Νέο οικονομικό σκάνδαλο-«μεγατόνων» με διεθνείς διαστάσεις έρχεται στην επιφάνεια μέσα από την δημοσιοποίηση μυστικών εγγράφων του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ γνωστά και ως FinCEN Files από την Διεθνή Κοινοπραξία Ερευνητών Δημοσιογράφων (International Consortium of Investigative Journalists).

Τα εν λόγω έγγραφα αποκαλύπτουν ξέπλυμα χρήματος ύψους 2 τρισεκατομμυρίων (ανάμεσα στο 1999 και το 2017) με τραπεζικούς κολοσσούς, όπως η Deutsche Bank, η JP Morgan, η HSBC, η Barclays, η Societe Generale, η Standard Chartered, η Bank of New York Mellon και η Commerzbank σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Παράλληλα, στην υπόθεση εμπλέκονται και ελληνικές τράπεζες.

Επιπλέον, το εν λόγω σκάνδαλο έχει και πολιτικές προεκτάσεις, καθώς «αγγίζει« το στενό περιβάλλον του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εμπλέκει στο κυβερνών Συντηρητικό κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας αλλά και πρώην συνεργάτες του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ στην λίστα βρίσκονται Ρώσοι ολιγάρχες-ευνοούμενοι του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Τι περιλαμβάνουν τα FinCEN Files

Τα έγγραφα που διέρρευσαν, τα FinCEN Files, περιλαμβάνουν περισσότερες από 2.100 αναφορές ύποπτης δραστηριότητας που έχουν υποβληθεί από τράπεζες και άλλες χρηματοοικονομικές εταιρείες στο Δίκτυο Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων (Financial Crimes Enforcement Network – FinCEN) του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ. Η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτελεί μια μονάδα πληροφοριών στην καρδιά του παγκόσμιου συστήματος για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Τα έγγραφα της διαρροής τα οποία συνοδεύονται από εκατοντάδες φύλλα γεμάτα ονόματα, ημερομηνίες και αριθμούς, περιγράφουν λεπτομερώς τις ύποπτες συναλλαγές μέσω τραπεζών σε περισσότερες από 170 χώρες (ανάμεσά τους και η Ελλάδα). Μαζί με τα αρχεία του FinCEN, το ICIJ και οι συνεργάτες του στα μέσα ενημέρωσης απέκτησαν περισσότερες από 17.000 επιπλέον αρχεία από πληροφοριοδότες, αρχεία δικαστηρίου, αιτήματα πρόσβασης σε πληροφορίες και άλλες πηγές. Πάρθηκαν επίσης συνεντεύξεις από εκατοντάδες ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων εμπειρογνωμόνων σε θέματα οικονομικού εγκλήματος, αξιωματούχων επιβολής του νόμου αλλά και ατόμων που έπεσαν θύματα των παράνομων δραστηριοτήτων του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.

Σύμφωνα με το BuzzFeed News, μερικά από τα αρχεία που διέρρευσαν συγκεντρώθηκαν ως μέρος των ερευνών του Κογκρέσου των ΗΠΑ για ρωσική παρέμβαση στις προεδρικές εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ. Άλλα συγκεντρώθηκαν έπειτα από αιτήματα υπηρεσιών προς το Δίκτυο Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων.

Οι τραπεζικοί κολοσσοί και οι «εντιμότατοι φίλοι» τους

Τα FinCEN Files αποκαλύπτουν πληροφορίες για τα μυστικά διεθνών τραπεζών, «ανώνυμων» πελατών και, σε πολλές περιπτώσεις, οικονομικού εγκλήματος. Δείχνουν πώς μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μεταφέρουν «στα τυφλά» μετρητά μέσω των λογαριασμών τους για άτομα που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν, πώς αποτυγχάνουν να αναφέρουν συναλλαγές με όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ακόμα και χρόνια μετά τις συναλλαγές, πώς εξυπηρετούν πελάτες που εμπλέκονται σε οικονομικές απάτες και σκάνδαλα διαφθοράς κατά του δημοσίου.

