Σχεδόν ένα χρόνο μετά την αποτυχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ να εξασφαλίσει την υπερψήφιση του προϋπολογισμού του 2019 και έπειτα από δύο εκλογικές αναμετρήσεις, η συμμαχία Σοσιαλιστών – Podemos και μιας σειράς μικρότερων, κυρίως περιφερειακών, κομμάτων κέρδισε εντέλει, νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, την ψήφο εμπιστοσύνης της ισπανικής Βουλής.

Το ότι εκλέγεται μια κυβέρνηση με σαφές προοδευτικό πρόσημο στο πλαίσιο της τρέχουσας συντηρητικής ηγεμονίας στον ευρωπαϊκό χώρο θα αρκούσε από μόνο του για να χαρακτηριστεί η εξέλιξη αυτή σημαντική. Το γεγονός μάλιστα ότι αποτελεί την πρώτη κυβέρνηση συνεργασίας στην Ισπανία μετά τη Δεύτερη Δημοκρατία της δεκαετίας του 1930, καθώς και το ότι ένα κόμμα της Αριστεράς αποτελεί επίσημο κυβερνητικό εταίρο για πρώτη φορά από τότε, προσδίδει πρόσθετη αξιοσημείωτη βαρύτητα.

 

Το ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία (αλλά 167 θετικές ψήφους σε σύνολο 350 εδρών) είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση, όπως έχει ήδη επισημανθεί από τις πρώτες αναλύσεις. Θα πρέπει επομένως να συνάπτει ad hoc συμμαχίες ώστε να νομοθετεί. Αυτό, πέρα από τον προϋπολογισμό του 2020, αφορά ιδίως μέτρα με φιλολαϊκό, δημοσιονομικά επεκτατικό προφίλ τα οποία έχουν ήδη συμφωνηθεί μεταξύ Σοσιαλιστών και Podemos, όπως η άνοδος των φορολογικών συντελεστών για τα ανώτερα εισοδήματα και τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού και της κατώτατης σύνταξης ή η ακύρωση κάποιων μέτρων απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων.

Σε αυτά φυσικά θα αντιδράσουν ομόθυμα οι τρεις εκδοχές της ισπανικής Δεξιάς, που εκπροσωπούνται από το Λαϊκό Κόμμα, τους Πολίτες και το Vox. Ομοίως -αν όχι και πρωτίστως, όπως φάνηκε από την πρόσφατη συζήτηση κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης- θα βάλλουν εναντίον της κυβέρνησης για τη στάση της στο ζήτημα της Καταλονίας, το οποίο έχουν αναγάγει σε υπέρτατο εθνικό πρόβλημα. Παρά την προφανή εργαλειοποίησή του από την πλευρά τους και μολονότι δεν αποτελεί προνομιακό πεδίο για τα δύο μείζονα κυβερνητικά κόμματα, η πραγματικότητα είναι ότι το «καταλανικό» έχει παραγάγει ποικίλα πολιτικά αποτελέσματα την τελευταία τριετία (τουλάχιστον) και η διευθέτησή του αποτελεί, για διάφορους λόγους, αναγκαιότητα.

Άλλωστε, ήταν η επίτευξη συμφωνίας με το μεγαλύτερο καταλανικό κόμμα, τη Ρεπουμπλικανική Αριστερά της Καταλονίας (ERC), η οποία έκανε βασικά δυνατή την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Σε αντάλλαγμα, οι Σοσιαλιστές συμφώνησαν στην άμεση έναρξη πολιτικού διαλόγου μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και της κυβέρνησης της Καταλονίας με σκοπό την εξεύρεση κάποιας λύσης στη σοβαρή κρίση που διέρχεται επί σειρά ετών η σχέση τους. Αυτή η παραχώρηση αποτελεί σημαντική κίνηση των Σοσιαλιστών (έστω υπό το κράτος της ανάγκης), καθώς διαφοροποιούνται από το κράμα άκαμπτου συνταγματισμού και συγκεντρωτικού εθνικισμού που χαρακτηρίζει τα ισπανικά κόμματα πέραν του Κέντρου, αλλά και το ισπανικό βαθύ κράτος, σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση του «καταλανικού»*.

 

Το ERC ρισκάρει, με τη σειρά του, να διαφοροποιηθεί από την έως τώρα σκληρότερη στάση του, την οποία συνεχίζουν να τηρούν τα άλλα δύο καταλανικά αποσχιστικά κόμματα. Αυτή η μεταβολή είναι πιθανό να οφείλεται σε δύο διαπιστώσεις από την πλευρά του ERC: πρώτον, ότι από τη στιγμή που η μετωπική σύγκρουση με την κεντρική κυβέρνηση δεν έχει αποφέρει κάποιο απτό όφελος στο -μαχητικό και τακτικά ευφάνταστο- καταλανικό κίνημα και δεδομένου ότι (προφανώς) δεν υφίσταται, από την πλευρά του, ως επιλογή η κλιμάκωση σε μορφή ένοπλου αγώνα, τότε ενός είδους συνεννόηση είναι μάλλον μονόδρομος. Δεύτερον, ότι η παρούσα κεντροαριστερή κυβέρνηση, στην οποία συμμετέχουν οι ιδιαίτερα δεκτικοί στην αναγνώριση των περιφερειακών διεκδικήσεων Podemos, αποτελεί μακράν την καλύτερη πολιτική ευκαιρία για μια τέτοια συνεννόηση.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον διεξαχθεί ομαλά ο διάλογος μεταξύ των δύο πλευρών, η παρούσα συγκυρία, παράλληλα με τις προκλήσεις της, μπορεί να αποδειχθεί και χρυσή ευκαιρία για την επίλυση – ή έστω διευθέτηση – της καταλανικής κρίσης. Πέρα από τα άλλα προφανή οφέλη, μια τέτοια έκβαση θα προσφέρει σημαντική πολιτική ώθηση στη νέα προοδευτική κυβέρνηση και στην υλοποίηση του προγράμματός της.

*Βλέπε, για παράδειγμα, την απόφαση της 9ης μόλις Ιανουαρίου του Ανωτάτου Δικαστηρίου που απαγορεύει στον φυλακισμένο ηγέτη του ERC Οriol Junqueras να καταλάβει την έδρα του στο Ευρωκοινοβούλιο, παρά την αντίθετη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

O Θωμάς Γούμενος είναι Διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου