Ανετοιμότητα να συζητήσει για σοβαρά ζητήματα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, υποτακτική διάθεση απέναντι σε ηγέτες όπως τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αλλά και υποτιμητική συμπεριφορά απέναντι σε πιο «αδύναμους» συνομιλητές καταλογίζει στον Ντόναλντ Τραμπ πλήθος πρώην συνεργατών του στο πλαίσιο πολύμηνης έρευνας του CNNi με θέμα τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Αμερικανού προέδρου. 

Το περιεχόμενο των διαβαθμισμένων εγγράφων από τις τηλεφωνικές επαφές του Τραμπ με τους ξένους ηγέτες, μάλιστα έπεισε, σύμφωνα με το CNNi το οποίο επικαλείται πηγές από τον Λευκό Οίκο και αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών, δύο συμβούλους εθνικής ασφαλείας και τον πλέον μακροχρόνιο προσωπάρχη του ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. 

Το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνομιλιών έκανε τους πρώην ανώτερους αξιωματούχους του Τραμπ –μεταξύ αυτών οι σύμφωνοι εθνικής ασφάλειας Χ.Ρ. ΜακΜάστερ και Τζον Μπόλτον, ο πρώην υπουργός Άμυνας Τζέιμς Ματίς, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και ο πρώην προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Τζον Κέλι, καθώς και αξιωματούχους της υπηρεσίας πληροφοριών- να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος ήταν συχνά «παραληρηματικός», όπως το θέτουν δύο πηγές, στις συμφωνίες του με τους ξένους ηγέτες.

Σύμφωνα με τις πηγές, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να δείχνουν ότι με το πέρασμα του χρόνου ο πρόεδρος βελτίωνε τις δεξιότητές του στις τηλεφωνικές του συνομιλίες με τους περισσότερους ηγέτες ξένων κρατών. Αντιθέτως, λένε, συνέχιζε να πιστεύει ότι μπορούσε είτε να σαγηνεύσει, είτε να εκφοβίσει σχεδόν κάθε ξένο ηγέτη προκειμένου να συνθηκολογήσει με τις επιθυμίες του, ενώ συχνά έθετε στόχους προσαρμοσμένους περισσότερο στη δική του προσωπική ατζέντα και λιγότερο σε αυτό που οι ανώτεροι σύμβουλοί του θεωρούσαν ως εθνικό συμφέρον.

Αυτές οι ανησυχίες που εκφράζουν οι αξιωματούχοι, ειδικότερα αναφορικά με τις συνομιλίες Τραμπ – Πούτιν παίρνουν νέα διάσταση στις αναφορές ότι ο Πρόεδρος ίσως γνώριζε από τον Μάρτιο ότι η Ρωσία είχε προσφέρει ανταλλάγματα στους Ταλιμπάν για να σκοτώσουν Αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, αλλά παρόλα αυτά δεν ανέλαβε καμία δράση.

Πηγές του CNNi ανέφεραν ότι έγιναν πράγματι τηλεφωνήματα μεταξύ του Πούτιν και του Τραμπ σχετικά με την επιθυμία του τελευταίου να τερματίσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο Αφγανιστάν χωρίς ωστόσο να υπάρξει κάποια συζήτηση για τα φημολογούμενα ανταλλάγματα στους Ταλιμπάν.

Ο συχνός συνομιλητής Ερντογάν και η «χαζή» Μέρκελ

Οι τηλεφωνικές συνομιλίες του Τραμπ με τον Ερντογάν ξεπερνούν κατά πολύ σε αριθμό τις επικοινωνίες με οποιονδήποτε άλλο ηγέτη κράτους. Κάποιες φορές μάλιστα ο Ερντογάν τηλεφωνούσε στον Τραμπ τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα και συνδεόταν απευθείας με τον Πρόεδρο, έπειτα από εντολή Τραμπ, σύμφωνα με τις πηγές. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος εκφόβιζε τακτικά και συμπεριφερόταν απαξιωτικά στους ηγέτες των βασικών συμμάχων της χώρας του, και ειδικά σε δύο γυναίκες: την πρώην πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας, Τερέζα Μέι, για την οποία έλεγε ότι είναι αδύναμη και της λείπει το σθένος, και την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, την οποία αποκαλούσε «χαζή».

