Ένα συγκλονιστικό οδοιπορικό στον καταυλισμό προσφύγων της Μόρια πραγματοποίησε ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί, ένας από τους διασημότερους διανοούμενους της Ευρώπης.

Ο ίδιος μίλησε με πρόσφυγες, καταγράφοντας τον καθημερινό εφιάλτη τον οποίο βιώνουν.

Ο Γάλλος διανοούμενος καταγράφει όσα συγκλονιστικά είδε σε άρθρο με τίτλο «Λέσβος, η ντροπή της Ευρώπης» , κάνοντας παράλληλα έκκληση στις πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της ΕΕ προκειμένου να μπει ένα τέλος σ’ αυτό το απίστευτο δράμα.

Αναλυτικά, το άρθρο του Μπερνάρ Ανρί Λεβί:

«Δεν μου έδωσαν σεντόνια. Γέννησα έτσι, χωρίς τίποτα, στη σκηνή μου, πάνω στο πλαστικό, αιμορραγώντας…». Με ποιους τα έχει; Με την ελληνική διοίκηση, που έχει οχυρωθεί πίσω από την περιφραγμένη περίμετρο; Με τις ΜΚΟ που βρίσκονται στην πιο άγρια ζώνη του στρατοπέδου, εκείνη που ξεχειλίζει και ανηφορίζει πάνω στους λόφους με τα ελαιόδεντρα, σέρνοντας μαζί της όλη τη δυστυχία του κόσμου; Με τους ακτιβιστές που αντιμετωπίζουν τους νεοφασίστες και που δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν; Με τους Αφγανούς γείτονες, που δεν απάντησαν στις εκκλήσεις της για βοήθεια επειδή είναι Σουδανή;

Γεγονός είναι ότι η Φατίμα είναι μόνη της σήμερα στο καταφύγιο με το λευκό, αδιάβροχο πλαστικό. Το έξι μηνών μωράκι της κρέμεται στην πλάτη της, τυλιγμένο σε ένα T-shirt που γράφει «Καλωσήρθατε στη Λέσβο». Τα μεγαλύτερα αδέλφια του, οκτώ και δύο χρόνων, μοιάζουν να φοβούνται περισσότερο από το μωρό την παρουσία του φωτογράφου και του μεταφραστή. Σε φτωχά αραβικά, γεμάτα σιωπές και διακοπές, η Φατίμα αφηγείται την τρομερή της Εξοδο. Το στρατόπεδο στο Γκαζιαντέπ, κοντά στα σύνορα της Τουρκίας με τη Συρία… Τον άνδρα της που στάλθηκε πίσω στην Τουρκία, τρεις μέρες μετά την άφιξή τους στο νησί, με Zodiac που πληρώθηκε για δεύτερη φορά… Το μωρό που δεν έχει ακόμη καταγραφεί ως Ελληνας πολίτης, επομένως νομικά δεν υπάρχει… Η ίδια έγινε δεκτή κατ’ εξαίρεση, καθώς ήταν έγκυος.

Είναι τέλη Μαΐου και κάνει κρύο στο νησί. Η βροχή πέφτει κατά ριπάς και περνάει μέσα από τα ατελώς ενωμένα κομμάτια της σκηνής. Μια αποφορά υγρασίας, απλυσιάς και λυμάτων αναμειγνύεται με τη μυρωδιά από τα λαχανικά που βράζουν δίπλα στην είσοδο. Ο πρωτότοκος γιος σηκώνεται για να μετακινήσει την κατσαρόλα. Ενας αρουραίος περνάει ανάμεσα στα πόδια του, αλλά εκείνος δεν δίνει σημασία. Βρισκόμαστε στη Λέσβο, στο στρατόπεδο της Μόριας, σ’ ένα από τα πιο όμορφα νησιά της Ελλάδας, φορτωμένο με μύθους και Ιστορία. Σήμερα, εδώ ακριβώς βρίσκεται η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της οδύνης.

