Οι προειδοποιήσεις του επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ για μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση των των εκκρεμών συνταξιοδοτήσεων στη χώρα μας καταγράφονται στην έκθεση της Κομισιόν που αφορά την 7η μεταμνημονιακή αξιολόγηση.

Άνω του μετρίου είναι η γενική «βαθμολογία» των θεσμών όσον αφορά την τήρηση των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Η έκθεση της Κομισιόν δίνει τα εύσημα για την πρόοδο σε μία σειρά από μεταρρυθμίσεις αλλά επισημαίνει και σημαντικές καθυστερήσεις.

Η ισχυρότερη παρατήρηση σχετίζεται με τις καθυστερήσεις στη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου και κυρίως στην αύξηση των εκκρεμών αιτήσεων συνταξιοδότησης.

Μάλιστα αναφέρεται σε «απροσδόκητη αύξηση» χτυπώντας δυνατό καμπανάκι τόσο στο οικονομικό επιτελείου όσο και στην ηγεσία του υπουργείου Εργασίας.

Θα πρέπει να σημειώσουμε πως το «στοκ» των 300.000 αιτήσεων συνταξιοδότησης, για τους τεχνοκράτες του ESM, ισοδυναμεί με «κρυφό χρέος».

Κατά τα άλλα οι προβλέψεις δείχνουν πρωτογενές έλλειμμα στο 5,8% του ΑΕΠ, ύφεση 9% και ανεργία κοντά στο 20% για το 2020.

Το επόμενο έτος, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των θεσμών, ο πήχης της ανάπτυξης τοποθετείται στο 6%, που πρακτικά σημαίνει πως η ελληνική οικονομία για να «ρεφάρει» από την κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού θα πρέπει να περιμένει μέχρι το 2022.

Στην πολυσέλιδη έκθεση η λέξη «αβεβαιότητα» επαναλαμβάνεται διαρκώς συνδεδεμένη με την εξέλιξη της πανδημίας που αποτελεί και το μεγάλο πονοκέφαλο για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η 7η μεταμνημονιακή αξιολόγηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παρά τη δυσχερή συγκυρία που προκάλεσε η πανδημία, «η Ελλάδα προχώρησε με την εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών της δεσμεύσεων» και κατάφερε να συγκρατήσει την έκταση της κρίσης και τις κοινωνικοοικονομικές της επιπτώσεις.

Ικανοποίηση Σταϊκούρα

«Η έκθεση επισημαίνει την έγκαιρη και στοχευμένη υλοποίηση ενός μεγάλου πακέτου μέτρων, προκειμένου να περιοριστούν οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της πανδημίας» αναφέρει ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας υπογραμμίζοντας πως πρόκειται «για την τέταρτη θετική έκθεση αξιολόγησης των θεσμών σε λιγότερο από ένα χρόνο».

Ο υπουργός οικονομικών -μεταξύ άλλων- καταλήγει αναφέροντας: «Η Ελληνική κυβέρνηση θα συνεχίσει, με σχέδιο, υπευθυνότητα και αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας και τους πολλούς διαθέσιμους, πλέον, πόρους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την προσπάθεια για τη στήριξη της κοινωνίας, την ανάταξη της οικονομίας, και την επίτευξη υψηλής, διατηρήσιμης, έξυπνης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης».

Αναλυτικά η δήλωση του υπουργού Οικονομικών

Ολοκληρώθηκε, με επιτυχία, η 7η έκθεση αξιολόγησης των θεσμών, στο πλαίσιο του καθεστώτος Ενισχυμένης Εποπτείας, στο οποίο εισήλθε η χώρα το καλοκαίρι του 2018.

Πρόκειται για την τέταρτη θετική έκθεση αξιολόγησης των θεσμών σε λιγότερο από ένα χρόνο.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα της σκληρής και μεθοδικής δουλειάς και της εξαιρετικής συνεργασίας των μελών της Κυβέρνησης, υπό την καθοδήγηση και τις εντολές του Πρωθυπουργού.

Η έκθεση επισημαίνει την έγκαιρη και στοχευμένη υλοποίηση ενός μεγάλου πακέτου μέτρων, προκειμένου να περιοριστούν οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της πανδημίας.

Δημοσιονομικά μέτρα και μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, συνολικού ύψους 20,4 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος Ιουλίου.

Μέτρα τα οποία, μαζί με αυτά που υλοποιήθηκαν μεταγενέστερα και αυτά που ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό στη Θεσσαλονίκη, θα υπερβούν τα 24 δισ. ευρώ στο τέλος του 2020.

Παράλληλα, η έκθεση υπογραμμίζει τη μεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί στην υλοποίηση σημαντικών διαρθρωτικών αλλαγών, με θετική επίδραση στο επενδυτικό περιβάλλον και το οικονομικό κλίμα.

Ενώ κάνει θετική αναφορά και στη διαμόρφωση, μέσω επιτυχημένων εκδόσεων χρέους τους τελευταίους μήνες, και διακράτηση σημαντικού ύψους ταμειακών διαθεσίμων, ώστε να υποστηριχθεί το θετικό επενδυτικό κλίμα για την Ελλάδα και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που απορρέουν από τη μεγάλη, σε παγκόσμιο επίπεδο, αβεβαιότητα εξαιτίας της πανδημίας.

Η Ελληνική Κυβέρνηση θα συνεχίσει, με σχέδιο, υπευθυνότητα και αυτοπεποίθηση, αξιοποιώντας και τους πολλούς διαθέσιμους, πλέον, πόρους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, την προσπάθεια για τη στήριξη της κοινωνίας, την ανάταξη της οικονομίας, και την επίτευξη υψηλής, διατηρήσιμης, έξυπνης και κοινωνικά δίκαιης ανάπτυξης