 

Ο Τραμπ καυχιόταν συνεχώς στους ομολόγους του, μεταξύ των οποίων ο βασιλικός διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν και ο δικτάτορας της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, για την υγεία του και για τα «μεγάλα» επιτεύγματα της προεδρίας του αλλά και για την «ηλιθιότητα» των προκατόχων του, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές.
Κατά τις συζητήσεις του με Πούτιν και Ερντογάν, ο Τραμπ έδειχνε ιδιαίτερη ζέση στο να εξευτελίζει τους πρώην πρωθυπουργούς Τζορτζ Μπους των νεότερο και Μπαράκ Ομπάμα ενώ τόνιζε ότι οι απευθείας συμφωνίες με τον ίδιο –τον Τραμπ- είναι πολύ πιο προσοδοφόρες από ό,τι οι συμφωνίες με τις προηγούμενες διοικήσεις.

Η πλήρης, λεπτομερής εικόνα που σχεδιάζουν οι πηγές του CNNi σχετικά με τις τηλεφωνικές συνομιλίες του Τραμπ είναι συνεπείς με τις βασικές γραμμές του περιορισμένου αριθμού τηλεφωνικών συνομιλιών που περιγράφει στο νέο βιβλίο του «Το δωμάτιο όπου συνέβη» ο πρώην σύμβουλος εθνικής ασφαλείας Τζον Μπόλτον.

Οι τηλεφωνικές συζητήσεις που περιγράφει ωστόσο το CNNi καλύπτουν ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα σε σχέση με το βιβλίο του Μπόλτον, είναι πολύ πιο διεξοδικές και πιο χαρακτηριστικές.

Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Μπόλτον, οι πηγές του CNNi αναφέρουν ότι ο Τραμπ έμοιαζε να συγχωνεύει συνεχώς τα προσωπικά του συμφέροντα –ιδιαίτερα εκείνα της επανεκλογής του και την εκδίκησης των επικριτών και των πολιτικών του αντιπάλων- με το εθνικό συμφέρον.

Προκειμένου να προστατέψει την ανωνυμία των πηγών του, το CNNi δεν αποκαλύπτει τις θέσεις που κατείχαν ούτε μεταφέρει αυτούσια τα λεγόμενά τους.Πρόκειται για περισσότερους από 12 αξιωματούχους οι οποίοι είτε ήταν διαπιστευμένοι να είναι παρόντες κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του Τραμπ είτε τους παρεχόταν αναλυτική περίληψη και αντίγραφο των συνομιλιών αμέσως μετά την ολοκλήρωσή τους. Οι συνεντεύξεις αυτών των πηγών από το CNNi ήταν επαναλαμβανόμενες και διάρκεσαν τέσσερις μήνες φτάνοντας μέχρι τον Ιούνιο.

Οι πηγές ανέφεραν πάντως ότι υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις στις οποίες ο Τραμπ έδρασε υπεύθυνα και με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, κατά τις τηλεφωνικές του συνομιλίες με κάποιους ξένους ηγέτες. Τόσο ο Λευκός Οίκος όσο και οι Κέλι, ΜακΜάστερ και Τίλερσον δεν ανταποκρίθηκαν στο αίτημα του CNNi για σχολιασμό ενώ ο Ματίς αρνήθηκε να σχολιάσει.

Μετά τη δημοσίευση του θέματος, η αναπληρώτρια εκπρόσωπος τύπου του Λευκού Οίκου, Σάρα Μάθιους, δήλωσε: «Ο πρόεδρος Τραμπ είναι διαπραγματευτής παγκόσμιας κλάσης ο οποίος έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή. Είχε διαπραγματευόμενος για τη συμφωνία με την Κίνα είτε συμβάλλοντας στην ήττα του ISIS, ο πρόεδρος Τραμπ έχει δώσει τα διαπιστευτήριά του στην υπεράσπιση των αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων».