Σε προηγούμενη επίσκεψή μου, μου είχε κάνει εντύπωση μια έκθεση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα που ανέφερε ότι μία από τις ιδιαιτερότητες της Μόριας ήταν οι αυτοκτονίες παιδιών. Να ένα από αυτά. Είναι 12 χρόνων. Βρισκόμαστε στις παρυφές του στρατοπέδου, σ’ αυτή την άγρια ζώνη που τη λένε «ζούγκλα». Εδώ κατέληξαν ορισμένοι από τους Σύρους πρόσφυγες με τους οποίους ο Ερντογάν απειλούσε, τον περασμένο Μάρτιο, να κατακλύσει την Ευρώπη. Σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης, με εξαίρεση κάποιες στιγμές που στρέφεται προς τον θείο του, ο μικρός έχει τα μάτια του καρφωμένα στο έδαφος. Δάσκαλος στο Ιντλίμπ της Συρίας, ο θείος είναι ο άνθρωπος που του έσωσε τη ζωή κι εκείνος που μας αφηγείται την ιστορία του.
Ολα ξεκίνησαν από τον τρόμο μπροστά σ’ αυτή τη νέα ζωή χωρίς μέλλον. Τι κάνουμε εδώ, αναρωτιόταν το παιδί; Γιατί δεν μπορούμε να πάμε στη θάλασσα, που βρίσκεται τόσο κοντά μας; Γιατί ενώ ακόμη και στην πατρίδα, όπου μας βομβάρδιζαν, με πήγαινες σχολείο, εδώ καθόμαστε άπραγοι για μέρες, ατενίζοντας τις τουρκικές ακτές; Θα είμαστε άραγε για πάντα αιχμάλωτοι; Κι ύστερα, σιγά σιγά, το παιδί σταμάτησε να μιλάει. Σταμάτησε να παίζει. Περνούσε τις μέρες του στο κρεβάτι ή στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα όπου κάθομαι κι εγώ τώρα. Τέρμα το ποδόσφαιρο. Καμία όρεξη για φαγητό, αϋπνίες… Κι ένα πρωί, την ώρα που ο θείος βρισκόταν στην ουρά για το ψωμί της ημέρας, ένας γείτονας είδε να τρέχει αίμα στο αυλάκι της απορροής. Ετρεξε. Το παιδί είχε ανταλλάξει ένα κουτί μπισκότων ανθρωπιστικής βοήθειας που μάζευε επί μία εβδομάδα με ξυραφάκια. Εκοψε τον καρπό του. Εχω δει πολλά στρατόπεδα προσφύγων στη ζωή μου. Σπάνια όμως συνάντησα τόση θλίψη όσο εδώ.

Η έλλειψη νερού

Στη Μόρια, η μεγάλη τραγωδία είναι το νερό. Το νησί, ας το ξαναπούμε, είναι υπέροχο. Καταπράσινο. Ευλογημένο από τους θεούς και από τις βροχές. Αλλά σ’ αυτές εδώ τις καταραμένες εκτάσεις, δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό. Ούτε πηγάδια. Ούτε δεξαμενές, απ’ ό,τι είδα. Μόνο κάτι λίγα ντους. Κάποιες παροχές νερού, λιγότερες από είκοσι, όπου οι άνθρωποι κάνουν ουρές όλη την ημέρα για να γεμίσουν από ένα πλαστικό μπουκάλι ο καθένας. Ενα μπουκάλι ανά κάθε άτομο ανά εικοσιτετράωρο, μου λέει ένας εκπρόσωπος της αφγανικής κοινότητας. Ναι, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, καθένας από αυτούς τις 19.000 πρόσφυγες δεν έχει παρά μόνο ένα λίτρο νερού κάθε μέρα για να πιει, να πλυθεί, να ξυριστεί και να μαγειρέψει. Κάποιες μέρες, όταν κόβεται το τρεχούμενο νερό, δεν έχουν ούτε αυτό το ένα λίτρο και πρέπει να κάνουν οικονομία μέχρι την επόμενη. Κάθε σταγόνα είναι πολύτιμη.

