Σύμφωνα με την ανάλυση και τους τεχνοκράτες του ΣΕΒ η κυβέρνηση Τσίπρα είχε ακολουθήσει «μαξιμαλιστική πολιτική το 2019» σε ό,τι αφορά την αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία – πάντοτε κατά τους βιομηχάνους «φαίνεται να έχει οδηγήσει και σε επιβράδυνση της απασχόλησης» και απειλεί την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Εξ ου και συνίστατο στην νυν κυβέρνηση «να επιδείξει σύνεση» στο θέμα του κατώτατου μισθού – δηλαδή, να μην προχωρήσει σε νέα αύξησή του.

«Η ετήσια μεταβολή του μέσου μισθού των εργαζομένων με μερική απασχόληση (καθώς, κατά τεκμήριο, επηρεάζονται περισσότερο από τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού) ανήλθε τον Ιούλιο 2019 σε +9% από +4,7% τον Φεβρουάριο του 2019, όταν σημειώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά +11%», ανέφερε ακριβώς το προηγούμενο δελτίο οικονομικών εξελίξεων του ΣΕΒ. Και πρόσθετε πως «αντίθετα, ο ρυθμός δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας στο 7μηνο του 2019 (+281,8 χιλ.) επιβραδύνθηκε σε σχέση με το 2018 (+289,6 χιλ.)», χωρίς πάντως να τεκμηριώνει την σύνδεση ανάμεσα στην εν λόγω επιβράδυνση και την μισθολογική αύξηση.

Σήμερα το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, με πολύ πιο συγκεκριμένους δείκτες και στοιχεία, αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο: Πως η οικονομική δραστηριότητα επιταχύνεται, η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται και – κυρίως – πως το γενικό μισθολογικό κόστος αντί να αυξάνεται, μειώνεται για πρώτη φορά μετά από επτά συνεχόμενα τρίμηνα ανόδου. Αρα, μειώνεται και η συνολική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις και την περίφημη «ανταγωνιστικότητά» τους στην οποία επιμένει ο ΣΕΒ.

«Η εξέλιξη αυτή», αναφέρεται επί λέξει στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, «αποτελεί ένδειξη της περιορισμένης επίδρασης της αύξησης του κατώτατου μισθού (από τον Ιανουάριο 2019) στους υπόλοιπους μισθούς της οικονομίας (spillover). Αυτή η διαπίστωση, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αυξητικής τάσης στην απασχόληση, δεν επιβεβαιώνει τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί σχετικά με τις ενδεχόμενες δυσμενείς επιδράσεις της αύξησης του κατώτατου μισθού και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού».

Τα στοιχεία αυτά καταρρίπτουν πλήρως το αφήγημα του τριπλού άξονα βιομηχάνων, ΔΝΤ και κυβέρνησης που, σε άτυπη σύμπραξη, έχουν ήδη παραπέμψει στις καλένδες – δια της μετάθεσής της στους κοινωνικούς εταίρους – την νέα αύξηση του κατώτατου μισθού. Και εκθέτουν ακόμη περισσότερο τον ίδιο τον πρωθυπουργό, που προεκλογικά υποσχόταν άυξηση κατώτατου μισθού σε ποσοστό διπλάσιο από την αύξηση του ΑΕΠ και τώρα παραπέμπει αορίστως το θέμα στο καλοκαίρι και στην «αξιολόγηση» των δυνατοτήτων της οικονομίας και του υπαρκτού δημοσιονομικού χώρου.

Ακόμη πιο εκτεθειμένος, δε, κινδυνεύει να βρεθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης εάν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες των τελευταίων ημερών από το οικονομικό επιτελείο, σύμφωνα με τις οποίες προκύπτει ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης είναι η περαιτέρω ελάφρυνση των επιχειρήσεων στις οποίες έχει ήδη μειωθεί ο συντελεστής φορολόγησης από το 28% στο 24%.

 

Συγκεκριμένα, το σχέδιο που προωθεί η κυβέρνηση φέρεται να περιλαμβάνει χρησιμοποίηση μέρους των επιστροφών από τα ANFA’s και τα SNP’s – δηλαδή, τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούσαν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες – για να ελαφρύνει περαιτέρω φορολογικά τις επιχειρήσεις. Το σχέδιο αυτό βασίζεται στο αίτημα που έχει ήδη καταθέσει το υπουργείο Οικονομικών στους θεσμούς να αποδεχθούν χρησιμοποίηση των χρημάτων που θα επιστραφούν στην Ελλάδα για την χρηματοδότηση δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων αντί της διοχέτευσής τους στο μαξιλάρι» των 37 δις όπως προέβλεπε η συμφωνία για την ρύθμιση του χρέους.

Εάν το αίτημα γίνει δεκτό, στόχος της κυβέρνησης είναι να δώσει στις επιχειρήσεις μείωση της προκαταβολής φόρου από το 95% στο 70% εν είδει κινήτρων και ανταμοιβής για να προχωρήσουν σε επενδύσεις. Κι όλα αυτά, την ώρα που ακόμη και ο ίδιος ο ΣΕΒ αναγνωρίζει σήμερα ότι η μεσαία εισοδηματική τάξη καταβάλλει πλέον το 51% των φορολογικών εσόδων, ενώ πριν την κρίση κατέβαλε το 39,3%. Και αντίστοιχα, η υψηλότερη εισοδηματική τάξη καταβάλει το 38,1% των φορολογικών εσόδων.