Πάντως, ένας άνθρωπος οικείος με σχεδόν όλες τις συνομιλίες του Τραμπ με τους ηγέτες της Ρωσίας, της Τουρκίας, του Καναδά, της Αυστραλίας και της δυτικής Ευρώπης χαρακτηρίζει τις συνδιαλέξεις τόσο «εξευτελιστικές» για τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ που αν αυτές έρχονταν εις γνώση του Κογκρέσου, ακόμη και πολλοί ανώτεροι Ρεπουμπλικανοί δεν θα ήταν σε θέση να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη τους στον Πρόεδρο.

Κατά των ηγετών – ειδικά των γυναικών

Η αρνητική επίδραση από τις συνομιλίες προέρχεται από τον τόνο του Τραμπ, τα ξεσπάσματα οργής του απέναντι σε συμμάχους την ώρα που εμφανίζεται δουλοπρεπής απέναντι σε αυταρχικούς ηγέτες, η άγνοιά του για την ιστορία και την έλλειψη προετοιμασίας, σύμφωνα με τις πηγές. Ο πρώην επικεφαλής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Νταν Κόουτς είχε εκφράσει από τη θέση του την ανησυχία ότι οι τηλεφωνικές συνομιλίες του Τραμπ υπονομεύουν την συνεπή στάση των εξωτερικών σχέσεων και των αμερικανικών συμφερόντων ανά την υφήλιο, λέει μία από τις πηγές του CNNi. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο πρώην προσωπάρχης Κέλι έκανε λόγο για τον ζημιογόνο αντίκτυπο των κλήσεων του προέδρου στα θέματα εθνικής ασφάλειας.

Δύο πηγές σύγκριναν πολλές από τις τηλεφωνικές συνομιλίες του Τραμπ με τους ξένους ηγέτες με τις πρόσφατες «ενημερώσεις» τύπου του προέδρου για την πανδημία του κορωνοϊού: ελεύθερη φόρμα, παραμέληση των γεγονότων και έλλειψη ροής, εικασίες αχαλίνωτη φαντασία, διακηρύξεις βάσει ψευδαισθήσεων, αναπαραγωγή απόψεων παρουσιαστών του Fox ΤV και παραπληροφόρηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Εκτός από την Μέι και την Μέρκελ, ο Τραμπ εκφόβιζε τακτικά και υποτιμούσε και άλλους δυτικούς ηγέτες κατά τις μεταξύ τους τηλεφωνικές συνομιλίες, ανάμεσα στους οποίος ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τριντό και ο Αυστραλός πρωθυπουργός Σκοτ Μόρισον –με τον ίδιο εχθρικό και επιθετικό τρόπο με τον οποίο συζητούσε για τον κορωνοϊό με κάποιους από τους κυβερνήτες της Αμερικής.

Εκτός από τον Ερντογάν, ένας ακόμη ηγέτης με τον οποίο ο πρόεδρος διατηρούσε πολύ συχνή τηλεφωνική επικοινωνία ήταν ο Εμανουέλ Μακρόν με τον Γάλλο πρόεδρο να προσπαθεί συχνά, σύμφωνα πάντα με τις πηγές του CNNi, να πείσει τον Τραμπ να αλλάξει στάση απέναντι σε θέματα περιβάλλοντος και πολιτικής ασφάλειας, μεταξύ των οποίων η κλιματική αλλαγή και η αποχώρηση των ΗΠΑ από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Ωστόσο ο Μακρόν δεν έφτανε «πουθενά» σε θέματα ουσίας, την ώρα που ο Τραμπ ενοχλούνταν με το πλήθος των γαλλικών αιτημάτων με αποτέλεσμα να τον υποβάλει σε μακροσκελείς διαλέξεις και «ραπίσματα», ειδικά για τη στάση της Γαλλίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στο ΝΑΤΟ αλλά και τη μεταναστευτική πολιτική.