Θέλω να το ξανακούσω για να το πιστέψω. Μου το επιβεβαιώνει ο αρχηγός μιας οικογένειας Χαζάρων, ο οποίος έχει πιάσει τη διπλανή σκηνή με τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά τους, και μου δείχνει, σαν αποδεικτικά στοιχεία, τέσσερις αλφαδιασμένες μπουκάλες με νερό. Είναι μεσημέρι και οι μπουκάλες είναι ήδη μισοάδειες. Πηγαίνω στην πιο κοντινή παροχή νερού για να δω με τα μάτια μου. Βρίσκεται σε ένα ξέφωτο, στα ερείπια καλυβιών που έχουν γκρεμιστεί. Καμιά πενηνταριά γυναίκες βρίσκονται εκεί, κάνοντας ουρά. Κάθε μια κρατάει από ένα πλαστικό μπουκάλι. Κάποιες φορές δύο ή τρία μπουκάλια, εφόσον μπορεί να αποδείξει ότι αντιστοιχούν σε οικογένεια. «Φαίνεται ότι σας εκπλήσσει», μου λέει, σε τέλεια γαλλικά, μια νεαρή από την Αλγερία, που περιμένει τα χαρτιά της εδώ και δεκατρείς μήνες. «Αλλά ναι, είμαι κι εγώ φιλόσοφος. Θαυμάζω τον Καμύ και τον Καμέλ Νταούντ. Κι έχω μια αποκάλυψη για εσάς: πέρα από το νερό, μας λείπει και το σαπούνι».

Οι μισητές κόκκινες, οι μαύρες και οι μαγικές μπλε σφραγίδες

Αλλά το χειρότερο, το πιο φρικτό, είναι οι τουαλέτες. Τι να περιμένουμε όταν ένα παλιό στρατόπεδο με πρόβλεψη για 800 φαντάρους κατέληξε να φιλοξενεί 3.000 πρόσφυγες, οι οποίοι έχουν γίνει σήμερα κοντά 20.000; Υπάρχει η τρύπα της οικογένειας, πίσω από τη σκηνή, όταν το έδαφος προσφέρεται και ο υπόλοιπος κόσμος είναι μακριά. Υπάρχουν οι σκηνές, όπου μπαίνουν ένας ένας και στέκονται πάνω από μια τρυπημένη σανίδα, κάτω από την οποία βρίσκεται μια τάφρος, χωρίς σύστημα αποχέτευσης. Κι ύστερα, υπάρχουν οι δημόσιες τουαλέτες, ας πούμε οι «επίσημες», φτιαγμένες είτε από την ελληνική διοίκηση είτε από ΜΚΟ, και οι οποίες προκαλούν την αγανάκτηση αυτών των ανθρώπων που στερούνται ακόμη κι εδώ την πιο στοιχειώδη ιδιωτικότητα.
Η έντονη αποφορά με κυνηγάει μέχρι τη διπλανή αλάνα, όπου για να ξεχαστώ λίγο κλωτσάω μία μπάλα με κάποια από τα παιδιά του καταυλισμού. Την ίδια ώρα, ουρές σχηματίζονται πιο πέρα. Ουρές κι άλλες ουρές, λες και οι κάτοικοι της Μόριας δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να  στέκονται παρατεταγμένοι σε ουρά. Υπάρχουν κάποιοι που δυσανασχετούν, σπρώχνουν και ζητούν να τελειώνει η διαδικασία. Υπάρχουν άλλοι που βρίσκονται εκεί προληπτικά, χωρίς να χρειάζονται κάτι επειγόντως, αλλά γιατί μέσα στην αβάσταχτη ανία, ο μόνος τρόπος να περάσει ο χρόνος είναι να στέκεται κανείς στην ουρά για όλα και για τίποτα, όλη τη μέρα. Είναι να τρελαίνεται κανείς. Εξευτελισμός. Βασανιστήριο. Την ώρα που η υπόλοιπη Ευρώπη ασχολείται με υγειονομικά θέματα, η Μόρια έχει γίνει τόπος μόλυνσης, διαφθοράς και δυσοσμίας. «Anus mundi».

Το μόνο θαύμα σε αυτό το κλίμα είναι ότι δεν σημειώνονται περισσότερες δολοφονίες και βίαιες πράξεις. Τα βράδια, αφού η αστυνομία αποσυρθεί στους στρατώνες της, πολλά ακούγονται για συγκρούσεις μεταξύ Σουδανών και Σύρων, Αφγανών και Ιρακινών, Αφγανών με Αφγανούς και όλων αυτών εναντίον μιας χούφτας Κονγκολέζων –κάποιοι μουσουλμάνοι, άλλοι χριστιανοί– που θεωρούνται από όλους οι κολασμένοι των κολασμένων. Αλλοι μιλάνε για έναν έφηβο, ο οποίος δέχθηκε μαχαιριές από κάποιον που ήθελε να κλέψει τη σχολική του σάκα, αν και δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω το περιστατικό. Κάποιοι διηγούνται την ιστορία ενός Αφγανού Παστούν, ο οποίος παρενόχλησε μία γυναίκα από την κοιλάδα Παντσίρ, εν μέσω Ραμαζανιού. Μου περιγράφουν την καταδίωξη του δράστη, τη μαχαιριά που του κατάφεραν στο πόδι, τη γάγγραινα, το κώμα. Λίγες ημέρες αργότερα, τον θάνατό του, χωρίς ιατρική φροντίδα, αφού το στρατόπεδο είχε τεθεί σε καραντίνα λόγω COVID-19. Μετά τη διακομιδή του, το νοσοκομείο της Μυτιλήνης αρκέστηκε να διαπιστώσει τον θάνατό του.

