Αντιμέτωπος με τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το πολιτικό του μέλλον βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δέχεται χτυπήματα από απανωτές κρίσεις, για τις οποίες φέρει και ο ίδιος ευθύνη, τη στιγμή που μάχεται για την επανεκλογή του στον προεδρικό θώκο.

Από το 2017, όταν ξεκίνησε η θητεία του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει… επιβιώσει από αρκετές κρίσεις, ενώ το γεγονός ότι γλίτωσε από τη διαδικασία παραπομπής του, τον περασμένο Φεβρουάριο, του έδωσε την ώθηση που αναζητούσε για να διεκδικήσει ως φαβορί μία δεύτερη θητεία.

Τώρα, όμως είναι αντιμέτωπος με ένα τριπλό πρόβλημα, τη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση του αιώνα, την χειρότερη οικονομική ύφεση εδώ και δεκαετίες και την μεγαλύτερη κοινωνική αναταραχή των τελευταίων ετών.

Σε όλες τις περιπτώσεις, βέβαια, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει βάλει και το δικό του λιθαράκι, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά και, πλέον, ο μανδύας του αχτύπητου έχει αρχίσει να απομακρύνεται.

Αυτή την εβδομάδα, οι δηλώσεις του για στρατιωτική καταστολή της εξέγερσης στις ΗΠΑ τον έφεραν αντιμέτωπο με σφοδρότατη κριτική από ακτιβιστές, θρησκευτικούς ηγέτες, μέλη της κυβέρνησής του, Δημοκρατικούς, ακόμη και κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών. Μέχρι και ο πρώην πρόεδρος Τζορτζ Μπους ένιωσε την ανάγκη να τοποθετηθεί για τα γεγονότα.

Οι χιλιάδες νεκροί και η ολική επαναφορά Μπάιντεν

Η μεγαλύτερη ανησυχία για τον Ντόναλντ Τραμπ και την επανεκλογή του είναι το γεγονός πως σε όλες τις δημοσκοπήσεις καταγράφονται ξεκάθαρα σημάδια υποχώρησης της υποστήριξης προς το πρόσωπό του, ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, η οποία έχει κοστίσει τη ζωή σε περίπου 110.000 Αμερικανούς και έχει αφήσει άνεργους δεκάδες εκατομμύρια.

Την ίδια στιγμή, ο Δημοκρατικός αντίπαλός του, Τζο Μπάιντεν, έχει επανακάμψει μετά το lockdown στέλνοντας μηνύματα ενότητας και κοινωνικής ηρεμίας που είναι εκ διαμέτρου αντίθετα από τις κραυγές του προέδρου για «τραμπούκους», «τρομοκράτες» και «αλήτες».

Μέχρι στιγμής ο επιθετικός τόνος του Τραμπ δεν τον βοηθάει καθόλου, ενώ πρόσφατη δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos δείχνει ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών (Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί) και ακόμη περισσότεροι ανεξάρτητοι εκφράζουν συμπάθεια προς τους διαδηλωτές και δεν εγκρίνουν το πολεμικό του ύφος.

Η πολεμική ρητορική μπορεί να αντιστρέψει το κλίμα;

Οι Ρεπουμπλικανοί λένε ότι ήρθε η ώρα να αλλάξει το κλίμα, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η οικονομία ανοίγει ξανά και σημειώνουν ότι εάν οι διαδηλωτές επιμείνουν, τότε η κοινή γνώμη θα αρχίσει να βλέπει πιο θετικά τη σκληρή στάση του Τραμπ.

«Όσο άθλιο κι αν είναι αυτό, δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να ορίσει τη δημόσια συζήτηση όπως ο ίδιος θέλει. “Νόμος και τάξη” εναντίον “χάος”» δηλώνει στο Reuters ο Νταγκ Χέι, πρώην αξιωματούχος της εθνικής επιτροπής των Ρεπουμπλικανών και πολέμιος του προέδρου.

Πηγή κοντά στην εκλογική ομάδα του Ντόναλντ Τραμπ αναφέρει ότι οι διαδηλώσεις έχουν απομακρύνει την προσοχή από τους χειρισμούς της κυβέρνησης στην πανδημία, για τους οποίους έχει δεχθεί σκληρή κριτική. Και ο ίδιος ο Τραμπ ενδέχεται να ευνοηθεί από τη συγκυρία εάν οι πολιτείες συνεχίζουν να ανοίγουν τις οικονομίες τους και αρχίσει να πέφτει η ανεργία.

Οι αριθμοί δεν ευνοούν τον πρόεδρο

Προς το παρόν, όμως, τα νούμερα είναι αμείλικτα. Το 55% των Αμερικανών δεν εγκρίνει τους χειρισμούς του στο θέμα των διαδηλώσεων, ανάμεσά τους ένα 40% που απορρίπτει κατηγορηματικά. Μόλις το ένα τρίτο των πολιτών εγκρίνουν τη ρητορική αυτή και τις κινήσεις.

Μία ξεχωριστή έρευνα του Reuters έδειξε ότι ο Μπάιντεν προηγείται με τουλάχιστον δέκα μονάδες του Τραμπ, το μεγαλύτερο προβάδισμα από τη στιγμή που ο πρώην αντιπρόεδρος έγινε ο μοναδικός υποψήφιος των Δημοκρατικών, στις αρχές Απριλίου.

Αυτή την εβδομάδα, για πρώτη φορά, ο Μπάιντεν πέρασε στη θέση του φαβορί για να κερδίσει την επόμενη προεδρική θητεία, ενώ απομένουν ακόμη πέντε μήνες προεκλογικής εκστρατείας.

Από τον Μάρτιο και μετά τα στοιχεία δείχνουν ότι τα ποσοστά αποδοχής του Ντόναλντ Τραμπ, τα οποία παρέμεναν αρκετά υψηλά παρά τις όποιες παλινωδίες των τελευταίων ετών, έχουν αρχίσει να πέφτουν, ιδιαίτερα σε δημογραφικές ομάδες που μπορεί να αποδειχθούν κομβικές για τον νικητή της κούρσας.

Ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός Αμερικανών με ετήσιο εισόδημα παραπάνω από 100.000 δολάρια, οι ψηφοφόροι ανάμεσα στα 35-54 και οι λευκές γυναίκες με πανεπιστημιακή μόρφωση δηλώνουν ότι προσανατολίζονται στο να στηρίξουν τον Τζο Μπάιντεν.

Τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ στην πρώτη ομάδα έχουν πέσει 15 μονάδες το τελευταίο δίμηνο, ενώ ανάμεσα στις λευκές γυναίκες πανεπιστημιακής εκπαίδευσης η υποστήριξη προς τον Μπάιντεν είναι κατά 23 μονάδες μεγαλύτερη. Σημειώνεται ότι η Κλίντον στις εκλογές του 2016 νίκησε σε αυτή την κατηγορία με μόλις επτά μονάδες.

Ωστόσο, και το 2016, η υποψήφια των Δημοκρατικών σε αντίστοιχο σημείο προηγούνταν με περίπου πέντε μονάδες και η απρόσμενη νίκη του στις εκλογές εκείνου του Νοέμβρη κάνει τους συνεργάτες του προέδρου να εκτιμούν ότι μπορεί να συμβεί ξανά το ίδιο.