Αλλά τις πιο μοχθηρές του επιθέσεις, λένε οι πηγές, τις επεφύλασσε στις γυναίκες – ηγέτιδες. Κατά τις συζητήσεις του με τη Μέι και την Μέρκελ ο Αμερικανός πρόεδρος συνήθιζε να τις υποβαθμίζει τόσο που μια πηγή περιγράφει τα τηλεφωνήματα ως «σχεδόν σαδιστικά» λέγοντας: «ορισμένα από όσα έχει πει στην Μέρκελ είναι απίστευτα. Την αποκαλούσε ανόητη και την κατηγορούσε ότι είναι στο τσεπάκι των Ρώσων. Στο τηλέφωνο είναι πιο σκληρός με αυτούς που θεωρεί ως πιο αδύναμους και πιο αδύναμος με αυτούς που θα έπρεπε να είναι σκληρός».

Το επίπεδο των συνομιλιών μάλιστα ήταν τέτοιο που Γερμανός αξιωματούχος είπε στο CNNi ότι στο Βερολίνο λαμβάνονταν ειδικά μέτρα προκειμένου το περιεχόμενο των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων να μείνει κρυφό. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, ο κύκλος των ανθρώπων που γνώριζαν τι έλεγε ο Τραμπ στη Μέρκελ είχε περιοριστεί «σε έναν μικρό κύκλο ανθρώπων, γιατί οι επαφές τους ήταν προβληματικές».

Το ίδιο «εξευτελιστικός και εκφοβιστικός» εμφανίζεται ο Τραμπ και απέναντι στην Τερέζα Μέι την οποία εμφανίζεται να χαρακτηρίζει ως «χαζή» και χωρίς σθένος όσον αφορά στην προσέγγισή της στο θέμα του Brexit, του ΝΑΤΟ αλλά και του μεταναστευτικού.

Οι μάρτυρες κάνουν λόγο για άσχημη συμπεριφορά «χωρίς φίλτρο» είτε ο λόγος του εκνευρισμού του ήταν το Brexit είτε ο κορωνοϊός.

Παρά τις επιθέσεις, όμως, η Μέρκελ παρέμεινε ήρεμη και απαθής, απαντώντας στον Τραμπ με στοιχεία ενώ αντίθετα η Μέι γινόταν νευρική «καθώς στόχος του Τραμπ ήταν να την εκφοβίσει».

Τα τηλεφωνήματα με Πούτιν-Ερντογάν

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του CNNi, στα τηλεφωνήματα με Ερντογάν και Πούτιν, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται σχεδόν πάντα απροετοίμαστος με αποτέλεσμα να τον εκμεταλλεύονται με διάφορους τρόπους οι ηγέτες Τουρκίας και Ρωσίας – εν μέρει καθώς αυτές οι συνομιλίες (όπως και με τους περισσότερους ηγέτες χωρών), καταγράφονταν σχεδόν με βεβαιότητα από τις μυστικές υπηρεσίες και άλλες υπηρεσίες των χωρών τους.

Κατά τις τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις με τον Πούτιν ο πρόεδρος μιλούσε σχεδόν μόνο για τον εαυτό του, λέει μια πηγή. «Ο Πούτιν τον “έπαιζε στα δάχτυλα”» δηλώνει η ίδια πηγή και παρομοιάζει τον Ρώσο πρόεδρο ως μάστερ στο σκάκι και τον πρόεδρο των ΗΠΑ ως ένα περιστασιακό παίχτη. «Ενώ ο Πούτι αποσταθεροποιεί τη Δύση ο Τραμπ κάθεται και πιστεύει ότι μπορεί να το παίζει επιχειρηματίας και σκληρός άνδρας τον οποίο ο πρόεδρος της Ρωσίας θα σέβεται» προσθέτει η ίδια πηγή. (Κατά καιρούς, οι συζητήσεις Πούτιν – Τραμπ ακούγονταν σαν «δύο άνδρες σε χαμάμ», λέει μια πηγή).

