Κατά τον υπουργό Εργασίας Γιάννη Βρούτση, ο νέος ασφαλιστικός νόμος που συζητείται από χθες στην Βουλή αποτελεί «νόμο-τομή» που «θα αλλάξει το μέλλον όχι μόνον των σημερινών γενεών αλλά και των επόμενων». «Είναι», δήλωσε ο κ. Βρούτσης χθες το βράδυ στην Βουλή, «ένας ιστορικός νόμος, ο οποίος ήρθε για να αποκαταστήσει αδικίες του παρελθόντος, και να ευθυγραμμιστεί με τη συνταγματική τάξη».

Στην πραγματικότητα, όμως, ο νόμος Βρούτση είναι όντως ιστορικός για τους εντελώς διαφορετικούς λόγους: Για την πραγματικά… ιστορική ταξική μονομέρεια που αποτυπώνει και διότι επίσης θα αλλάξει όντως το μέλλον των επόμενων γενεών με την περαιτέρω συρρίκνωση του εισοδήματός τους.

Ουσιαστικά, και όπως δείχνουν με τεκμηριωμένα στοιχεία και αριθμούς, πηγές του ΣΥΡΙΖΑ, οι 9 στους 10 συνταξιούχους θα χάσουν εισόδημα, αντί να κερδίσουν, με το νέο ασφαλιστικό. Και μπορεί ο Γιάννης Βρούτσης να διακηρύσσει πως έρχονται αυξήσεις για την μεγάλη πλειοψηφία των συνταξιούχων, οι αριθμοί όμως λένε πως οι καθαρά ωφελημένοι από την αύξηση της επικουρικής σύνταξης θα είναι μόλις 251.000, ενώ απώλειες στο συνολικό εισόδημα από την κατάργηση της 13ης σύνταξης θα έχουν  2.500.048 συνταξιούχοι. Δηλαδή, η  κατάργηση της 13ης σύνταξης ουσιαστικά φέρνει απώλειες στο τελικό ισοζύγιο για την συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων, πραγματικότητα που http://tvxs.gr/news/ellada/sxolikos-ekfobismos-ena-koinoniko-problima-ol… http://tvxs.gr/news/sinema/prosfygiki-krisi-okto-ntokimanter-gia-simantikotero-zitima-tis-epoxi-mas” target=”_blank”>αποτυπώνεται και στην αναλογιστική μελέτη του ίδιου του νομοσχέδιου αλλά και στο γεγονός ότι η συνολική δαπάνη που προβλέπεται στον προϋπολογισμό του 2020 για τις συντάξεις είναι κατά 200 εκατομμύρια  ευρώ χαμηλότερη σε σχέση με εκείνη του 2019.

Μεγάλος μύθος του ασφαλιστικού Βρούτση είναι επίσης ότι έρχονται αυξήσεις στις συνολικές συντάξεις για όσους έχουν πολλά έτη ασφάλισης. Η πραγματικότητα είναι πως αυξήσεις στις συντάξεις θα δει μόνον μια πολύ μικρή κατηγορία που έχει συμπληρώσει από 30 έως 40 έτη ασφάλισης και για την οποία θα ανέβουν τα ποσοστά αναπλήρωσης. Και σε αυτήν την κατηγορία όμως, όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν το 2016, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία, θα έχουν λογιστική, όχι πραγματική αύξηση, καθώς αυτή θα απορροφηθεί από την προσωπική διαφορά. «Όσοι είναι συνταξιούχοι πριν το 2016 δεν θα έχουν αύξηση στην κύρια σύνταξη», τόνισε χθες η τομεάρχης Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ Εφη Αχτσιόγλου εξηγώντας ότι «μικρή αύξηση θα δουν οι μετά το 2016 συνταξιούχοι με πάνω από 30 χρόνια ασφάλισης στην κύρια σύνταξή τους, πολύ μικρή μερίδα, περίπου 70.000 από τα 2.600.000 συνταξιούχους». Πιθανές απώλειες εκτιμάται ότι μπορεί να υπάρξουν και για όσους έχουν πάνω από 40 έτη ασφάλισης καθώς για εκείνους το ποσοστό αναπλήρωσης μειώνεται κάθετα από 2 % σε 0,5%.

Πηγές του ΣΥΡΙΖΑ επίσης επισημαίνουν πως οι επιμέρους αυξήσεις θα αφορούν μόνον 251.000 συνταξιούχους, ενώ συνολικές απώλειες την ίδια ώρα από την κατάργηση της 13ης σύνταξης θα υποστούν 2.500.000 συνταξιούχοι. Όπως εξηγούν και εδώ, αφαιρείται από την μία πλευρά το κατώφλι προστασίας των 1.300 ευρώ (αθροιστικά κύρια και επικουρική) που είχε θεσπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ και, από την άλλη, προβλέπεται «διόρθωση» στις επικουρικές, με χρήση του κονδυλίου της 13ης σύνταξης και μάλιστα όχι ολόκληρο. Για να προκύψουν, δε, αυτές οι επιμέρους αυξήσεις σε όσους έχουν άθροισμα κύριας και επικουρικής πάνω από 1.300 ευρώ και έχουν συνταξιοδοτηθεί πριν το 2016 και για τις κύριες όσους έχουν μεταξύ 30 και 40 ετών ασφάλισης με συνταξιοδότηση μετά το 2016, δηλαδή περίπου το 10% των σημερινών συνταξιούχων), αφαιρεί τεράστιο εισόδημα και ενίσχυση από τους 9 στους 10 συνταξιούχους, την μεγάλη μερίδα των χαμηλών και μεσαίων συνταξιούχων.

Η τρίτη μεγάλη – και ταξική – αδικία του ασφαλιστικού Βρούτση, έρχεται με το νέο σύστημα εισφορών οι οποίες αποσυνδέονται από το πραγματικό εισόδημα. Κάποιος με 70.000, 100.000, 200.000 ευρώ ετήσιο εισόδημα ή και με ακόμα μεγαλύτερο θα καταβάλλει την ίδια εισφορά με αυτόν που έχει 7.000, 6.000, 5.000 ευρώ. Στην πράξη, δηλαδή, οι ασθενέστεροι οικονομικά, θα έχουν πολλαπλάσια επιβάρυνση από τους έχοντες αφού η ελάχιστη υποχρεωτική εισφορά αυξάνεται από 185 σε 220 ευρώ τον μήνα. Αυτό σημαίνει πως οι 9 στους δέκα επαγγελματίες των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων θα δουν αύξηση 20% στις εισφορές τους. Πρόκειται για την επαναφορά του συστήματος των κλάσεων, που ευνοεί κατάφωρα τα υψηλά εισοδήματα σε βάρος των χαμηλών και των μεσαίων.