Η Ελλάδα, κατά δήλωση και του Κυριάκου Μητσοτάκη, εμφανίζεται απολύτως δεδομένη για τις ΗΠΑ. Ήταν η μόνη χώρα της ΕΕ που στήριξε, δια στόματος Κ. Μητσοτάκη, την εκτέλεση του Ιρανού Στρατηγού Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ, δήλωση που οδήγησε σε έντονο διάβημα από το Ιράν. Αποστέλλει συστοιχίες Patriot και δεκάδες στρατιώτες στη Σαουδική Αραβία για την προστασία των υποδομών της χώρας χωρίς καμία διεθνή ομπρέλα, αποκλίνοντας από το δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Ενώ, δεν προέβη σε σχόλιο για το σχέδιο Τραμπ για την Παλαιστίνη σε αντίθεση με την ΕΕ, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία, Εσθονία, Βέλγιο που τόνισαν ότι αποκλίνει από τις αποφάσεις του ΟΗΕ.

Το «αντίβαρο» στην παραπάνω πολιτική είναι μόνο μεμονωμένες συμβολικές κινήσεις, όπως η αποχώρηση των Ελλήνων βουλευτών από την κοινοβουλευτική συνέλευση του ΝΑΤΟ, οι οποίες όμως, όπως σημειώνει ο Σωτήρης Ρούσσος, αναπληρωτής καθηγητής και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο Tvxs.gr «άνευ σημασίας γιατί η κοινοβουλευτική συνέλευση του ΝΑΤΟ δεν είναι αποφασιστικό μέρος του ΝΑΤΟ, δεν είναι καν μέρος της δομής του ΝΑΤΟ. Καλώς έπραξαν οι βουλευτές, σε συμβολικό επίπεδο. Αλλά σε ουσιαστικό επίπεδο δεν έχει καμία σημασία. Το ΝΑΤΟ ούτε νομιμοποιεί ούτε δεν νομιμοποιεί την Τουρκία μέσω της κοινοβουλευτικής συνέλευσης».

Το Λιβυκό μέτωπο

Σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στο λιβυκό «μέτωπο», τα πράγματα είναι σύνθετα. Ο συνομιλητής μας υποβαθμίζει μεν την δημοσίευση, από τον ΟΗΕ της συμφωνίας Τουρκίας – Τρίπολης, αλλά, ταυτόχρονα αναδεικνύει την τραγελαφική πολιτική της Αθήνας.

«Η Τουρκία, ως χώρα μέλος των Ηνωμένων Εθνών, κάνει μια διμερή συνθήκη. Οι διμερείς συνθήκες παράγουν δίκαιο, με την έννοια ότι δύο χώρες συμφωνούν σε κάτι. Αν τώρα τρίτες χώρες θεωρούν ότι έχουν έννομο συμφέρον ή ότι παραβιάζονται τα συμφέροντά τους, πρέπει να ακολουθήσουν διάφορους τρόπους για να διαμαρτυρηθούν. Δηλαδή, η κίνηση που έκανε ο ΟΗΕ είναι κίνηση πρωτοκόλλου, δεν είναι κίνηση επιδοκιμασίας. Μπορούμε να κάνουμε κι εμείς για παράδειγμα μια διμερή συμφωνία με την Αίγυπτο και να αναρτηθεί και αυτή στον ΟΗΕ, ανεξάρτητα από το αν συμφέρει ή όχι την Τουρκία. Ο ΟΗΕ δηλαδή δεν μπαίνει στη διαδικασία του ποιος έχει δίκιο».

Από την άλλη, όμως, ενώ «οι Τούρκοι παράγουν δίκαιο με την Τρίπολη στο πλαίσιο του ΟΗΕ, εμείς δεν μπορούμε να παράξουμε δίκαιο με τον Χαφτάρ. Δηλαδή, αν κάνουμε μια συμφωνία με τον Χαφτάρ, δεν θα αναρτηθεί στον ΟΗΕ. Εκτός αν νικήσει και θελήσει να χαλάσει τη συμφωνία με την Τουρκία».

