Ένα χρόνο τώρα εργαζόμενοι και επιστήμονες επισημαίνουν την ανάγκη για λήψη ουσιαστικών μέτρων προστασίας από το νέο κορονοϊό στους χώρους εργασίας, όμως εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν έχουν γίνει αρκετά.

Ο θάνατος ενός υπαλλήλου σούπερ μάρκετ στον Πειραιά την περασμένη Κυριακή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και οδήγησε το Σύλλογο Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας να οργανώσει συνέντευξη Τύπου στην οποία περιέγραψε την κατάσταση που βιώνουν οι εργαζόμενοι στις μεγάλες αλυσίδες και επανέλαβε ακόμα πιο εμφατικά τις απαιτήσεις του προς την κατεύθυνση της προστασίας των εργαζομένων.  

«Ο συνάδελφος μας δεν έφυγε από τη ζωή λόγω ατομικής ανευθυνότητας μιας που συνεχίζει ακλόνητη η μεταφορά της ευθύνης στον καθένα από εμάς. Ο συνάδελφος έφυγε από κορονοϊό την Κυριακή όταν τη Δευτέρα ήταν κανονικά στο πόστο του, όταν στο ίδιο κατάστημα αυτή τη στιγμή μετράμε επιπλέον 4 κρούσματα και τα οποία αυξάνονται», είπαν οι ομιλητές στη συνέντευξη Τύπου.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη παρέμβαση του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας μέσα στην πανδημία. Οι εργαζόμενοι έχουν όλους τους προηγούμενους μήνες τονίσει την ανάγκη λήψης ουσιαστικών μέτρων προστασίας. «Η τραγική απώλεια τους συναδέλφου μας επιβεβαιώνει τις καταγγελίες που έχουμε κάνει όλο αυτό το διάστημα γύρω από τα μέτρα προστασίας και δεν εμφανιζόμαστε τώρα ως μετά Χριστόν προφήτες», είπαν.

Τι συμβαίνει στο τρίτο κύμα

Οι μαρτυρίες των εργαζόμενων φαίνεται να «κουμπώνουν» με τις παρατηρήσεις των επιστημόνων σχετικά με το χαμηλότερο μέσο όρο ηλικίας των ασθενών covid-19 σε αυτό το τρίτο κύμα που συνδέεται με τη μετάδοση του ιού σε χώρους εργασίας και ΜΜΜ.

«Από τη Δευτέρα ως σήμερα μπορούμε με ευθύνη να παρουσιάσουμε πως αυτή τη στιγμή και μόνο από καταγγελίες των εργαζομένων που φτάνουν σε εμάς έχουμε τριψήφιο αριθμό κρουσμάτων σε πάνω από 30 καταστήματα, σε κεντρικά γραφεία και αποθήκες όλων ανεξαιρέτως των επιχειρηματικών ομίλων. Και αφήνουμε εκτός καταστήματα που υπάρχουν προληπτικές καραντίνες λόγω συμπτωμάτων σε εργαζόμενους», ανέφεραν οι ομιλητές στη συνέντευξη Τύπου.

Την ίδια ώρα ο Σύλλογος μεταφέρε καταγγελίες μελών σύμφωνα με τις οποίες σε πάρα πολλά καταστήματα και αποθήκες «η εργοδοσία προχώρησε σε ανάκληση αδειών και ρεπό, επιβάλλει 10ωρη έως και 14ωρη απασχόληση, ασκεί πιέσεις για να πάνε οι συνάδελφοί για δουλειά στις αποθήκες τις Κυριακές και την Καθαρά Δευτέρα». Και έκαναν λόγο για «άθλια τακτική των αλυσίδων των super market να κρύβουν κρούσματα και να τα θάβουν».

Να αναγνωριστεί ο θάνατος ως εργατικό ατύχημα

Από το σύνολο της εισήγησης που διαβάστηκε στη συνέντευξη Τύπου και είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα του Συλλόγου, προκύπτει η απαίτηση των εργαζομένων το Κράτος να αναγνωρίσει θεσμικά την covid-19 ως κίνδυνο που αφορά με τρόπο ειδικό τους εργαζόμενους στα καταστήματα.

