Πρωτογενές έλλειμμα 3,424 δισ. ευρώ κατέγραψε στο τέλος Μαρτίου ο κρατικός προϋπολογισμός με τα έσοδα να κινούνται «υποτονικά» και τις δαπάνες να είναι χαμηλότερες των κυβερνητικών προβλέψεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2021 το ύψος των καθαρών εσόδων στο τέλος Μαρτίου ανήλθε σε 11,49 δισ. ευρώ παρουσιάζοντας μείωση κατά 669 εκατ. ευρώ ή 5,5% έναντι της εκτίμησης για το αντίστοιχο διάστημα που έχει περιληφθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2021.

Τα συνολικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 12,481 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 733 εκατ. ευρώ ή 5,5% έναντι του στόχου. Τα έσοδα από φόρους ανήλθαν σε 10,54 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 326 εκατ. ευρώ ή 3% έναντι του στόχου που έχει περιληφθεί στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2021.

Οι επιστροφές εσόδων ανήλθαν σε 983 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 64 εκατ. ευρώ από το στόχο (1,047 δισ. ευρώ,). Τα έσοδα του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) ανήλθαν σε 1,112 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 303 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.

Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για την περίοδο του Ιανουαρίου – Μαρτίου 2021 ανήλθαν στα 17,22 δισ. ευρώ και παρουσιάζονται μειωμένες κατά 1,549 δισ. ευρώ, έναντι του στόχου (18,771 δισ. ευρώ).

Σημαντικό μέρος των υπό κατανομή πιστώσεων που επρόκειτο να μεταφερθούν στην κατηγορία των μεταβιβάσεων εντός της περιόδου Ιανουαρίου – Μαρτίου, τελικά δεν μεταφέρθηκαν, κυρίως διότι υπήρξε μεταγενέστερη του προϋπολογισμού απόφαση, να εξυπηρετηθεί μερικώς το μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής και από πόρους του ΠΔΕ.

Οι ταμειακές πληρωμές που σχετίζονται με τα εξοπλιστικά προγράμματα του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (κατηγορία αποκτήσεων παγίων περιουσιακών στοιχείων), κινήθηκαν αυξητικά σε σχέση με τον αρχικό στόχο κατά 437 εκατ. ευρώ, προς εξυπηρέτηση των σχετικών συμβάσεων. Ομοίως αυξητικά κινήθηκαν και οι δαπάνες τόκων κατά 216 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αρχικό στόχο.

Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σημείωσαν αύξηση σε σχέση με τον στόχο κατά 1,297 δισ. ευρώ (πληρωμές 2,192 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 895 εκατ. ευρώ), κυρίως λόγω των αυξημένων πληρωμών του μέτρου της επιστρεπτέας προκαταβολής.