Το εκπληκτικό, όμως, είναι ότι η ζούγκλα αυτή δεν είναι εντελώς ζούγκλα. Δεν πρόκειται για εμπόλεμη ζώνη, όπου όλοι μάχονται εναντίον όλων, παρά τον φόβο και το αίσθημα ότι έχουν εγκαταλειφθεί από τους θεούς, τους Ελληνες και τον κόσμο όλο, παρά τα θλιβερά γκράφιτι, που λένε «Δεν είμαστε ζώα» και «Ευρώπη, γιατί μας ξέχασες;». Μεταξύ των ανθρώπων αυτών, που η μοίρα έριξε σε αυτό το νησί, η ανθρωπιά αρνείται επίμονα να σβήσει και οι κινήσεις αλληλεγγύης αποδεικνύουν ότι η ζωή συνεχίζεται.

Βρισκόμαστε στο κεντρικό τμήμα του στρατοπέδου, με τις μόνιμες κατασκευές, όπου οι υπάλληλοι των υπηρεσιών μετανάστευσης έχουν τα γραφεία τους και όπου εδρεύουν αυτοί που διαχειρίζονται τον τραγέλαφο. Σκληραγωγημένοι απέναντι στην ανθρώπινη δυστυχία, αποφασίζουν για τη διαβάθμιση των δυστυχισμένων. Στον πάτο της κλίμακας, η επίφοβη κόκκινη σφραγίδα, που σημαίνει την επ’ αόριστον αναμονή στη Μόρια. Στην κορυφή, οι σπάνιες και μαγικές μπλε σφραγίδες, που επιτρέπουν τη μετακίνηση προς την ενδοχώρα και ανάμεσα στις δύο, η μαύρη σφραγίδα των ανηλίκων ή των ανίατων αρρώστων, που ονομάζονται «Ευάλωτοι» και ίσως κάποια μέρα –χάρη στη μεσολάβηση αδρά αμειβόμενων και άριστα δικτυωμένων τοπικών δικηγόρων– αποκτήσουν το δικαίωμα εξόδου από το Καθαρτήριο, περνώντας από το κόκκινο στο μπλε.

Οι ακρότητες των «υπερασπιστών»

Ηθελα να βρω και τους φασίστες. Οπως όλοι οι αναγνώστες του Paris-Match, είχα δει τις εικόνες ντόπιων που απωθούσαν με τα καμάκια τις λέμβους που έφθαναν από την Τουρκία και ήθελα να ξέρω τι μπορεί να σκέφτεται κάποιος που κάνει κάτι τέτοιο. Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ. Τη συνάντηση την οργάνωσε ο περιφερειάρχης Βορείου Αιγαίου Κωσταντίνος Μουτζούρης στην αίθουσα με τα μπρούτζινα όπου, υποθέτω, συνεδριάζει το περιφερειακό συμβούλιο. Να τοι, λοιπόν, καθισμένοι φρόνιμα ο ένας δίπλα στον άλλο, καθένας μπροστά στο μικρόφωνό του, καμιά εικοσαριά επιφανείς, κάποιοι ψαράδες, άλλοι έμποροι ή καθηγητές, που δεν έχουν άλλο πράγμα στο μυαλό τους παρά μόνο τους μετανάστες. Και αρχίζουν. Για τον εξισλαμισμό του νησιού. Για εκκλησίες που βεβηλώθηκαν. Για διείσδυση του Ισλαμικού Κράτους. Για συνωμοσία του Τζορτζ Σόρος. Για τις κόρες και τις συντρόφους τους που δεν μπορούν πια να βγουν τα βράδια γιατί ορδές ξένων θέλουν να τις βιάσουν. Και, τέλος, το κλου. Ο συνταξιούχος ξενοδοχοϋπάλληλος Κώστας Αλβανόπουλος διηγείται, σαν να επρόκειτο για ηρωική ενέργεια, πως είδε μια βάρκα να περιμαζεύει ναυαγούς και πως όταν διαπίστωσε ότι δεν είχε ελληνική σημαία, ότι ο καπετάνιος ήταν Γερμανός και ότι η ακτοφυλακή δεν έκανε τίποτα για να σταματήσει την αποβίβαση των «εισβολέων», «έγινε έξαλλος» και πήρε τα πράγματα στα χέρια του, απωθώντας τη λέμβο. Είναι υπερήφανος για ό,τι έκανε; Βεβαίως. Παρότι υπήρχε ο κίνδυνος να πνίξει παιδιά; Φυσικά. Περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αυτοαποκαλούμενων υπερασπιστών του νησιού, που διώκονται επειδή έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές; Ναι. Αλλά αφού πρόκειται για την καθαρότητα της ελληνικής φυλής, αξίζει να πάει κανείς στο δικαστήριο. Ναυτία.

