Μπορεί το όνομα Bush να είναι γνωστό από την αμερικάνικη οικογένεια που ασχολήθηκε με την πολιτική, αλλά υπάρχει κάποιος με το ίδιο επώνυμο που λίγοι θυμούνται στη σύγχρονη ιστορία. Ο λόγος για τον Vannevar Bushεπιστήμονα, μηχανικό και ειδικό πάνω σε θέματα τεχνολογίας και έρευνας, ο οποίος καμία σχέση δεν είχε με την οικογένεια των πολιτικών.

Όχι μόνο ήταν ένας εξαιρετικός επιστήμονας αλλά, όπως τονίζουν ο Alan Greenspan και ο Adrian Wooldridge στο βιβλίο «Capitalism in America», ο Bush «έπαιξε κομβικό ρόλο περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον για να ανυψώσει τη θέση της επιστήμης στην αμερικανική πολιτική ατζέντα και να εμπνεύσει τον ιδιωτικό τομέα, τον ακαδημαϊκό κόσμο και την κυβέρνηση σχετικά με την τεχνολογία. Oι περισσότεροι θεωρούν τον Τιμ Μπέρνερς Λι ως πατέρας του Ίντερνετ, όμως δεν θα είχε καταφέρει να δημιουργήσει το πρωτόκολλο http (hypertext transfer protocol), δηλαδή τη «γλώσσα» επικοινωνίας των υπολογιστών στο διαδίκτυο χωρίς τη βάση εργασιών του Vannevar Bush.

Γιος του υπουργού Unitarian, ο Vannevar Bush (1890-1974) γεννήθηκε και σπούδασε στη Μασαχουσέτη. Πήρε τα πτυχίο του από το πανεπιστήμιο Tufts και εργάστηκε στην εταιρία General Electric για μικρό χρονικό διάστημα πριν επιστρέψει στο πανεπιστήμιο για να κάνει το διδακτορικό του το 1916 στην ηλεκτρονική μηχανική, σε ένα πρόγραμμα που υπάρχει τόσο στο MIT όσο και στο Harvard. Πέρασε τη δεκαετία του 1920 και τη δεκαετία του 1930 στο MIT. Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών ίδρυσε την εταιρεία Raytheon και έγινε γνωστός ως μηχανικός / εφευρέτης των αναλογικών υπολογιστών, ιδίως με την ανάπτυξη μιας μηχανής (του Differential Analyzer) που θα μπορούσε να λύσει προβλήματα που δεν μπορούσαν να επιλύσουν οι ερευνητές. Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνάς του χρηματοδοτήθηκε από την κυβέρνηση (το Ναυτικό των ΗΠΑ), αλλά και από ιδρύματα όπως το Rockefeller, σύμφωνα με την mondediplomatique.

Διορίζεται αντιπρόεδρος και κοσμήτορας του τμήματος της μηχανικής στο MIT το 1932, και χρησιμοποίιεί τις γνώσεις του για να ανεβάσει το στάτους της επιστήμης και της μηχανικής στον αμερικανικό πολιτισμό και να οικοδομήσει ισχυρότερες ερευνητικές σχέσεις μεταξύ του ακαδημαϊκού κόσμου, του ιδιωτικού τομέα και της κυβέρνησης. Στη συνέχεια εξελέγη πρόεδρος του Ινστιτούτου Carnegie (τώρα γνωστό ως Carnegie Institution for Science), μετακόμισε στην Ουάσινγκτον, όπου και ανέλαβε γρήγορα ηγετικούς ρόλους σε επιστημονικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης. Το 1940 έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Έρευνας για την Άμυνα (NDRC), έναν οργανισμό που δημιουργήθηκε για το συντονισμό, την επίβλεψη και τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας σχετικά με τα προβλήματα που έχουν σχέση με την ανάπτυξη, παραγωγή και χρήση μηχανισμών και συσκευών πολεμικής πολιτικής στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να μπει στο Γραφείο Επιστημονικής Έρευνας και Ανάπτυξης, στο οποίο ήταν διευθυντής από το 1941 μέχρι το 1947.

Παράλληλα ο Bush ήταν υπεύθυνος του συντονισμού των επιστημονικών προγραμμάτων της κυβέρνησης που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, τα οποία αφορούσαν κυρίως την στρατιωτική έρευνα. Το υπόβαθρο, οι επαφές και οι ικανότητες του Bush οδήγησαν σε εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπως βελτιώσεις στην τεχνολογία ραντάρ αλλά και στην ανάπτυξη της ατομικής βόμβας. Ο Bush και ο ρόλος του στον πόλεμο αναγνωρίστηκαν μετά από χρόνια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι δύο δημοσιεύσεις που σχετίζονται με τον Bush αποδείχτηκαν ιδιαίτερα σημαντικές στη μεταπολεμική περίοδο. Το 1945 ο Bush, τότε σύμβουλος του Φραγκλίνου Ρούσβελτ πάνω σε θέματα τεχνολογίας και έρευνας, σε άρθρο του στο περιοδικό «Atlantic Monthly» με τίτλο «As we may think» περιγράφει την Memex, μια υποθετική μηχανή που επέτρεπε – μεταξύ άλλων – τη διασύνδεση της υπάρχουσας ανθρώπινης γνώσης και την εύκολη πλοήγησή της, δημιουργώντας την παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια. Η δυνατότητα της μηχανής Memex να συσχετίζονται γνώσεις είναι εμπνευσμένη από τον συσχετιστικό τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Σήμερα, ο παγκόσμιος ιστός θεωρείται μία υλοποίηση της υποθετικής αυτής μηχανής.

Η δεύτερη δημοσίευση του με τίτλο «Science, The Endless Frontier», ήταν εξίσου σημαντική, καθώς μιλούσε για την υποθετική δημιουργία αυτού που σήμερα είναι γνωστό ως Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, το οποίο ιδρύθηκε επίσημα το 1950.

Παρόλο που ο Bush ξεχάστηκε τις επόμενες δεκαετίας του, οι γνώσεις του, οι ικανότητες του και η κριτική του άποψη για τις δυνατότητες της επιστήμης, ήταν προφητικές. Και η αμερικανική επιστημονική ηγεσία στον κόσμο σήμερα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο όραμα που είχε τότε.