Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η ΝΔ παρέλαβε τον Ιούλιο του 2019 ένα κράτος «στρωμένο». Τα δημοσιονομικά ήταν σταθερά, τα ταμεία ήταν γεμάτα, η ανεργία ακολουθούσε πτωτική πορεία, η εργασία αργά αλλά σταθερά έπαιρνε κάπως τα πάνω της μετά από μια σκληρή δεκαετία απότομης υποχώρησης μισθών και δικαιωμάτων, η χώρα είχε διαμορφώσει ισχυρά ερείσματα στην εξωτερική πολιτική και στην ευρύτερη γεωγραφική μας περιφέρεια.

Δεν είναι και λίγο μια χώρα που εξήλθε από μια βαθιά και επώδυνη οικονομική κρίση, να βρίσκεται στη θέση που βρισκόταν η Ελλάδα τον Ιούλιο του 2019, όσο κι εάν μπορούσαν να είχαν γίνει περισσότερα από την κυβέρνηση Τσίπρα. Κι όμως, μέσα σε μόλις έξι μήνες από την ανάληψη της διακυβέρνησης, η ΝΔ έχει καταφέρει να «γκρεμίσει» με μοναδική μαεστρία όσα με κόπο δημιουργήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.  Έχει καταφέρει να προκαλέσει ανασφάλεια στην κοινωνία, έχει καταφέρει να ανοίξει το δρόμο για επανάληψη των αποτυχημένων πολιτικών της εποχής Σαμαρά, έχει καταφέρει να απομονώσει τη χώρα διπλωματικά, σβήνοντας με μιας όσο κληρονόμησε από τους Κοτζιά και Κατρούγκαλο στο ΥΠΕΞ.

Η διαχειριστική και στρατηγική ανεπάρκεια της κυβέρνησης είναι πρωτοφανής, γιατί αυτό ακριβώς που χρειαζόταν να γίνει το πρώτο κιόλας διάστημα της ανάληψης της ηγεσίας του τόπου δεν ήταν παρά η συνέχιση και βελτίωση των όσων προχώρησαν επί διακυβέρνησης Τσίπρα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μπει η χώρα στον αυτόματο πιλότο, να διαφυλαχθούν τα κεκτημένα σε σημαντικούς πυλώνες της δημόσιας πολιτικής και να αξιοποιηθεί με τρόπο αποτελεσματικό το πολιτικό κεφάλαιο του νέου Πρωθυπουργού, ώστε να ενισχυθούν τα ερείσματα της χώρας διεθνώς, να προχωρήσει η ενδυνάμωση της εργασίας, να μειωθεί η φορολογία και να έρθουν επενδύσεις. Αυτά ευαγγελιζόταν προεκλογικά η ΝΔ, κι όμως τίποτα από αυτά δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα.

Αντίθετα, εκείνο που παρακολουθούμε καθημερινά είναι μια προσπάθεια ανατροπής της πραγματικότητας μέσα κυρίως από την προώθηση του δόγματος του νόμου και της τάξης και της επικοινωνιακής «εποποιίας» του Πρωθυπουργού που τη συνθέτουν με μαεστρία πολλά μέσα ενημέρωσης καθημερινά. Η διπλωματική απομόνωση της χώρας μας στο ζήτημα της Λιβύης, η περιθωριοποίηση των θέσεών μας εντός της ΕΕ στο ζήτημα του προσφυγικού, η πρόχειρη προετοιμασία της επίσκεψης του Πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, αλλά και μια σειρά από άλλες κραυγαλέες αστοχίες σε ζητήματα οικονομίας, φορολογίας και εργασίας αναδεικνύουν τα όρια της αποτελεσματικότητας αυτής της κυβέρνησης. Μιας κυβέρνησης χωρίς όραμα, με διαρκείς ερασιτεχνισμούς, με ροπή προς τις ακροδεξιές κορώνες, χωρίς πλάνο για την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ελληνικής οικονομίας, με συνεχή απαξίωση του εργατικού δυναμικού και της νεολαίας.

Είναι άκρως ανησυχητικό ότι σε τόσο μικρό διάστημα η κυβέρνηση αυτή έχει φτάσει, εάν δεν έχει ξεπεράσει τα όριά της. Και σκέφτεται κανείς τι παραπάνω μπορούμε να περιμένουμε από έναν Πρωθυπουργό που με τη δημόσια παρουσία και τις δημόσιες τοποθετήσεις του δεν δείχνει να αντιλαμβάνεται τι δεν πάει καλά στη χώρα, τι δεν πάει καλά συνολικά στην πολιτική που ασκεί.

Μέχρι τώρα φαίνεται ότι ο κ. Μητσοτάκης λειτουργούσε καλύτερα ως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρά ως Πρωθυπουργός. Το δυστύχημα όμως είναι, για τη χώρα και την κοινωνία, ότι σήμερα είναι Πρωθυπουργός και με βάση το Σύνταγμα θα παραμείνει Πρωθυπουργός για τα επόμενα τρεισήμισι χρόνια.  Για αυτόν ακριβώς το λόγο, είτε θα πρέπει ο Πρωθυπουργός να ξεπεράσει κατά πολύ τον εαυτό του και τις ικανότητές του, είτε θα δούμε τη χώρα να επιστρέφει γοργά σε ένα περιβάλλον από το οποίο κατάφερε με πολύ κόπο να ξεφύγει: Ένα περιβάλλον στασιμότητας, αβεβαιότητας, απομόνωσης και υποχώρησης των δικαιωμάτων και των προοπτικών για βιώσιμη ανάπτυξη.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος, ιδρυτής του κέντρου ερευνών Bridging Europe.