Το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την Κοινή Υπουργική Απόφαση των Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, Βασίλη Κικίλια, Τάκη Θεοδωρικάκου και Γιάννη Κεφαλογιάννη, την οποία είχαν υπογράψει τον Μάιο του 2020 και προέβλεπε την απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας λόγω κορονοϊού, με άρρητο στόχο να «συνδράμουν» στα έργα για τον «Μεγάλο Περίπατο» του Δήμου Αθηναίων.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέτασε αίτηση πολίτη η οποία υπεβλήθη στις αρχές Ιουλίου, ζητώντας την ακύρωση της ΚΥΑ αλλά και επί της ουσίας των πράξεων του Δήμου Αθηναίων που θα προέκυπταν από την εφαρμογή της υπουργικής απόφασης. Κατά την εξέταση διαπίστωσε ότι οι επιπτώσεις στην καθημερινότητα των δημοτών της Αθήνας από τις παρεμβάσεις της συγκεκριμένης ΚΥΑ είναι κάτι παραπάνω από πρόδηλες και ότι δε στοιχειοθετήθηκε η επείγουσα ανάγκη για τη λήψη των εν λόγω μέτρων.

O δημότης Αθηναίων υπέβαλε το αίτημα κατά της ΚΥΑ και όχι κατά των πράξεων του Δήμου Αθηναίων. Ωστόσο, ο Δήμος παρενέβη στη διαδικασία με αίτημα την ακύρωση του αιτήματος του δημότη. Το ΣτΕ ακύρωσε την ΚΥΑ και την παρέμβαση του Δήμου Αθηναίων.

Στο σκεπτικό του, που δημοσιεύτηκε στις 9 Οκτωβρίου, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι «τα θεσπιζόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση μέτρα, μολονότι ρητώς αναφέρεται σε αυτήν ότι ελήφθησαν κατ’ επίκληση επιτακτικών λόγων δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορονοϊού, δεν συνιστούν πράγματι μέτρα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων και μέσων μεταφοράς, κατά την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη έννοια των επίμαχων εξουσιοδοτικών διατάξεων, δηλαδή επί σκοπώ άμεσης και επιτακτικής ανάγκης αποφυγής του κινδύνου εμφάνισης της νόσου και περιορισμού της διάδοσής της, αλλά αποτελούν αμιγώς κυκλοφοριακές ρυθμίσεις».

«Θυμίζουμε ότι ο Μεγάλος Περίπατος, βασικό εργαλείο περεταίρω τουριστικοποίησης του κέντρου της Αθήνας και εκδίωξης από αυτό των κατοίκων και των χρήσεων που τους εξυπηρετούν, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε με fast trαck διαδικασίες, παρακάμπτοντας με περισσή αλαζονεία ακόμα και τον νόμο -μια και η Πανεπιστημίου είναι στην αρμοδιότητα της περιφέρειας και όχι του δήμου- χρησιμοποιώντας όλο το οπλοστάσιο που ψήφισε η κυβέρνηση της ΝΔ για γρήγορες αναθέσεις έργων χωρίς δημοσιεύσεις, διαγωνισμούς κ.λπ. στο όνομα του COVID-19. Έτσι, η σύμβαση για την προμήθεια επιχρισμάτων και υλικών σήμανσης, δηλαδή για να βαφτούν τα σημεία των δρόμων που πεζοδρομήθηκαν, έχει κόστος 880.000€ και η σύμβαση για την προμήθεια αστικού εξοπλισμού και φυτών, δηλαδή για φυτά και ζαρντιέρες, έχει κόστος 1.100.000€. Η δημοτική αρχή έφτασε μάλιστα στο σημείο, να αγοράσει ζαρτινιέρες ύψους 5.700€. Οι επιλογές αυτές είναι γεμάτες κυνισμό, αν υπολογιστεί ότι αυτή την περίοδο χιλιάδες κάτοικοι της πόλης βρίσκονται σε καθεστώς ανεργίας και ανέχειας εξαιτίας μαζικών απολύσεων και ο δήμος δεν έχει προβεί σε κανένα μέτρο ανακούφισης των νοικοκυριών αυτών (καμία μείωση των δυσβάστακτων τελών/καμία ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών κ.λπ.)» καταγγέλλει η δημοτική παράταξη «Αντικαπιταλιστική Ανατροπή στην Αθήνα».

Και προσθέτει: «Η δημαρχία Μπακογιάννη χρέωσε ανερυθρύαστα την πόλη και τους κατοίκους με 2.000.000 ευρώ, ενώ όλη η μεθόδευση της αποδεικνύει πολιτικό κυνισμό, απόλυτη πρόσδεση στα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, πλήρη απαξίωση ακόμα και των στοιχειωδών κανόνων δημοκρατίας και κυρίως χλευασμό των λαϊκών αναγκών σε μια περίοδο που η πόλη και ο φτωχόκοσμος μαστίζεται από τεράστια οικονομικά προβλήματα. Η ΚΥΑ για απαγόρευση κυκλοφορίας οχημάτων στο κέντρο ως μέτρο ενάντια στον κορονοϊό,  τη στιγμή που η επίσημη κυβερνητική υγειονομική οδηγία ήταν η αποφυγή μετακινήσεων, χρήσης των ΜΜΜ και ταυτόχρονα η προτροπή σε χρήση ΙΧ, αποτέλεσε την κορύφωση της κοροϊδίας».

Η απάντηση Μπακογιάννη

«Ο Μεγάλος Περίπατος συνεχίζεται με βάση τις αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου της Αθήνας. Η απόφαση του ΣτΕ αφορά σε διαδικαστικές συστάσεις για την πιλοτική εφαρμογή του έργου. Ο Δήμος Αθηναίων με τον υφιστάμενο προγραμματισμό του προχωρά στην κατάθεση Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου και τη δημόσια διαβούλευση για την οριστική μορφή του Μεγάλου Περιπάτου», απαντάει ο δήμος Αθηναίων, αποφεύγοντας να σχολιάσει την απόφαση του ΣτΕ που κρίνει παράνομη την πιλοτική εφαρμογή.