Συνοπτικά σύμφωνα με τις αποκαλύψεις:

  • Η HSBC βοήθησε πελάτες, οι οποίοι εμπλέκοντας σε οικονομικά σκάνδαλα, να διακινούν εκατομμύρια δολάρια, ακόμη και αφότου πληροφορήθηκε ότι αυτοί βρίσκονταν υπό έρευνα από την αμερικάνικη δικαιοσύνη.  Αξίζει να σημειωθεί ότι η HSBC αναγκάστηκε το 2012 να πληρώσει 1,9 δισεκατομμύρια δολάρια με βάση αναβαλλόμενη συμφωνία που υπέγραψε με τις αρχές των ΗΠΑ. Με βάση αυτή, η αμερικανική κυβέρνηση συμφώνησε να θέσει σε αναστολή ποινικές διώξεις εναντίον της τράπεζας και να τις απορρίψει μετά από πέντε χρόνια, εάν η HSBC διατηρήσει τη δέσμευσή της να καταπολεμήσει επιθετικά τη ροή του βρώμικου χρήματος. Όπως αποκαλύπτουν τα FinCEN Files, κατά τη διάρκεια αυτής της πενταετούς «δοκιμαστικής» περιόδου η HSBC συνέχισε να μεταφέρει κεφάλαια για αμφιλεγόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων Ρώσων ύποπτων για ξέπλυμα χρήματος αλλά και ενός δικτύου απάτης «πυραμίδας» επενδυτών (σχήμα Ponzi) που ερευνάται σε πολλές χώρες. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση έδωσε το πράσινο φως στην HSBC να ανακοινώσει τον Δεκέμβριο του 2017 ότι «τήρησε όλες τις δεσμεύσεις της» στο πλαίσιο της συμφωνίας αναβαλλόμενης δίωξης – και ότι οι εισαγγελείς απέρριπταν τις κατηγορίες.
  • Η JP Morgan μετάφερε 1 δισ δολάρια από εταιρεία, της οποίας δε γνώριζε τον πραγματικό ιδιοκτήτη σε λογαριασμό της. Αργότερα ανακάλυψε σε έναν από τους 10 πλέον καταζητούμενους από το FBI εγκληματίες. Η JPMorgan έδωσε επίσης το πράσινο φως σε περισσότερα από 50 εκατομμύρια δολάρια εντός μίας δεκαετίας για πληρωμές προς τον Πολ Μάναφορτ, τον πρώην διευθυντή της προεκλογικές εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ το 2016.
  • Στοιχεία αποδεικνύουν πως ένας από τους πλέον στενούς συνεργάτες του Βλαντιμίρ Πούτιν χρησιμοποίησε λογαριασμούς της Barclays για να αποφύγει τις οικονομικές κυρώσεις που του είχαν επιβληθεί από χώρες της Δύσης. Μέρος των χρημάτων χρησιμοποιήθηκε για την αγορά έργων τέχνης.
  • Αποκαλύπτεται πως η σύζυγος ενός από τους μεγαλύτερους χορηγούς του Συντηρητικού Κόμματος της Βρετανίας είχε οικονομικούς δεσμούς με Ρώσο ολιγάρχη-συνεργάτη του Πούτιν.
  • Η Βρετανία, σύμφωνα με τα αρχεία της FinCEN, παρουσιάζεται ως περίπτωση «υψηλού κινδύνου» για το ζήτημα και συγκρίνεται με την Κύπρο αναφορικά με το ξέπλυμα χρήματος. Αυτό οφείλεται στον αριθμό των ύποπτων εταιρειών που περιλαμβάνονται στα αρχεία, οι οποίες στην Βρετανία ξεπερνούν τις 3.000. 
  • Αποκαλύπτεται πως ο ιδιοκτήτης της Τσέλσι, Ρομάν Αμπράμοβιτς, διατηρούσε «μυστικά» ποσοστά σε ποδοσφαιριστές αντίπαλων ομάδων.
  • Η κεντρική τράπεζα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αγνόησε τις προειδοποιήσεις σχετικά με εταιρεία-πελάτη της που βοηθούσε το Ιράν να αποφύγει τις κυρώσεις, που του είχαν επιβληθεί
  • Η Deutsche Bank ξέπλυνε χρήμα ύψους πάνω από 1,3 τρισ. για λογαριασμό ανθρώπων του οργανωμένου εγκλήματος, εμπλεκόμενων σε υποθέσεις τρομοκρατίας αλλά και σε διακίνηση ναρκωτικών.
  • Η τράπεζα Standard Chartered είχε συναλλαγές με την Arab Bank, για πελάτες με λογαριασμούς που είχαν χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

