Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, όσοι δεν διαθέτουν επαρκή μαθηματική εγγραματοσύνη είναι πιο επιρρεπείς στην υιοθέτηση παραπλανητικών πληροφοριών για τον κορονοϊό.

Η έρευνα που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο του Cambridge συνέλεξε δεδομένα από πέντε χώρες, ενώ συμπέρανε ότι η βελτίωση των αναλυτικών δεξιοτήτων των ανθρώπων μπορεί να αντιστρέψει την πορεία παγίωσης ενός γενικευμένου καθεστώτος «fake news» πάνω στην υγειονομική κρίση. 

Δειγματοληψία από πέντε χώρες

Οι πέντε επιμέρους εθνικές έρευνες (Αγγλία, Ισπανία, Ιρλανδία, ΗΠΑ, Μεξικό) που συνθέτουν την τελική, με τήρηση της αναλογίας σε ηλικία και φύλο, έγιναν εντός του 2020, ώστε να αξιολογήσουν την παραπληροφόρηση που σχετίζεται με τον κορονοϊό και την επίδραση που έχει σε υγειονομικές συμπεριφορές του κόσμου. Ο πιο συνεπής δείκτης για την μειωμένη επιρρέπεια στην παραπληροφόρηση είναι η μαθηματική εγγραματοσύνη -δηλαδή η ικανότητα να εμπεδώνει και να εφαρμόζει κανείς ευρεία ποσοτικές πληροφορίες-,όπως έδειξε η έρευνα. 

Το επίπεδο μαθηματικής εγγραματοσύνης κάθε χώρας υπολογίστηκε με βάση τρία διαφορετικά μαθηματικά τεστ που πραγματοποίησαν οι συμμετέχοντες. Συγκεκριμένα, τους παρουσίασαν εννέα ισχυρισμούς για την COVID-19, από τους οποίους μερικοί ήταν ψευδείς (για παράδειγμα, ότι τα δίκτυα 5G μας κάνουν πιο ευάλωτους στον κορονοϊό), ενώ άλλοι αληθείς (για παράδειγμα, ότι οι διαβητικοί ανήκουν στις ομάδες υψηλού υγειονομικού κινδύνου). Ακόμη, ερωτήθηκαν για το βαθμό επικινδυνότητας που αποδίδουν στον ιό, το βαθμό συμμόρφωσης στις υγειονομικές οδηγίες και τη πιθανότητα να εμβολιαστούν αν υπήρχε διαθέσιμο εμβόλιο.

Εν συνόλω, η ευαλωτότητα στα fake news σχετίστηκε με τη λιγότερη συμμόρφωση στις οδηγίες για την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς και στην προθυμία των ατόμων να εμβολιαστούν, προτείνοντας να κάνουν το ίδιο η οικογένεια και οι φίλοι τους.

Από την άλλη, υπάρχουν και οι επιστήμονες που πιστεύουν ότι η επιρρέπεια στην παραπληροφόρηση πηγάζει από τις πολιτικές απόψεις, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι εξαρτάται από τις διανοητικές ικανότητες, ανέφεραν ο συγγραφέας της έρευνας Δρ. Σάντερ φαν ντερ Λίντεν. «Θεωρώ ότι και τα δύο σχετίζονται. Και ξαφνιάστηκα που είδα την αριθμητική να παίζει τόσο καθοριστικό ρόλο σαν βασικός δείκτης», σημείωσε. «Με μία έννοια χαίρομαι για αυτό το εύρημα, γιατί μου δίνει ελπίδα πως υπάρχει μια λύση στο πρόβλημα», κατέληξε. 

Παίζει και η ηλικία ρόλο

Η πεποίθηση για την COVID-19 σχηματίζεται και από τον παράγοντα της ηλικίας, συμπεραίνει η έρευνα. Αξίζει να σημειωθεί, βέβαια, ότι άτομα μεγαλύτερης ηλικίας αποδείχθηκαν λιγότερο επηρεασμένα από fake news σε όλες τις χώρες (πλην του Μεξικού), αποδομώντας την παραδοσιακή αντίληψη που τους ήθελε περισσότερο χειραγωγήσιμους, τουλάχιστον όσον αφορά στην εκλογική συμπεριφορά. 

Όσον αφορά στην παραπληροφόρηση ο Λίντεν επεσήμανε: «Εκτιμούμε ότι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι είναι πιο ανεπηρέαστοι, παρόλα αυτά, εξακολουθούν να την αναπαράγουν περισσότερο», προσθέτοντας ότι η τάση τους να μην υιοθετούν τόσο εύκολα τον ανορθολογισμό για τον ιό, ενδεχομένως βασίζεται στην αίσθηση ότι πρέπει να είναι πιο ενημερωμένοι και ακριβείς, καθώς ανήκουν στις πιο υγειονομικά ευάλωτες ομάδες. 

Δεν λείπει… ο συντηρητισμός

Ακόμη, η έρευνα αναδεικνύει πως όσοι είναι πιο δεκτικοί σε ανορθολογικές θεωρίες, αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μειονότητες και αναπτύσσουν αντανακλαστικά εναντίωσης και δυσπιστίας απέναντι στο κράτος και τους ειδικούς. Κατ’ επέκταση ο πολιτικός συντηρητισμός συνδέθηκε με την ευκολότερη αποδοχή παραφιλολογίας, όμως, προς έκπληξη των ερευνητών, δεν υπάρχει τόσο ισχυρός δεσμός αυτών των δύο συνιστωσών στις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, όσο στις υπόλοιπες χώρες.

Ωστόσο, η Δρ. Έμμα Ο Ντόιερ, ανώτερη λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Κίνγκστον, μιλώντας ως εξωτερική σχολιάστρια της έρευνας, αναρωτήθηκε για την επιλογή των πέντε συγκεκριμένων χωρών από την επιστημονική ομάδα. «Τα δεδομένα διαφέρουν από χώρα σε χώρα, ανέφερε, και συμπλήρωσε: Η μελέτη δεν αποδίδει τις ιδιαιτερότητες κάθε χώρας, οι οποίες καθιστούν διαφορετικές τις σχέσεις». Παράλληλα, δεν ασχολείται διεξοδικά με τις αιτίες ή τους τρόπους εμφάνισης της παραπληροφόρησης, όπως υποστήριξε ο καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας Ντόμινικ Άμπραμς από το Πανεπιστήμιο του Κεντ, που αξιολόγησε τη μελέτη. «Πέρα από την ατομική επιρρέπεια στον ανορθολογισμό, προκύπτει και το ερώτημα του πως και του γιατί μερικές παραπλανητικές πηγές εμφανίζονται έγκυρες», κατέληξε.

Με πληροφορίες από τον GUARDIAN