Στις αμέτρητες συζητήσεις του με τον Πούτιν, όπως αυτές περιγράφτηκαν στο CNNi, άφηνε εμβρόντητους τους κορυφαίους συμβούλους του όχι τόσο για τις συγκεκριμένες παραχωρήσεις που έκανε, όσο για τον τρόπο του – εμφανιζόταν παράλογα περιποιητικός και υποτακτικός στον Πούτιν ενώ έμοιαζε να αναζητά την αποδοχή του- την ίδια στιγμή που ουσιαστικά αγνοούσε τις συμβουλές των εμπειρογνωμόνων πάνω σε σημαντικά θέματα της διμερούς ατζέντας, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, και η συμφωνία ελέγχου όπλων, η οποία ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε με τρόπο που να προωθεί κοινούς ρωσικούς και αμερικανικούς στόχους.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, ο Τραμπ είχε αναδείξει το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» ως πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής του, προωθώντας την άποψη ότι οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι της Αμερικής είχαν εκμεταλλευτεί οικονομικά την καλή θέληση των ΗΠΑ στο εμπόριο. Και ότι οι στενότεροι σύμμαχοι της Αμερικής πρέπει να αυξήσουν το μερίδιό τους στις συλλογικές αμυντικές δαπάνες. Δικαιολογεί συχνά τον φαινομενικό του σεβασμό στον Πούτιν υποστηρίζοντας ότι η Ρωσία είναι ένας σημαντικός παγκόσμιος παίκτης και ότι είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να έχουν μια εποικοδομητική και φιλική σχέση – που απαιτεί επανασύνδεση με τη Μόσχα μέσω του προσωπικού του διαλόγου με τον Πούτιν.

Όπως λένε οι πηγές του CNN o Τραμπ με τη στάση του «αναβάθμιζε» αφελώς τη Ρωσία βάζοντας την στο ίδιο επίπεδο με τις ΗΠΑ «χαρίζοντας το πλεονέκτημα που είχε κερδηθεί με δυσκολία κατά τον Ψυχρό Πόλεμο». «Τους έδωσε μια σανίδα σωτηρίας. Παίζει με κάτι που δεν κατανοεί και τους δίνει δύναμη που θα χρησιμοποιήσουν επιθετικά» προσθέτει η ίδια πηγή.

Οι αξιωματούχοι που επικαλείται ο Τραμπ θεωρούν ότι η απόφαση του Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία –κίνηση που ωφέλησε τόσο την Τουρκία όσο και τη Ρωσία- ως ίσως το πιο θλιβερό παράδειγμα. «Εγκατέλειψε το μαγαζί», λέει ένας εξ αυτών.

Ιδιαίτερα ανήσυχοι εμφανίζονται οι πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι Κέλι, Μπόλτον και ΜακΜάστερ για τη συχνότητα των τηλεφωνικών επαφών με τον Ερντογάν –κατά τις οποίες ο Τούρκος πρόεδρος συνεχώς πίεζε τον Τραμπ για πολιτική συναίνεση και άλλες χάρες. Επιπλέον τους ανησυχούσε η ευκολία με την οποία ο Ερντογάν παρέκαμπτε όποτε ήθελε τα πρωτόκολλα και τις προβλεπόμενες διαδικασίες προκειμένου να φτάσει στον πρόεδρο. Ο Ερντογάν ήταν τέτοιος γνώστης του πότε μπορούσε να μιλήσει απευθείας με τον Τραμπ, που ορισμένοι εργαζόμενοι στον Λευκό Οίκο έχουν πεισθεί ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας στην Ουάσινγκτον παρακολουθούν το πρόγραμμα του Τραμπ και ενημερώνουν τον Ερντογάν για το πότε ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι διαθέσιμος για ένα τηλεφώνημα».

Ορισμένα από τα τηλεφωνήματα έγιναν, μάλιστα, την ώρα που ο Τραμπ έπαιζε γκολφ και ο Αμερικανός πρόεδρος μπορούσε να καθυστερήσει το παιχνίδι του για να μιλήσει με τον Τούρκο ομόλογό του.