Πώς αντιδρά κανείς σε τέτοιο όνειδος; Δυστυχώς, δεν αντιδρά. Απλά περιμένει να μιλήσει η Δικαιοσύνη. Προσπαθούμε να κρατήσουμε μέσα μας, για να μην απελπιστούμε τελείως, κάποιες ωραίες εικόνες. Το πρόσωπο της συμβολαιογράφου Γεωργίας Ρασβίτσου, που με συνόδευσε στο ρεπορτάζ. Με τη σιλουέτα σιλφίδας βγαλμένης από μυθιστόρημα του Λόγγου, του αρχαίου Λέσβιου βάρδου, είναι μια από τις τελευταίες που διασώζουν το πνεύμα αδελφοσύνης και φιλοξενίας με το οποίο έγιναν δεκτοί οι πρώτοι πρόσφυγες στη Σκάλα Συκαμνιάς πριν από πέντε χρόνια, δηλαδή πριν από έναν αιώνα, σαν χιλιάδες Ευρώπες στην πλάτη φτερωτών ταύρων. Κρατάω τη χάρη του Ιησουίτη αδελφού Μορίς Ζουαγιέ, που δεν πτοήθηκε από την εγκληματική πυρκαγιά που τον Μάρτιο έκανε στάχτη σχολείο προσφύγων σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από τη Μόρια και έφτιαξε, με τα ίδια του τα χέρια, ένα καινούργιο σχολείο σε ένα από τα πιο άθλια σημεία του καταυλισμού, σε μια πλαγιά από παλέτες και συμπιεσμένα μπάζα. Το καινούργιο σχολείο είναι έτοιμο να ανοίξει και οι τάξεις, διάσπαρτες σε τρία επίπεδα, θα είναι οι τρεις ενάρετοι κύκλοι της κολάσεως. Και τέλος, καθώς έπεφτε η νύχτα και ο καταυλισμός ετοιμαζόταν να κλείσει και να αναδιπλωθεί στις ανοιχτές πληγές και στους κινδύνους του, δεν θα ξεχάσω την ποιητική εμφάνιση του Κόκο Γούμπα και των τριών μεταναστών με τις υπέροχες φωνές, που έμοιαζαν με τον Φέλα, τον Αλφα Μπλόντι και τον Μπομπ Μάρλεϊ. Τους βρήκαμε ανάμεσα στους πλανόδιους πωλητές που είχαν αραδιάσει στην άσφαλτο φρυγανιές, αναψυκτικά και τσιγάρα, τα οποία πωλούνταν ένα ένα. Ηταν εκεί για τα παιδιά που κάθονταν σε κύκλο γύρω τους; Εδιναν συναυλία στο κοινό του καταυλισμού; Ή αποχαιρετούσαν τους καλοπροαίρετους επισκέπτες από τη Γαλλία τραγουδώντας, με χαμόγελο και δάκρυα στα μάτια, «μην κλαίτε, μην κλαίτε»;

