Βρισκόμαστε στον τρίτο μήνα του αντικαπνιστικού και στην καρδιά του χειμώνα. Το κάπνισμα στους εσωτερικούς χώρους αρκετών επιχειρήσεων έχει σταματήσει, παρότι υπάρχουν εξαιρέσεις όπου έστω και διστακτικά τα τσιγάρα συνεχίζουν να ανάβουν.

Σύμφωνα με τις μετρήσεις κοινής γνώμης, η αποδοχή που γνωρίζει ο αντικαπνιστικός νόμος είναι υψηλή (60-70%), ενώ στην τελευταία ανακοίνωση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας που διεξάγει τους ελέγχους μαζί με την ΕΛ.ΑΣ. δεν καταγράφηκε καμία παράβαση για το 86% των περιπτώσεων σε 352 ελέγχους σε όλη τη χώρα.
Δικηγόροι, συνδικαλιστικοί φορείς της εστίασης και επιχειρηματίες αναζητούν νομικά παράθυρα όπως οι πολυσυζητημένες λέσχες καπνιστών ή άλλες πατέντες για να μετατραπούν χώροι σε καπνιστήρια, καθώς, όπως υποστηρίζουν, η πτώση του τζίρου ενίοτε ξεπερνάει το 30%.

 

Εχουν γίνει κι ετοιμάζονται νέες προσφυγές στο ΣτΕ, ενώ επαγγέλματα του παρελθόντος όπως οι τσιλιαδόροι επιστρέφουν. Από την πλευρά της, η ΕΑΔ επισημαίνει ότι θα συνεχίσει με αυστηρότητα τους ελέγχους και την επιβολή προστίμων, δραστηριότητες που φαίνεται να μονοπωλούν το ενδιαφέρον της.

«Τι εννοείς, ρε Θανάση, απαγορεύεται το κάπνισμα; Πέντε πελάτες έχει το μαγαζί, στα 800 μέτρα υψόμετρο και καπνίζουμε κι οι πέντε!». Dura lex sed lex, η απαγόρευση τηρείται αυστηρά και σ’ αυτό το μικρό καφενείο-μπακάλικο-χασάπικο της Φωκίδας. Η απάντηση των πελατών ήταν ακαριαία: «Πήραμι τα τσίπρα, πήραμι και τα λουκάνικα και τα τρώμι σπίτια μας. Αϊ σιχτίρ».

Στην Αττική οι αντιδράσεις ποικίλλουν. «Πριν βγούμε τηλεφωνούμε και ρωτάμε αν υπάρχει κάποιος στεγασμένος και ζεστός χώρος ώστε να μπορούμε να καπνίσουμε. Βεβαίως οι μαγαζάτορες φοβούνται μήπως είναι κάποιος ρουφιάνος ή ανταγωνιστής τους που μαζεύει πληροφορίες ώστε να τους καρφώσει και απαντούν με μισόλογα, αλλά οι πληροφορίες κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα», μας λέει η Μαρία. «Ενας καφές κοστίζει μέχρι 4 ευρώ κι ένα ποτό ξεκινάει από τα 6 – δεν προτίθεμαι να πληρώνω και να μην μπορώ να καπνίσω κάπως σαν άνθρωπος».

Ακόμα και σε χώρους όπως ένα μπαρ ή ένα ρεμπετάδικο μοιάζει με πράξη ακραίας παραβατικότητας να ανάψει κάποιος τσιγάρο. Σκηνές απείρου κάλλους εκτυλίσσονται αργά τη νύχτα, όταν στο πάλκο ακούγονται βαριά χασικλίδικα και την ίδια στιγμή τα γκαρσόνια τρέχουν από τραπέζι σε τραπέζι εξηγώντας ψιθυριστά ότι θα μοιράσουν μικρά ποτηράκια σαν τασάκια «μετά τα μεσάνυχτα όμως». Σε άλλα μαγαζιά, προφανώς με καλύτερες διασυνδέσεις, ο νταλκάς και τα τασάκια είναι σε κοινή θέα (με τους απαραίτητους τσιλιαδόρους ωστόσο στις δύο εξόδους του μαγαζιού).

 

«Επιτέλους, τόσα χρόνια υποφέραμε», λέει με ρεβανσιστική διάθεση η Κατερίνα, ιδιοκτήτρια συνοικιακού βιβλιοπωλείου. «Οταν πριν από μία δεκαετία ο νόμος έδινε παραθυράκια, δεν σεβαστήκατε οι καπνιστές κανέναν και τίποτα. Φάτε τώρα την καθολική απαγόρευση να δείτε».

