To βολικό σενάριο για το Βερολίνο – και για τον Ερντογάν –θα ήταν η επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου πριν από την σύνοδο κορυφής της 24ης – 25ης Σεπτεμβρίου. Το ιδανικό σενάριο θα ήταν κι ένα ραντεβού κορυφής Μητσοτάκη-Ερντογάν, που θα έδινε στο διάλογο status και προοπτική οριστικής λύσης.

Το πρώτο είναι πλέον εξαιρετικά πιθανό, το δεύτερο «παίζεται», παρ’ ότι η Ανγκελα Μέρκελ πιέζει πάση δυνάμει προς αυτή την κατεύθυνση. Και στις δύο περιπτώσεις, θα ακυρωθεί η οποαδήποτε πίεση στην σύνοδο κορυφής για ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Αγκυρας. Και μαζί, θα διασωθούν και τα προσχήματα για την γερμανίδα καγκελάριο, που εξ αρχής έχει κάνει απολύτως καθαρή – και στην Αθήνα – την αντίθεσή της για κυρώσεις στην Τουρκία

Σ’ αυτό το πλαίσιο η γερμανική διαμεσολάβηση έχει κορυφωθεί τα τελευταία 24ωρα. Και, χθες το βράδυ, οι πληροφορίες από τις Βρυξέλλες ανέφεραν πως και η Αθήνα και η Αγκυρα έχουν πει το κατ’ αρχήν «ναι», και τελούν προς διευθέτηση οι τελευταίες εκκρεμότητες.

Επί αυτών των εκκρεμοτήτων η Αθήνα φέρεται να ζητά αυξημένες εγγυήσεις αποκλιμάκωσης – ήτοι, να διασφαλιστεί ότι η αποχώρηση του Oruc Reis δεν ήταν προσχηματική -, καθώς και αποχή της Τουρκίας από παράνομες ενέργειες όχι μόνον στην ελληνική υφαλοκρηπίδα αλλά και τις περιοχές κυριαρχίας της Κύπρου. Η Αγκυρα, από την πλευρά της, φέρεται να ζητά κλειστό χρονοδιάγραμμα συνομιλιών αλλά και αποχή «όλων των ευρωπαίων» – δηλαδή της Γαλλίας – από «εμπρηστική» ρητορική.

Τούτων δοθέντων, διπλωματικοί κύκλοι δείχνουν με νόημα τόσο το τηλεφώνημα Μέρκελ στον Εμμανουέλ Μακρόν παράλληλα με τις επικοινωνίες της με Κυριάκο Μητσοτάκη και Ταγίπ Ερντογάν, όσο και την χθεσινοβραδυνή προαναγγελία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες ότι θα αναλάβει νέα πρωτοβουλία για το κυπριακό μετά τις εκλογές στα κατεχόμενα.

Οπότε, κι εάν δεν επέλθει αιφνίδια εμπλοκή, το ισχυρότερο σενάριο αυτή την στιγμή είναι να υπάρξει εντός των επόμενων ημερών επίσημη πρόσκληση προς τις δύο πλευρές από την καγκελαρία και η προσέγγιση να ξεκινήσει μέσα από το «κλαμπ» του Βερολίνου – δηλαδή, με μια νέα συνάντηση, και πάλι επί γερμανικού εδάφους, των διπλωματικών συμβούλων που είχαν μετάσχει στην «μυστική» συνάντηση του Βερολίνου το καλοκαίρι : Της Ελένης Σουρανή, επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του πρωθυπουργού, του Ιμπραίμ Καλίν, «αντ’ αυτού» του Ερντογάν, και του εκπροσώπου της καγκελαρίας Γιαν Χέκερ.

Γερμανοί και αμερικανοί δεν θα έβλεπαν άσχημα και το ενδεχόμενο υψηλόβαθμων συνομιλιών, τουλάχιστον σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, ωστόσο τα ανοιχτά ερωτήματα και οι παγίδες παραμένουν επικίνδυνα πολλές για να ρισκάρει η ελληνική κυβέρνηση μια ταχεία αναβάθμιση του διαλόγου.

Η πρώτη, ορατή, παγίδα είναι η Τουρκία να αγοράζει απλώς χρόνο με την αρωγή της Μέρκελ. Και να προσέλθει σε έναν διάλογο που στην συνέχεια η ίδια θα τορπιλίσει στον χρόνο που θα την βολεύει. Εχοντας όμως ήδη αφήσει στο τραπέζι το αποτύπωμα μιας διαπραγμάτευσης που θα υπερβαίνει κατά πολύ την ελληνική θέση περί οριοθέτησης μόνον της υφαλοκρηπίδας και των θαλασσίων ζωνών.

Η δεύτερη, και ακόμη πιο μεγάλη παγίδα, είναι να βρεθεί ο έλληνας πρωθυπουργός ενώπιος ενωπίω με τον Ταγίπ Ερντογάν και να ακούσει τον τούρκο πρόεδρο να του θέτει ζήτημα π.χ. αποστρατικοποίησης των νησιών ή δυτικής Θράκης. Να ανοίξει εν ολίγοις, ο διάλογος εφ’ όλης της ύλης που επιδιώκει η Αγκυρα παρουσία της Ελλάδας και ερήμην της Ελλάδας…

*Tης Νικόλ Λειβαδάρη