Τον Ιανουάριο του 1976, ένας φαντάρος του αμερικανικού στρατού, ο 19χρονος Ντέιβιντ Λιούις, παραπονέθηκε στον ομαδάρχη του στο Fort Dix ότι ένιωθε κουρασμένος και  αδύναμος. Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα ήταν νεκρός. Δύο εβδομάδες μετά τον θάνατο του Λιούις, οι υγειονομικές αρχές των ΗΠΑ ανακοίνωσαν στους πολίτες ότι η «γρίπη των χοίρων» όπως ονομάστηκε, είχε σκοτώσει τον φαντάρο και είχε στείλει στο νοσοκομείο τέσσερις άλλους στρατιώτες από το ίδιο στρατόπεδο και περίπου 230 άλλοι στρατιώτες τελικά αρρώστησαν. Αλλά ο Λιούις, ήταν ο μόνος που πέθανε από τη «γρίπη των χοίρων». Αντίθετα, τα θύματα του μαζικού εμβολιασμού που επέλεξε η κυβέρνηση ήταν 25 νεκροί και 500 παράλυτοι από το σπάνιο νευρολογικό σύνδρομο Guillain-Barre.

Έτσι προέκυψε ένα φιάσκο που έμεινε στην ιστορία της ιατρικής. Τώρα, καθώς ο ιός COVID-19 σαρώνει σε όλο τον κόσμο και περισσότερα από 140 εμβόλια βρίσκονται σε εξέλιξη για να τον αντιμετωπίσουν, το ερώτημα είναι: Πώς θα ξέρουμε αν ένα εμβόλιο είναι αρκετά καλό και αρκετά ασφαλές για να τους ανθρώπους; Η απόγνωση για να βρεθεί ένας τρόπος που θα αποτρέψει τις οικονομίες από την κρίση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία;

Αν και ένα τυπικό εμβόλιο συνήθως μπορεί να πάρει έως και 10 χρόνια ερευνών και δοκιμών για να προταθεί, αυτά που έχουν σχεδιαστεί σε αυτήν την πανδημία προχωρούν με ρυθμό που δεν έχει ξαναυπάρξει. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας από τις 29 Ιουνίου 2020, 17 υποψήφια εμβόλια βρίσκονται υπό αξιολόγηση σε κλινικές μελέτες. Επιπλέον, τουλάχιστον 132 υποψήφια εμβόλια βρίσκονται υπό αξιολόγηση σε προκλινικές μελέτες. Μάλιστα, προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητες τελικής παρασκευής του εμβολίου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρηματοδοτεί τρία υποψήφια εμβόλια, που επιχειρούν να παρασκευάσουν η Moderna, η AstraZeneca μαζί με τον Ινστιτούτο της Οξφόρδης και η Johnson & Johnson. Ταυτόχρονα, η κινεζική φαρμακοβιομηχανία China National Biotec Group (CNBG) ανακοίνωσε σήμερα ότι το πειραματικό εμβόλιό της για τον κορονοϊό έχει παράξει αντισώματα κατά τις κλινικές δοκιμές του και πλέον η εταιρεία προγραμματίζει τη δοκιμή του σε τελικό στάδιο. Επίσης, έγκριση για το πειραματικό εμβόλιο για την Covid-19 που αναπτύσσει μαζί με την βρετανική GlaxoSmithKline Plc από το πρώτο εξάμηνο του ερχόμενου έτους, δηλαδή γρηγορότερα από το αναμενόμενο, αναμένει η γαλλική φαρμακοβιομηχανία Sanofi SA.

Αυτήν την φορά πάντως, οι εταιρίες αντί να ξεκινήσουν τις δοκιμές τους με προκαταρκτικές μελέτες σε ζώα, τις συνδυάζουν με παράλληλες προκαταρκτικές δοκιμές σε ανθρώπους, με την έγκριση των ρυθμιστικών αρχών εξαιτίας του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης. Ταυτόχρονα, οι κατασκευαστές συγχωνεύουν κλινικές δοκιμές, οι οποίες κανονικά πραγματοποιούνται σε τρεις φάσεις και κινούνται ταχύτατα από το ένα στάδιο στο επόμενο.