Η απομονωμένη συνοικία των γυναικών

Ο διευθυντής του στρατοπέδου πάει να μας δείξει, πίσω από τις αποθήκες, αυτό που ονομάζει τη συνοικία των γυναικών. Πρόκειται για έναν ημιυπαίθριο διάδρομο, προστατευμένο από μεταλλικό πλέγμα, που οδηγεί σε μικρούς κοιτώνες. Ξαφνικά, πλήθος οργισμένων γυναικών ξεπροβάλλει, με υψωμένες γροθιές, κραυγάζοντας. Οι περισσότερες από αυτές είναι Αφρικανές και φορούν ρούχα γυμναστικής. «Είναι εδώ για σας, αλλά δεν θέλουν να φωτογραφηθούν», τραυλίζει ο διευθυντής, που έχει πανιάσει. Τίποτα από όσα λέει δεν ισχύει. Μας κάνουν νόημα να πλησιάσουμε και σαν εντυπωσιακές Ερινύες ή κάποιες θεότητες της καταιγίδας από τον Ομηρο και τον Ησίοδο, αρχίζουν να ουρλιάζουν: «Moria no good! Moria no good!». Πανικός. Επέμβαση των υπαλλήλων του στρατοπέδου, που προσπαθούν να απομακρύνουν τις γυναίκες. Αφιξη διμοιρίας των ΜΑΤ, την οποία πείθουμε να αποχωρήσει μαζί μας. Ποιες είναι αυτές οι γυναίκες; Γιατί αυτός ο απομονωμένος χώρος; Είναι άραγε «ανύπαντρες», που χρήζουν «προστασίας»; Δεν ξέρω. Απομακρύνομαι απογοητευμένος.

Εφερα μαζί μου μάσκες από το Παρίσι και τετράδια, καθώς και κουτιά παρακεταμόλη. Ισως το έκανα από κομφορμισμό, για να ικανοποιήσω την ανάγκη μου για υποταγή στους υγειονομικούς κανόνες και από πεποίθηση ότι η COVID-19 λαμβάνει στη Μόρια διαστάσεις Αποκάλυψης. Οι ολοκαίνουργιες όμορφες μπλε μάσκες μου έγιναν αμέσως θέμα συζήτησης στο νησί.

Ομάδες παιδιών παρατηρούν από την προηγούμενη μέρα την κόκκινη βαλίτσα που παραδώσαμε στα μέλη των ΜΚΟ. Μόλις πηγαίνουμε να την πάρουμε για να ανέβουμε μέχρι το ξέφωτο, δύο Σύροι μέλη της αντικαθεστωτικής οργάνωσης Λευκά Κράνη που στρατολογήθηκαν για να επιτελέσουν καθήκοντα εποπτείας, μας ζητούν να μοιράσουμε εκεί την «πραμάτεια». Πρώτα τα τετράδια, που παραλαμβάνονται από τους πρόσφυγες σε καθεστώς σχετικής ηρεμίας και μετά το φάρμακα. Την ώρα, όμως, που το πλήθος βλέπει τον «θησαυρό» με τις αστραφτερές μάσκες, ο χαμός αρχίζει. Σπρώξιμο, τρέλα. Η αναταραχή απειλεί να καταλήξει σε γροθιές. «Οχι όλοι μαζί. Ενας  ένας. Μία μάσκα σε κάθε παιδί, μία μόνο. Δεν θα φτάσουν για όλους», φωνάζει ο ένας Σύρος.

Το μόνο που καταφέρνει είναι να αυξήσει την αναταραχή. Η ώρα είναι κατάλληλη για την επικράτηση του πιο δυνατού, όποιου σπρώχνει πιο αποτελεσματικά και πηδάει πιο ψηλά. Βρίσκομαι στη μέση του πλήθους και κοντεύω κι εγώ να πέσω κάτω. Σηκώνω το πακέτο πάνω από το κεφάλι μου και τους φωνάζω να ηρεμήσουν. Δεν πρόκειται για μοιρασιά, αλλά για γιορτή. Καλύτερα από γιορτή, πρόκειται για «χάπενινγκ».

Αφού παραδώσω και την τελευταία μάσκα σε ένα παιδί, ο Σύρος μου λέει ότι στη Μόρια έχει δει όλες τις ασθένειες του κόσμου. Διάρροιες, διφθερίτιδα, σπάνιες και άγνωστες αρρώστιες. Αλλά, έτσι είναι… Ελάχιστα έως καθόλου κρούσματα κορωνοϊού. Πρέπει να γελάσουμε ή να κλάψουμε; Προτιμώ να παρακολουθήσω τα παιδιά, που σπεύδουν να φορέσουν τις καινούργιες μάσκες, λες και ήταν μάσκες του καρναβαλιού».