 

Σχολιάζοντας την προσέγγιση με τον Χαφτάρ και την «κινηματογραφική» επίσκεψη του πολέμαρχου στην Αθήνα, ο Σ. Ρούσσος σημειώνει: «Μία χώρα έχει δύο τρόπους αν θεωρήσει ότι έχει συμφέρον να επέμβει σε μία εμφύλια σύγκρουση. Η μία κίνηση είναι να παίξει έναν μεσολαβητικό ρόλο, ανεβάζοντας το κύρος της ιδίας και την χρησιμότητά της και στους δύο παίκτες, έτσι ώστε μετά να έχει την καλύτερη δυνατή μεταχείριση από αυτούς. Η δεύτερη κίνηση είναι να πάρει το μέρος του ενός από τους δύο, ενισχύοντάς τον όμως τόσο πολύ, τόσο ουσιαστικά και τόσο καταλυτικά για το τελικό αποτέλεσμα, ώστε αυτός να έχει πολύ μεγάλη εξάρτηση από αυτή τη βοήθεια. Η Ελλάδα δεν κάνει κανένα από τα δύο. Η Τουρκία το κάνει με την Τρίπολη. Η Ρωσία και τα Εμιράτα το κάνουν με τον Χαφτάρ. Εμείς δεν κάνουμε κανένα από τα δύο. Ούτε μεσολαβητικό ρόλο έχουμε. Είναι μια ανούσια κίνηση». 

«Δεν είναι γεωπολιτικό όπλο ο East Med»

Αναλόγως αποσπασματική είναι και η κίνηση με τον αγωγό East Med. Η απροθυμία ισχυρών χωρών της περιοχής και εταιριών να συμμετάσχουν επίσης αποδυναμώνει αυτό που η κυβέρνηση θεωρεί ως «όπλο». «Η Ιταλία δεν έχει κανένα λόγο να μπει σε αυτήν την ιστορία» σχολιάζει ο Σ. Ρούσσος. «Η Ιταλία καταλαβαίνει ότι είναι ένα οικονομικά ατελέσφορο σχέδιο. Για μας έχει σημασία γιατί μας κρατά σε μια στενή συνεργασία με το Ισραήλ, όπως και την Κύπρο. Αλλά ο East Med δεν είναι μια οικονομικά βιώσιμη λύση αυτή τη στιγμή. Υπό τις παρούσες τιμές του φυσικού αερίου και με αυτές που προβλέπονται μέσα στην επόμενη δεκαετία, δηλαδή χαμηλές, η Ιταλία δεν έχει κανέναν ιδιαίτερο λόγο να εμπλακεί σε ένα σχέδιο που, αν θέλετε, μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα με την Τουρκία. Δεν θέλει να εμπλακεί στις διαφορές της Ανατολικής Μεσογείου. Έχει εμπλακεί ούτως ή άλλως με την ΕΝΙ στην Κύπρο, οπότε δεν θέλει περαιτέρω όξυνση.

»Δεν είναι κανένα γεωπολιτικό όπλο ο East Med. Υπάρχουν χώρες που δεν επιθυμούν να συγκρουστούν με την Τουρκία γι’ αυτά τα ζητήματα. Το Ισραήλ δεν έχει κανένα λόγο να συγκρουστεί με την Τουρκία σε αυτό. Έχει άλλα πεδία τα οποία συγκρούεται. Κανένας δεν θέλει να πολλαπλασιάσει τα πεδία σύγκρουσής του με μια άλλη χώρα. Ακόμη κι αν αυτή η χώρα δεν τους είναι ευχάριστη ή του δημιουργεί προβλήματα σε άλλα πεδία. Εκτός αν έχεις κέρδος. Αλλά δεν φαίνεται κέρδος για την Ιταλία από αυτή την ιστορία.

Το «γάντι» που πέταξε προς την Τουρκία ο Κ. Μητσοτάκης για προσφυγή στην Χάγη κρύβει κινδύνους. «Καλό είναι όταν πας σε ένα δικαστήριο, να ξέρεις γιατί πας» σημειώνει ο Σ. Ρούσσος. «Άλλο είναι να πας για έναν ακάλυπτο που διεκδικούν δύο πολυκατοικίες και άλλο να πας σε μια διαδικασία όπου εκεί που ξεκίνησε να μιλάς για τον ακάλυπτο, τελικά θα καταλήξεις να μιλάς για το διαμέρισμά σου. Άρα αυτή είναι μια διαδικασία προβληματική».