Οι γνώμες των ειδικών διίστανται ως προς τον χρονικό ορίζοντα ανάπτυξης αποτελεσματικού και ασφαλούς εμβολίου. Το πιο αισιόδοξο σενάριο είναι για τα τέλη του χρόνου, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι απέχουμε 12 έως 18 μήνες για ευρέως διαθέσιμο εμβόλιο.

Η Astrazeneca πάντως υπέγραψε μάλιστα σύμβαση με τέσσερις ευρωπαϊκές δυνάμεις για προπαραγγελία εκατοντάδων εκατομμυρίων δόσεων του εμβολίου που αναπτύσσεται, το οποίο όπως υποστηρίζει θα είναι σε θέση να το προμηθεύσει στην Ευρώπη ήδη από τον ερχόμενο Οκτώβριο.

Όμως τα στελέχη του ιού της γρίπης αλλάζουν από έτος σε έτος, και αυτό είναι μέρος του λόγου, σύμφωνα με την ιατρική κοινότητα, που η λήψη ενός ετήσιου εμβολίου κατά του ιού θα μειώσει τον κίνδυνο μόλυνσης μόνο κατά περίπου 40 έως 60 τοις εκατό.

Το εμβόλιο θα προστατεύει από τη νόσο αλλά όχι από τη μόλυνση

Όποιο εμβόλιο αναπτυχθεί για την αντιμετώπιση του νέου κορoναϊού θα παρέχει, πιθανότατα, περιορισμένη χρονική διάρκεια προστασίας από τη λοίμωξη, δήλωσε ο κορυφαίος ειδικός των ΗΠΑ για τις μολυσματικές ασθένειες Anthony Stephen Fauci. Το εμβόλιο για την προστασία από τον Covid-19 δεν θα λειτουργήσει όπως το εμβόλιο κατά της ιλαράς, το οποίο διαρκεί καθ ‘όλη τη διάρκεια ζωής ενός ατόμου, είπε. «Ίσως να χρειαστούμε επαναληπτικές δόσεις για να διατηρηθεί η προστασία μας, αλλά αυτή τη στιγμή δεν ξέρουμε πόσο θα διαρκεί».

«Τα εμβόλια πρέπει να προστατεύουν κατά της νόσου, αλλά όχι απαραίτητα από τη μόλυνση», τονίζει ο Dennis Burton, ερευνητής εμβολίων στη Scripps Research.
Τα αποτελεσματικά εμβόλια μπορεί να επιτρέπουν σε κάποια κύτταρα να μολυνθούν, αλλά ελέγχουν την ανάπτυξη του ιού προτού μεταδοθούν σε άλλα, σημειώνει ο Daniel Barouch, ερευνητής στο Κέντρο Ερευνας Ιών και Εμβολίων Beth Israel Deaconess και στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, ο οποίος συνεργάζεται τώρα για το εμβόλιο με την εταιρεία Johnson & Johnson.

Με ανάλογη προσέγγιση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας λέει ότι το ελάχιστο αποδεκτό θα ήταν ένα εμβόλιο που ήταν 50% αποτελεσματικό. Έτσι, στις 30 Ιουνίου, η Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων υλοποιώντας αυτήν την καθοδήγηση, δημοσίευσε ένα έγγραφο που έθεσε τον ίδιο βασικό στόχο.

«Για να δοθεί άδεια, δεν θα απαιτούσαμε ένα εμβόλιο να προστατεύει από μόλυνση», δήλωσε ο εκπρόσωπος της FDA Michael Felberbaum, ανακοινώνοντας ότι το εμβόλιο θα πρέπει να προλαμβάνει ή να μειώνει τις σοβαρές συνέπειες της ασθένειας τουλάχιστον στο 50% των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί.

Πολλοί επιστήμονες ωστόσο είναι επιφυλακτικοί για την αποτελεσματικότητα του πρώτου εμβολίου, αλλά και για την απόφαση πότε ένα εμβόλιο είναι έτοιμο για μαζική διάθεση στο κοινό.