«Το ελάχιστο που έχει να κάνει το κράτος για να προστατεύσει τη ζωή των εργαζομένων που με δική του απόφαση όλους αυτούς τους μήνες εργάζονται νύχτα μέρα και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, είναι να αναγνωριστούν αυτές οι απώλειες όπως και ο θάνατος του συναδέλφου μας στο σούπερ μάρκετ, ως εργατικά ατυχήματα καθώς υπάρχει δεδομένος επαγγελματικός κίνδυνος», είπαν συγκεκριμένα.

Δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους

Οι ομιλητές έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στον «τοίχο» που συνάντησαν στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν την ευθύνη για το θάνατο του συναδέλφου τους και τα εκατοντάδες κρούσματα.  «Μας έφτασαν στο σημείο από τον ΕΟΔΥ να μας μεταφέρουν στην πολιτική προστασία και στη συνέχεια με ένα εκπληκτικό γαϊτανάκι «μη ευθύνης» το μπαλάκι των αρμοδιοτήτων για να απαντηθούν σημαντικά ερωτήματα για μέτρα προστασίας και για την ιχνηλάτηση να καταλήγει σε ένα τηλέφωνο του υπουργείου Πολιτισμού…»

Ο Σύλλογος Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας υπογραμμίζει ότι «δεν είναι ανεκτό εργαζόμενοι που έχουν υποκείμενα νοσήματα και είναι στις ευπαθείς ομάδες, να βρίσκονται στους χώρους δουλειάς είτε γιατί τους ασκούνται πιέσεις από την εργοδοσία είτε γιατί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τα 534 ευρώ λόγω αναστολής της σύμβασης τους».

Για το λόγο αυτό ζητούν ενίσχυση και συνεχή παρουσία στους χώρους εργασίας των ελεγκτικών μηχανισμών του Κράτους: «Δεν μπορούμε να δεχτούμε ως φυσιολογικό φαινόμενο και ιδιαίτερα σε συνθήκες πανδημίας την ανεπάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών. Δε γίνεται να τους ψάχνουμε και να τους τραβάμε κυριολεκτικά από το μανίκι για να έρθουν στους χώρους δουλειάς. Δε ρίχνουμε ευθύνες στους εργαζόμενους στα ΚΕΠΕΚ και τις επιθεωρήσεις αλλά στη συνειδητή κυβερνητική απαξίωση των ελεγκτικών μηχανισμών που τους αφήνει εδώ και χρόνια γυμνούς και είναι ανεπαρκείς αριθμητικά καθώς δε φτάνουν για να καλύψουν μεγάλα γεωγραφικά μήκη και πλάτη σε κάθε περιοχή με εκατοντάδες χώρους δουλειάς».

Επιστήμονες ενισχύουν τα λεγόμενα των εργαζομένων

Όπως σημειώσαμε και παραπάνω, οι καταγγελίες και επισημάνσεις των εργαζομένων συνάδουν απόλυτα με τις παρατηρήσεις πολλών επιστημόνων που εντοπίζουν την απουσία ουσιαστικών μέτρων προστασίας. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του ερευνητή Γιώργος Παυλάκης από τις ΗΠΑ που χαρακτήρισε το lockdown «καραντίνα μούφα»: «Αυτό το lockdown δεν είναι τίποτα τρομερό, όταν είναι ανοιχτά εργοστάσια, ΜΜΜ, επιχειρήσεις και μετακινείται τόσος κόσμος» είπε, και προειδοποίησε ότι «θα είναι τρέλα να ανοίξει η αγορά και τα σχολεία».

Ιδιαίτερα αυστηρή στην τελευταία της τοποθέτηση ήταν και η καθηγήτρια Επιδημιολογίας Αθηνά Λινού, η οποία μάλιστα αναφέρθηκε και στο κρίσιμο θέμα των ιατρών εργασίας: «Αν δεν πάμε στις βιομηχανίες, όπου είναι αναγκαστική η φυσική παρουσία, να πάνε γιατροί να εκτιμήσουν για τον καθένα τον κίνδυνο, θα συνεχίσουμε να έχουμε πρόβλημα, το οποίο δεν θα λυθεί από το κλείσιμο και θα καταστρέφουμε την οικονομία».