Το πιο σημαντικό όμως για τον συνομιλητή μας είναι η απουσία κινήτρου για την Τουρκία να αποδεχθεί οτιδήποτε δεν της αρέσει. «Ποιο είναι το κίνητρο ή ο εξαναγκασμός της Τουρκίας να τηρήσει τα δεδικασμένα; Με το Ελσίνκι το 1999 λέγαμε ότι το κίνητρο και ο εξαναγκασμός της Τουρκίας ήταν η διάθεσή της, η θέλησή της, η στρατηγική της, να αποκτήσει ευρωπαϊκή προοπτική, να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα, για ποιο λόγο η Τουρκία δεν θα συνεχίσει τις αξιώσεις της και πέρα από την Χάγη; Αν ξεκινήσεις την διαδικασία του συνυποσχετικού (σσ. επειδή η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, δεν υποχρεούται να πάει στο δικαστήριο, δηλαδή δεν υποχρεούται να εφαρμόσει αποφάσεις του δικαστήριου αυτού, άρα λοιπόν πρέπει να υποσχεθεί ότι θα τις εφαρμόσει) ουδείς στη διεθνή κοινότητα θα σου δώσει δίκιο, σε περίπτωση που τη σταματήσεις. Η Τουρκία θα προσέλθει με όλες τις γνωστές αξιώσεις της ίσως και με άγνωστες, που δεν τις έχουμε ακούσει ακόμα. Θα προσέλθει με τα ζητήματα των βραχονησίδων, του εξοπλισμού των νησιών, της υφαλοκρηπίδας, του εναέριου χώρου κλπ. Όταν λοιπόν θα μπεις σε μια διαπραγμάτευση για το συνυποσχετικό είναι πάρα πολύ δύσκολο να βγεις από αυτή τη διαπραγμάτευση. Να κάνεις step out. Το κόστος για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων θα το πάρει αυτός που θα βγει πρώτος από τη διαπραγμάτευση. Η διεθνής κοινότητα θα πει “αφού μπήκες σε μια διαπραγμάτευση, γιατί βγαίνεις;”. Οι Τούρκοι θα πουν “οι άλλοι φύγανε, οι άλλοι δεν θέλουν να βάλουμε τα θέματα στη Χάγη”. Χάνει επίσης αυτός που δεν έχει προβάλει και άλλα αιτήματα. ‘Η θα πάμε σε μια εφ΄ όλης της ύλης διαπραγμάτευση με την Τουρκία ή δεν θα πάμε. Όσοι το κρύβουν αυτό, κάνουν κακό.».

Συμμαχίες και εφαρμογή του διεθνούς δικαίου

Τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει λοιπόν η Ελλάδα αυτή τη στιγμή;

«Το ισοζύγιο ισχύος σε στρατιωτικό επίπεδο δεν είναι υπέρ μας αυτή τη στιγμή» σημειώνει ο Σ. Ρούσσος. «Δεν μπορούμε δηλαδή να κάνουμε μια πολιτική άμεσης αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Αυτή η δυνατότητα υπήρχε με την κρίση του 1987, όταν η θέση της Ελλάδας στρατιωτικά ήταν πάρα πολύ ισχυρότερη, σε σχέση με την Τουρκία, από ό,τι είναι σήμερα. Γι΄ αυτό χρειάζεται αλλαγή της αντίληψής μας για τους εξοπλισμούς, με έμφαση στην ανάπτυξη τεχνολογίας αιχμής. Δηλαδή αν παίρνουμε μόνο κορβέτες από την Γαλλία, χωρίς να συμμετέχουμε στην ανάπτυξη των ηλεκτρονικών συστημάτων, δεν μας ενδιαφέρει.  Πρέπει να πάμε στη διεθνή αγορά και να δούμε ποιος μας προσφέρει αυτό το πακέτο. Το κάνουν όλοι».

Παράλληλα, «η Ελλάδα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζει το διεθνές δίκαιο, στα σημεία που μπορεί. Και πρέπει να δούμε σοβαρά αν πράγματι είναι σύμμαχοί μας ορισμένες χώρες. Όπως π.χ η Αίγυπτος. Αν κάνει πίσω στο ζήτημα της ΑΟΖ τότε τι σύμμαχος είναι;».

Τέλος, «η ενίσχυση των Βαλκανικών μας συμμαχιών, διότι εγώ θεωρώ ότι είναι κομβικές για την ανάσχεση της Τουρκίας. Όσο γίνεται γρηγορότερα να μπουν σε μια διαδικασία ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ιστορικά, όταν είχαμε επιτυχίες έναντι της Τουρκίας το κάναμε με συμμαχία με τους Βαλκάνιους γειτόνους μας. Όταν έχουμε πάει μόνοι μας δεν είχαμε καλά αποτελέσματα.».