«Μια κλινική δοκιμή είναι ένα αρκετά ελεγχόμενο περιβάλλον», λέει η Charlie Weller στο National Geographic, επικεφαλής του προγράμματος εμβολίων στο Wellcome, κέντρο βιοϊατρικής έρευνας στο Λονδίνο. «Τα άτομα που συμμετέχουν στη δοκιμή ενός εμβολίου είναι πιο συνειδητά σχετικά με τις ενέργειές τους και διατρέχουν λιγότερους κινδύνους που θα μπορούσαν να τους εκθέσουν σε έναν ιό επειδή παρακολουθούνται από γιατρούς. Έτσι, η πραγματική δοκιμασία για ένα εμβόλιο είναι όταν κυκλοφορεί σε πληθυσμό», εξηγεί.

Παράλληλα ενώ μπορούν ενδεχομένως να σώσουν ζωές, μπορεί να οδηγήσουν σε εφησυχασμό χώρες, δηλώνει ο Michael Kinch, ειδικός στην ανάπτυξη φαρμάκων, αντιπρύτανης στο Πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον.

«Το πενήντα τοις εκατό θα ήταν τρομερό», λέει ο Byram Bridle, ανοσιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Guelph Ontario Veterinary College στον Καναδά. «Για να τελειώσει αυτή η πανδημία, πρέπει να επιτύχουμε την ασυλία της αγέλης», λέει ο Bridle, και «ένα εμβόλιο που είναι αποτελεσματικό μόνο για το 50 τοις εκατό δεν μας επιτρέπει να φτάσουμε σε αυτόν τον στόχο», επισημαίνει στο ρεπορτάζ του Conversation.

Οι ανοσιολόγοι παραμένουν πάντα προσεκτικοί σχετικά με τις επιπτώσεις των νέων εμβολίων, επειδή υπήρξαν σπάνιες αλλά αξιοσημείωτες εκπλήξεις στο παρελθόν. Για παράδειγμα, το πρώτο εμβόλιο για τον ροταϊό (διαρροϊκή νόσος) αποσύρθηκε από την αγορά το 1999 όταν συνδέθηκε με μια ασυνήθιστη και δυνητικά θανατηφόρα ολίσθηση ενός μέρους του εντέρου σε ένα άλλο. Αυτό το σοβαρό ανεπιθύμητο συμβάν δεν εντοπίστηκε στις κλινικές δοκιμές που οδήγησαν στη διάθεσή του.

Υποθέτοντας ότι ένα εμβόλιο κατά του COVID-19 πληροί τα κριτήρια αξιολόγησης του ΠΟΥ, συμπεριλαμβανομένου του ότι τα «οφέλη του εμβολίου υπερτερούν των κινδύνων για την ασφάλεια» όπως δηλώνει ο οργανισμός, ένα μέρος του κοινού θα χρειαστεί περισσότερο να πειστεί να κάνει το εμβόλιο.

Για παράδειγμα, σχεδόν ένας στους έξι Βρετανούς θα αρνηθεί το εμβόλιο Covid-19 εάν και όταν γίνει διαθέσιμο. Αυτό αποκαλύπτει έρευνα από το Κέντρο Καταπολέμησης του Ψηφιακού Μίσους (CCDH). Την ίδια ώρα η παραπληροφόρηση κατά των εμβολίων κάνει θραύση στο διαδίκτυο. Πάνω από 7,7 εκατομμύρια χρήστες κοινωνικών μέσων ακολουθούν τέτοιους λογαριασμούς από το ξέσπασμα του κορονοϊού.

Επίσης, το ένα τέταρτο των Αμερικανών δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται για ένα εμβόλιο κοροναϊού, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters και Ipsos τον Μάιο. Σχεδόν το 36% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι θα ήταν λιγότερο πρόθυμοι να εμβολιαστούν, αν ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν έχει αμφισβητήσει την αναγκαιότητα των εμβολίων γενικότερα, μιλούσε υπέρ της ασφάλειάς του.

Η αλήθεια είναι πως τα εμβόλια είναι από τα πιο αποτελεσματικά όπλα κατά των μολυσματικών ασθενειών και αποτρέπουν έως και 3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Ωστόσο, λίγα, αν υπάρχουν, είναι 100% αποτελεσματικά σε όλους τους ανθρώπους που κάνουν εμβόλιο.