Στις 29 Μαρτίου του 1982 έφυγε από τη ζωή ο Γερμανός συνθέτης Carl Orff, ο οποίος έγινε γνωστός κυρίως για το έργο του Carmina Burana, ένα έργο το οποίο βασίστηκε στα 24 μεσαιωνικά ποίημα του χειρόγραφου Carmina Burana ή αλλιώς Τραγούδια από την Beuern. Ο Orff ανέπτυξε επίσης μια ιδιαίτερη μεθοδολογία διδασκαλίας της μουσικής σε παιδιά, ενθαρρύνοντας τη δημιουργικότητά τους, η οποία θεωρείται από τις πλέον αξιοσημείωτες.

Ο γεννημένος στο Μόναχο, στις 10 Ιουλίου του 1895, Carl Orff ξεκίνησε να μελετά πιάνο σε ηλικία 5 ετών, ενώ μέχρι τα 10 του είχε ήδη δημοσιεύσει διήγημα σε παιδικό περιοδικό, έγραψε και έπαιζε παραστάσεις κουκλοθεάτρου για την οικογένειά του ενώ συνέθετε μουσική για πιάνο, βιολί και άλλα όργανα προκειμένου να τις συνοδεύει. Στην εφηβεία του έγραφε τραγούδια, βασισμένα στη γερμανική ποίηση κυρίως, ενώ έμαθε σύνθεση χωρίς δάσκαλο, μόνος του, μελετώντας τα έργα των κλασικών συνθετών. Το 1911, σε ηλικία 16 ετών, δημοσιεύθηκαν τα πρώτα μουσικά έργα του, τα οποία θύμιζαν το ύφος του Richard Strauss και άλλων Γερμανών συνθετών, με εμφανή όμως τα χαρακτηριστικά που εν καιρώ θα γινόταν η δική του προσωπική μουσική. Την ίδια χρονιά έγραψε ένα μεγάλο έργο για τρεις χορωδίες και ορχήστρα, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», op.14, βασισμένο στο ομώνυμο φιλοσοφικό έργο του Friedrich Nietzsche. Επηρεασμένος από τον Γάλλο ιμπρεσιονιστή συνθέτη Claude Debussy, άρχισε να χρησιμοποιεί πιο πολύχρωμους, ασυνήθιστους συνδυασμούς οργάνων στην ενορχήστρωσή του.

Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Μουσική Ακαδημία του Μονάχου, υπηρέτησε στον Στρατό, όπου τραυματίστηκε σοβαρά στα χαρακώματα. Μετά τον πόλεμο επέστρεψε στο Μόναχο για να συνεχίσει τις σπουδές του. Επηρεασμένος, όπως πολλοί από τους σύγχρονούς του, από τον Igor Stravinsky και άρχισε να σχηματίζει την ιδέα αυτού που αποκαλούσε βασική μουσική, η οποία στηριζόταν στην ενότητα των τεχνών – κάτι που συμβόλιζαν οι αρχαιοελληνικές Μούσες (από τις οποίες προέρχεται άλλωστε και η λέξη μουσική), και περιλάμβανε το χορό, την ποίηση, την εικόνα, το σχέδιο, την τονικότητα και το θέατρο. Παρά το θαυμασμό του για τον Stravinsky, ο ίδιος έκλινε προς «βαριά» έργα με ρίζες φολκορικές, με αναφορές σε αρχαίες παραδόσεις. Ξεκίνησε να προσαρμόζει παλαιότερα έργα για θεατρική παράσταση, μεταξύ των οποίων και το L’Orfeo (1607) του Claudio Monteverdi.

Η εκδοχή του Orff, Orpheus, παρουσιάστηκε το 1925 στο Mannheim, υπό τη διεύθυνση του ιδίου, με τη χρήση οργάνων που είχαν χρησιμοποιηθεί και κατά την παράσταση του 1607. Από το 1925 κι έως το τέλος της ζωής του ήταν επικεφαλής ενός τμήματος και συνιδρυτής του Σχολείου Guenther, όπου και ανέπτυξε την μέθοδό του για τη μουσική εκπαίδευση. Το διασημότερο έργο του Carl Orff, Carmina Burana, είναι εμπνευσμένο από το σημαντικό χειρόγραφο μιας συλλογής λατινικών και γερμανικών μεσαιωνικών ποιημάτων που ανακαλύφθηκε το 1803 στη βιβλιοθήκη του Μοναστηριού των Βενεδικτίνων, Benediktbeuern, κοντά στο Μόναχο. Τα γραμμένα από μοναχούς και τροβαδούρους, τα ποιήματα γοήτευσαν τον συνθέτη με το ύφος τους, ο οποίος συνέθεσε σκαμπρόζικα τραγούδια για σολίστες και χορωδίες. Το γνωστότερο κομμάτι από το έργο, το οποίο συχνά εσφαλμένα αποκαλείται Carmina Burana, δεν είναι άλλο από τo O Fortuna.

Η Carmina Burana αποτελεί το πρώτο μέρος της μιας τριλογίας βασισμένης σε λατινικά κείμενα, με τίτλο Trionfi (Θρίαμβοι). Η Carmina Burana ενθουσίασε το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας, ενώ το γεγονός ότι ο Orff ήταν ένας από τους λίγους Γερμανούς συνθέτες που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα των ναζιστών για να συνθέσει μουσική για το Όνειρο Θερινής Νυκτός, μετά την απαγόρευση της μουσικής του Felix Mendelssohn (επειδή ήταν εβραίος), προκάλεσαν πολλά σχόλια για τη σχέση του συνθέτη με τους ναζιστές του Αδόλφου Χίτλερ. Οι υπέρμαχοι όμως του Orff υποστηρίζουν ότι ο συνθέτης είχε δημιουργήσει μουσική για το έργο αυτό ήδη από το 1917, πολύ καιρό προτού η μουσική του κερδίσει την εύνοια του καθεστώτος.

Παρόλα αυτά, η Carmina Burana έκανε το όνομα του Orff γνωστό στους ναζιστικούς κύκλους διανόησης. Ο Orff υπήρξε φίλος με τον εκ των ιδρυτών του αντιστασιακού Λευκού Ρόδου, Kurt Huber, τον οποίο οι ναζί εκτέλεσαν το 1943.  Όταν η απελπισμένη σύζυγος του Huber ζήτησε από τον συνθέτη να μεσολαβήσει για να σωθεί, ο Orff αρνήθηκε λέγοντας ότι αν γινόταν γνωστή η φιλία τους, τότε αυτό θα σήμαινε την «καταστροφή του». Αργότερα, κυριευμένος από τύψεις θα συντάξει μια επιστολή προς τον αποθανόντα φίλο του, ικετεύοντας για συγχώρεση. Μετά τον πόλεμο, τα περισσότερα έργα του βασίστηκαν σε αρχαιοελληνικούς μύθους – Αντιγόνη (1949), Οιδίπους Τύρρανος (1958), Προμηθέας Δεσμώτης (1967) κ.α. Ο Orff παντρεύτηκε τέσσερις φορές και απέκτησε μια κόρη από τον πρώτο γάμο, με την οποία όμως δεν είχε σχέσεις. Ο Carl Orff πέθανε στις 29 Μαρτίου του 1982, σε ηλικία 86.