«Είναι τουλάχιστον αστείο να ακούμε από αυτή την κυβέρνηση επιχειρήματα για τη δημόσια υγεία ή για τις εργασιακές συνθήκες, την ώρα που διαλύει ό,τι απέμεινε από νοσοκομεία ή μειώνει τα πρόστιμα για τους εργοδότες που παραβιάζουν την εργατική νομοθεσία», μας λέει ο Γιάννης, μπάρμαν σε γνωστό αθηναϊκό μπαρ. «Σέβομαι απολύτως το δικαίωμα του μη καπνιστή να βγει σε ένα μπαρ χωρίς καπνό, αλλά υπερασπίζομαι και το δικαίωμα του καπνιστή στην απόλαυσή του. Βγείτε μια βόλτα στα μπαρ να δείτε τον τραγέλαφο».

Πραγματικά, τις ήπιες νύχτες του χειμώνα η εικόνα στο κέντρο είναι συχνά κωμική: ντιτζέι παίζουν μουσική στο κενό, ενώ οι θαμώνες καπνίζουν και πίνουν έξω. Ο Αγγελος, μπαρίστα σε καφέ στο Περιστέρι, έχει αντίθετη άποψη: «Σ’ εμάς δεν ήθελε το κάπνισμα το αφεντικό, οπότε εφαρμόστηκε από την πρώτη στιγμή. Μέσα δεν καπνίζει κανείς, καλύτερα έτσι. Παλιότερα δούλευα κάπου με κακό εξαερισμό και όποτε έφευγα ήταν λες και βγήκα από μηχανοστάσιο».

Θετικό απολογισμό για το πρώτο τρίμηνο του αντικαπνιστικού κάνει ο Παναγιώτης, ιδιοκτήτης γνωστής μπιραρίας στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. «Η ατμόσφαιρα στο μαγαζί είναι σαφώς καλύτερη τώρα. Στην αρχή υπήρξε μια μικρή πτώση στην κατανάλωση, μετά όμως το αποδέχτηκαν όλο αυτό. Εμείς ως μαγαζί είμαστε υπέρ της αντικαπνιστικής νομοθεσίας, Κάποιοι δυσανασχετούν ακόμα, αλλά βλέπουν ότι δεν τους παίρνει και συμμορφώνονται».

Πιο κάτω, σε έθνικ εστιατόριο, μια παρέα γυναικών, ανάμεσά τους μεγάλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας, ετοιμάζεται να γευματίσει άνευ καπνού. «Οι απόλυτες απαγορεύσεις είναι κακές. Εγώ δεν καπνίζω πλέον, αλλά πρέπει να σεβαστούμε και τα δικαιώματα των καπνιστών.

Να βρεθούν λύσεις που να ικανοποιούν όλους και κυρίως να μη χάνουν τα μαγαζιά τη δουλειά τους», μας λέει γνωστή συγγραφέας. Ακόμα και οι καπνιστές φαίνονται διαλλακτικοί. «Οχι, δεν νιώθω καταπιεσμένος που καπνίζω έξω. Αφού παντού και στο εξωτερικό έτσι γίνεται. Αν λειτουργήσουν λέσχες καπνιστών, πάλι κομπλέ», μας λέει ο Νίκος, ντράμερ στο post-rock συγκρότημα Their Methlab, που κάνει ένα διάλειμμα για τσιγάρο έξω από συναυλιακό χώρο – που είναι γεμάτος άκαπνο κοινό.

Τα ναργιλεδάδικα και οι πατέντες

Ο Γιώργος είναι υπάλληλος σε μαγαζί με ναργιλέ στου Ψυρρή. Οι ναργιλέδες ανάβουν μόνο στον εξωτερικό χώρο. Μέσα απαγορεύονται, όπως και το κάπνισμα. «Στην αρχή είχαμε ακούσει ότι ίσως έρθει κάποια τροπολογία, αλλά ο Κικίλιας μάς ξέχασε». Η επιχείρηση δεν είχε ειδική άδεια πέραν της υγειονομικού ενδιαφέροντος, ωστόσο η πλειονότητα των πελατών ερχόταν για τον ναργιλέ και αυτή τη στιγμή καταγράφεται πτώση του τζίρου έως 30%. «Συμφωνώ με την ιδέα για τις λέσχες καπνιστών.

Αμα θες να δεις μπάλα, πας στο γήπεδο. Αμα θέλεις να καπνίσεις, πας σε χώρο όπου επιτρέπεται. Σκεφτείτε το από την ανάποδη, να είχα τεκέ και να έλεγα ότι δεν μπαίνουν όσοι δεν καπνίζουν. Πώς σας ακούγεται;», ρωτάει ρητορικά. Αλλο κοντινό μαγαζί του είδους συνεχίζει παίρνοντας το ρίσκο εν αναμονή των εξελίξεων. Υπάρχει face control και με ενδοεπικοινωνία ενημερώνονται οι υπεύθυνοι για το τι συμβαίνει στην είσοδο και οι θαμώνες συνεχίζουν να απολαμβάνουν τον ναργιλέ τους.