Στο «μικροσκόπιο» ο γαμπρός του Ερντογάν – Υπό έρευνα και ελληνικές τράπεζες

Στα ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας περιλαμβάνεται και η εμπλοκή του γαμπρού του Ερντογάν και υπουργού Οικονομικών της Τουρκίας, Μπεράτ Αλμπαράκ, που κατηγορείται ότι παρέκαμψε τις αμερικανικές κυρώσεις στο Ιράν μέσω της γνωστής υπόθεσης λαθρεμπορίου χρυσού.

Ειδικότερα, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται  η Aktif Yatirim Bankasi ή αλλιώς Aktif Bank. Η τράπεζα αναφέρεται ότι πραγματοποίησε ξέπλυμα χρήματος σε μεγάλη κλίμακα για ένα δίκτυο πελατών που περιλαμβάνει τον γερμανικό πάροχο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Wirecard και σκιερά στοιχεία από τη βιομηχανία του πορνό.

Η Aktif Bank είναι μέρος της Calik Holding, ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους στην Τουρκία, στον οποίο ανήκουν περισσότερες από 30 εταιρείες. Ο όμιλος Calik, με τη σειρά του, έχει στενούς δεσμούς με την τουρκική κυβέρνηση. Ορισμένες «ύποπτες συναλλαγές» που περιλαμβάνονται στα FinCEN Files πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο που διευθύνων σύμβουλος της Calik Holding ήταν ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ.

Υπενθυμίζεται ότι από την έρευνα προκύπτει η εμπλοκή και ελληνικών τραπεζών.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία δημοσιεύει η Διεθνής Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων πέντε είναι οι ροές χρήματος από και προς την Ελλάδα οι οποίες με βάση τα αμερικανικά έγγραφα χαρακτηρίζονται ως «ύποπτες» για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Πρόκειται για τέσσερις μεταφορές χρημάτων από ελληνικές τράπεζες σε τράπεζες του εξωτερικού και μια εισροή χρήματος από το εξωτερικό σε τράπεζα στην Ελλάδα. .

Τα ποσά που έφυγαν από ελληνικές τράπεζες προς το εξωτερικό και κρίθηκαν ως ύποπτα είναι συνολικού ύψους 12,938 εκατ. δολαρίων, ενώ το έμβασμα που ήρθε από τράπεζα του εξωτερικού προς τη χώρα μας είναι αξίας 5,738 εκατ. δολαρίων. Οι Τράπεζες από τις οποίες έφυγαν τα ύποπτα ποσά προς το εξωτερικό ήταν η Eurobank και η Aegean Baltik Sa, ενώ η τράπεζα η οποία ήταν αποδέκτης στη χώρα μας ύποπτης χρηματικής συναλλαγής 5,738 εκατ. δολάρια ήταν η HSBC Bank Plc.

Ο αντίκτυπος στα διεθνή Χρηματιστήρια

Οι αποκαλύψεις, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για νέο lockdown, προκάλεσαν ντόμινο πτώσης στις τραπεζικές μετοχές στα περισσότερα χρηματιστήρια του πλανήτη.

Η μετοχή της HSBC στο Χονγκ Κονγκ υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδό της από τον Μάιο του 1995, η μετοχή της StanChart σημείωσε πτώση 3,8%.

Πτώση άνω του 3% κατέγραψαν τα Χρηματιστήρια της Φρανκφούρτης, του Παρισιού, του Λονδίνου, ενώ και και η Wall Street κατέγραψε πτώση 1,8%, με τις μετοχές της HSBC και της StanChart στο επίκεντρο μαζικών πωλήσεων.