα ανάδελφο – τουλάχιστον όχι εντός Βουλής. Κι αυτό δεν διευκολύνει ούτε το αφήγημα της μάστιγας και της απειλής του «λαϊκισμού», ούτε τα σχέδια του θεσμικού αποκλεισμού της αριστεράς από την εξουσία…