Αν κάποιοι είδαν τις δουλειές τους να ανοίγουν με τον αντικαπνιστικό, αυτοί είναι οι τεντάδες. Ζελατίνες από PVC, αυτοί οι κακόγουστοι διάφανοι μουσαμάδες, σόμπες κηροζίνης, ακόμα και συνθετικές κουβερτούλες, είναι τα όπλα που επιστρατεύονται στην άνιση μάχη κατά της καπνο-απαγόρευσης. Η μέθοδος εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, ειδικά τους χειμερινούς μήνες. Μετατρέπεις τον εξωτερικό χώρο του καταστήματος σε ημιυπαίθριο, περιφράζοντάς τον με διαφανή πλαστικά, αφήνεις δύο χαραμάδες να μη σκάσουν οι πελάτες, βάζεις και σόμπες και διπλασιάζεις τα τετραγωνικά του καταστήματος.

Σαν άλλος πολυμήχανος Οδυσσέας οι Ελληνες καταστηματάρχες, ειδικά των συνοικιακών καφέ και μεζεδοπωλείων, εφαρμόζουν διαφόρων ειδών πατέντες. Κάποιοι αφήνουν τουλάχιστον δύο πλευρές ανοιχτές, για να είναι εντάξει απέναντι στον νόμο, άλλοι υψώνουν τέντες από νάιλον περιμετρικά και χτυπάνε ξύλο μην πέσει κανένα πρόστιμο. Ο νόμος ωστόσο επιμένει πως ακόμα και αυτοί οι χώροι θεωρούνται εσωτερικοί και υπάγονται στα μέτρα απαγόρευσης του καπνίσματος.

Σύγχυση για το τι είναι ανοιχτός και τι κλειστός χώρος επικρατούσε, τουλάχιστον το πρώτο διάστημα εφαρμογής του νόμου, ακόμα και ανάμεσα στα κλιμάκια των ελεγκτών. «Επί ένα τέταρτο οι αστυνομικοί μάλωναν για το αν πρέπει να μας επιβάλουν πρόστιμο. Τελικά δεν κατέληξαν», μας λέει καπνιστής, θαμώνας σε μπαρ σε στοά του Συντάγματος.

ΤΙ ΑΚΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΗ 1142

«Καπνίζουμε, ελάτε να μας πιάσετε»

Για να κινηθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί χρειάζονται περισσότερες από μία καταγγελίες για την ίδια επιχείρηση, μας διαβεβαιώνει ο τηλεφωνητής του 1142 (για λόγους προστασίας του διατηρούμε την ανωνυμία του), θεωρώντας τη συγκεκριμένη πολιτική σωστή καθώς περιορίζονται οι πιθανότητες για «καρφώματα», όπως δικαιολογημένα φοβήθηκαν αρκετοί. «Συνήθως όταν καλούν έχουν φύγει από τον χώρο.

Η πλειονότητα είναι μεγαλύτερης ηλικίας, σίγουρα άνω των 30, σπάνια ακούμε καταγγελίες από πιο νέους. Από την έναρξη της γραμμής υπάρχει αξιοσημείωτη ροή καταγγελιών, όπως και μερίδα των πολιτών που ήταν λες σαν έτοιμοι από καιρό και περίμεναν τη λειτουργία της». Οσο για κάποιον πολίτη που υπερέβαλε εαυτόν; «Μου έχει τύχει ένας που πήρε να καταγγείλει παραβάσεις από πέντε γειτονικά καταστήματα στην ίδια περιοχή. Συνήθως βέβαια θα σου πουν για ένα».

Δεν λείπουν τα παράπονα για ρουφιάνους, κόσμο που θα χάσει τη δουλειά του κ.ά. Οι κλήσεις προέρχονται από όλη την Ελλάδα και αφορούν από μεγάλα κέντρα ώς το μοναδικό καφενείο του χωριού. Δεν λείπουν ούτε όσοι έχουν διάθεση για φάρσα. Αλλοι καλούν λέγοντας ότι «είμαστε στο τάδε μέρος, καπνίζουμε, ελάτε να μας πιάσετε», ενώ υπάρχουν και καταγγελίες για «φανταστικά» μαγαζιά όπου καπνίζουν, με τους εργαζομένους να προσπαθούν να τα εντοπίσουν σε ηλεκτρονικές λίστες και λογισμικά.