Ηεισαγγελική έρευνα που ξεκίνησε στη Θεσσαλονίκη για την ύπαρξη ποινικών ευθυνών, λόγω καθυστέρησης στη λήψη μέτρων με αποτέλεσμα εκατοντάδες νεκρούς από Covid-19,  μετά και την κατάθεση του διευθυντή της Β΄ ΜΕΘ του νοσοκομείου «Παπανικολάου», Νίκου Καπραβέλου, στον πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, διαβιβάστηκε για να διενεργηθεί από τον εισαγγελέα Αθήνας, λόγω αρμοδιότητας, καθώς η έδρα της επιτροπής βρίσκεται στην πρωτεύουσα.

Γεγονός που προκαλεί αίσθηση, καθώς τα μέλη της Επιτροπής των λοιμωξιολόγων θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις και το ερώτημα είναι, θα κληθούν αυτοί ως ύποπτοι τέλεσης αξιόποινων πράξεων;

Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά στην ανάρτησή του στην προσωπική του σελίδα στο facebook, ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης, γνωστός από τη δίκη της Χρυσής Αυγής, «δηλαδή, λένε οι εισαγγελικές αρχές, αν τελέστηκε ποινικό αδίκημα, ύποπτοι τέλεσης είναι τα μέλη της Επιτροπής Λοιμωξιολόγων και όχι η κυβέρνηση. Φαίνεται πως οι γιατροί της Επιτροπής θα λειτουργήσουν όχι μόνο σαν πρόσχημα λήψης όλων των κυβερνητικών αποφάσεων, αλλά και ως “μπροστινοί” (ή “αυτοφωράκηδες” όπως λέμε μεταξύ μας) για τυχόν ποινικές ευθύνες».

Και σχολιάζει: «Έχουν καταλάβει τα μέλη της Επιτροπής το μέλλον που τους επιφυλάσσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη; Έχουν καταλάβει ότι το επόμενο βήμα είναι η κλήση του κ. Σωτήριου Τσιόδρα για να δώσει ανωμοτί εξηγήσεις ως ύποπτος τέλεσης αξιόποινων πράξεων;».

Πάντως η υπόθεση ενδεχομένως να λάβει και νέες διαστάσεις μετά και τις τελευταίες εξελίξεις. Στα νεα δεδομένα που δημιουργούνται είναι από τη μία οι δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος ανέφερε πως η κυβέρνηση παρά τις εισηγήσεις λοιμωξιολόγων για λήψη αυστηρότερων μέτρων πριν τον εορτασμό του Αγ. Δημητρίου αποφάσισε να μην προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση «σεβόμενη την παράδοση της πόλης και την Ορθοδοξία» με αποτέλεσμα, όπως είπε, να υπάρξει «διασπορά του ιού και η Θεσσαλονίκη να γίνει η πόλη που θρήνησε τα περισσότερα θύματα». 

Από την άλλη υπάρχουν και οι αποκαλύψεις για το παράλληλο σύστημα καταγραφής των κρουσμάτων που σύμφωνα με τα ρεπορτάζ είχε ως αποτέλεσμα να παραδίδονται ελλιπή ή καθυστερημένα στοιχεία στην Επιτροπή και άρα να υπάρχει πρόβλημα στην επιδημιολογική παρατήρηση.