Δύο πηγές που επικαλείται το αμερικανικό δίκτυο περιγράφουν τον Τραμπ ως ανενημέρωτο για το Συριακό και τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής εν γένει με αποτέλεσμα συχνά να αιφνιδιάζεται και να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις πολιτικές συζητήσεις με τον Ερντογάν.

Οι πηγές ανέφεραν ότι οι βλαβερές πολιτικές αποφάσεις των ΗΠΑ για τη Συρία – συμπεριλαμβανομένης της οδηγίας του Προέδρου για απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα, οι οποίες στη συνέχεια επέτρεψαν στην Τουρκία να επιτεθεί στους Κούρδους που βοήθησαν τις ΗΠΑ να πολεμήσουν το ISIS και εξασθένησαν τον ρόλο του ΝΑΤΟ στη σύγκρουση – ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την ικανότητα του Ερντογάν να πετυχαίνει τον σκοπό του κατά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Τραμπ.

Σύμφωνα πάντα με τις πηγές, υπήρξαν και στιγμές εκνευρισμού μεταξύ των δύο αντρών. Μία από αυτές ήταν όταν ο Τούρκος πρόεδρος αρνούνταν την αποφυλάκιση του Αμερικανού ευαγγελιστή πάστορα, Άντριου Μπράνσον, όταν αυτός κατηγορήθηκε το 2016, κατά το επιχειρηθέν πραξικόπημα κατά του Ερντογάν για συνέργεια σε τρομοκρατία. Τελικά ο Μπράνσον αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 2018.

Μια ομάδα… μόνος 

Στις απομαγνητοφωνήσεις φαίνεται, επίσης, να επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί Μπόλτον για τη συζήτηση του 2018 στην οποία ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε ένα υπόμνημα στον Τραμπ υποστηρίζοντας ότι μια τουρκική εταιρεία που ήταν υπό έρευνα στις ΗΠΑ ήταν αθώα.

«Ο Τραμπ τότε είπε στον Ερντογάν ότι θα το φροντίσει, εξηγώντας ότι οι εισαγγελείς αυτοί δεν ήταν δικοί του άνθρωποι αλλά του Ομπάμα, ένα πρόβλημα που έλυνε με την αντικατάστασή τους από δικούς του ανθρώπους» γράφει χαρακτηριστικά ο Μπόλτον.

Οι πηγές του αμερικανικού δικτύου, πάντως, υποστηρίζουν ότι όσα αναφέρονται στα τηλεφωνήματα δεν αποτελούν βάση για παραπομπή του Τραμπ στη δικαιοσύνη αλλά αντίθετα αποτελούν απόδειξη για το πόσο ακατάλληλος είναι ο πρόεδρος των ΗΠΑ για το αξίωμά του.

Κατά τις πολλές τηλεφωνικές του επικοινωνίες με τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αυσταλίας και του Καναδά, τους μεγαλύτερους δηλαδή συμμάχους των ΗΠΑ τα τελευταία 75 χρόνια, ο Τραμπ εκκινούσε τις συνομιλίες εκφράζοντας ένα παράπονο, ανεξάρτητα με το ποια ήταν η ατζέντα της συζήτησης, λένε οι πηγές. 

«Όλα ήταν πάντα προσωποποιμένα, όλοι έκαναν φρικτά πράγματα για να μας εξαπατήσουν –το οποίο σήμαινε για να ‘τον’ εξαπατήσουν. Δεν μπορούσε –ή δεν ήθελε- να δει ή να εστιάσει στην μεγαλύτερη εικόνα», λέει ένας Αμερικανός αξιωματούχος.

Καταλήγοντας, οι πηγές συμφωνούν ότι «δεν υπήρχε καμία αίσθηση ‘Team America’ στις συνομιλίες» ή μία αίσθηση των Ηνωμένων Πολιτειών ως μια ιστορική δύναμη με συγκεκριμένες δημοκρατικές αρχές και ηγεσία στον ελεύθερο κόσμο. «Το αντίθετο. Ήταν σαν οι Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν εξαφανιστεί. Ήταν πάντα ‘Μόνο εγώ’».