Ιδιαίτερα αρνητική εικόνα έχουν οι πολίτες για τη δημοσιογραφία αλλά για τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με έρευνα του μεταπτυχιακού προγράμματος των Τμημάτων Ιστορίας και Πληροφορικής «Ιστορική Έρευνα Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες», που δημοσιεύει σήμερα η Εφημερίδα των Συντακτών.

Τα ευρήματα είναι χαρακτηριστικά ως προς το έλλειμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις πολιτών – ΜΜΕ. Το 84,6% πιστεύει ότι εξυπηρετούν επιχειρηματικά ή άλλα συμφέροντα. Παράλληλα, σχεδόν οκτώ στους δέκα θεωρούν ότι η δημοσιογραφία δεν είναι αντικειμενική. Μόνο οι εφημερίδες ανάμεσα στα υπόλοιπα μέσα ενημέρωσης εμπνέουν κύρος στους ερωτηθέντες, οι οποίο ωστόσο, σε ποσοστό 27,7% απαντούν ότι δεν αγοράζουν ποτέ εφημερίδες επιβεβαιώνοντας έτσι την κρίση της έντυπης δημοσιογραφίας.

Η διαδικτυακή έρευνα του Ιόνιου Πανεπιστηµίου, υπό την επιστηµονική καθοδήγηση του αντιπρύτανη, καθηγητή Κώστα Αγγελάκου, πραγµατοποιήθηκε κατά την α’ φάση του κορονοϊού και έρχεται να διερευνήσει τις νέες τάσεις και τους προβληµατισµούς στον χώρο της ενηµέρωσης, σε µια συγκυρία που τα ΜΜΕ παίζουν καθοριστικό ρόλο εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που επέβαλε η πανδηµία. Τα δύο βασικά στοιχεία που προέκυψαν ως συµπεράσµατα είναι η χαµηλή αξιοπιστία των πολιτών για τον Τύπο γενικά και η πρωτοκαθεδρία της τηλεόρασης και του διαδικτύου έναντι των υπόλοιπων µέσων.

Ειδικότερα, περισσότεροι από 8 στους 10 ερωτηθέντες αµφισβητούν κάθετα την ανεξαρτησία και αµεροληψία των ΜΜΕ, δηλώνοντας ότι αυτά εξυπηρετούν συµφέροντα. Παροµοίως, το 46,7% θεωρεί ότι η δηµοσιογραφία στην Ελλάδα είναι «λίγο αντικειµενική», το 31,6% «καθόλου αντικειµενική», ενώ στον αντίποδα, ότι είναι «αρκετά αντικειµενική» βρίσκεται µόλις το 18,6% και «πολύ αντικειµενική» το 1,9%.

Σχεδόν 7 στους 10 δηλώνουν ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορονοϊού ενηµερώθηκαν περισσότερο από τα ΜΜΕ για την επικαιρότητα. Συγκεκριµένα, το 65,7% απαντά ότι ενηµερώθηκε περισσότερο, το 22,1% το ίδιο µε πριν, το 10,5% λιγότερο και µόλις 1,8% δεν ενηµερώθηκε καθόλου.

Τηλεόραση και ιστοσελίδες ήταν οι βασικοί δίαυλοι επικοινωνίας των πολιτών µε την ειδησεογραφία και τις εξελίξεις που αφορούσαν την πορεία του ιού στη χώρα µας. Στο ερώτηµα από ποιες πηγές ενηµερωθήκατε, το 72,7% απαντά από την τηλεόραση και το 63,2% από τα σάιτ, γεγονός που καταδεικνύει τη δυναµική τους σε συνθήκες κρίσης όπως αυτή της πανδηµίας. Ισχυρά ερείσµατα έχουν και τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, µε 51,1%, ενώ µικρότερη είναι η δυναµική του ραδιοφώνου, µε 16,6%, και ελάχιστη η επιρροή των εφηµερίδων, µε 8,8%.

Πιο αναλυτικά, το 39,3% δηλώνει ότι η τηλεόραση ήταν η βασική πηγή ενηµέρωσης, ακολουθούν σε απόσταση αναπνοής οι ενηµερωτικές ιστοσελίδες µε 36,3%, τα σόσιαλ µίντια συγκεντρώνουν 18,7%, το ραδιόφωνο επιλέγει το 3,8% και τις εφηµερίδες µόλις το 1,6%.

Σύμφωνα με τα ευρήματα οι εφημερίδες περνούν όλο και πιο δύσκολες ώρες, δίνοντας την τελική μάχη επιβίωσης. Ένας στους δυο (51,9%) δεν αγόρασε εφηµερίδα κατά την κρίση του κορονοϊού. Παράλληλα, σχεδόν ένας στους τρεις (27,7%) απάντησε ότι δεν αγοράζει ποτέ εφηµερίδες. Επιπλέον, το 71,5% απαντά αρνητικά στο ερώτηµα εάν θα αγόραζε συχνότερα εφηµερίδα εάν ήταν πιο φθηνή, ενώ αρνητική είναι η τάση για αγορά εφηµερίδας από το σούπερ µάρκετ, µε το 68,3% να λέει «όχι».

Παρόλα αυτά κατά τους ερωτηθέντες οι εφημερίδες θεωρούνται το πιο αξιόπιστο μέσο με το 42,3% να απαντά ότι η εφηµερίδα εµπνέει κύρος και σεβασµό. Επίσης, 1 στους 2 (50,3%) διαφωνεί µε την άποψη ότι οι εφηµερίδες είναι παρωχηµένες και ξεπερασµένες.

«Η έρευνα αυτή, ειδικά την περίοδο της πανδηµίας, επικυρώνει: πρώτον, τη διαµόρφωση µιας σχέσης εξάρτησης κοινού και ηλεκτρονικών µέσων ενηµέρωσης στην εποχή της εικόνας, η οποία µέσω µιας έντονης αµφισβήτησης υπονοµεύει εµφανώς τη σχέση µε την ανάγνωση των εφηµερίδων ενώ, δυστυχώς, δεν διαφαίνεται έντονος προβληµατισµός για τον επιδερµικό ή αποπροσανατολιστικό χαρακτήρα µεγάλου µέρους της ενηµέρωσης που παρέχεται από το διαδίκτυο», σχολίασε ο καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστηµίου και διευθυντής σύνταξης του περιοδικού «Νέα Παιδεία», Κώστας Αγγελάκος. «∆εύτερον», συµπλήρωσε, «αναδεικνύει την ανάδυση µιας κορυφαίας αντίφασης, καθώς οι συµµετέχοντες, αν και αµφισβητούν έντονα τη δηµοσιογραφία ως µη αντικειµενική και τα ΜΜΕ ως εξαρτηµένα, την ίδια στιγµή προστρέχουν ασµένως ή παθητικώς στην αναζήτηση αυτού του είδους ενηµέρωσης».