Μπορεί προς ώρας ο Μπόρις Τζόνσον να «γεύεται το νέκταρ» της εμφατικής νίκης του στις εκλογές της 12ης Δεκέμβρη, φαίνεται όμως πως τα προβλήματα που έχει ενώπιον του είναι κάτι παραπάνω από σοβαρά και δεν έχουν να κάνουν μόνο με την ολοκλήρωση του Brexit (που φαίνεται να είναι η κύρια έγνοια του). Ή για να το θέσουμε καλύτερα έχουν -εν μέρει- να κάνουν με κάποια τα «απόνερά» του.

Κι αυτό γιατί θα πρέπει να έχει κανείς υπόψη πως οι Συντηρητικοί δεν ήταν οι μόνοι νικητές που ανέδειξε η κάλπη. Κι αυτό γιατί στη Σκωτία το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP) αναδείχτηκε σε απόλυτο κυρίαρχο, κερδίζοντας μάλιστα τις 48 από τις 59 έδρες που της αντιστοιχούν.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως η πρωθυπουργός της Σκωτίας κι επικεφαλής του SNP, Νίκολα Στέρτζον, ανήκε στο στρατόπεδο των οπαδών της ανεξαρτησίας στο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε το 2014. Και μπορεί το «ναι» στην ανεξαρτητοποίηση της Σκωτίας να είχε βγει τότε χαμένο από τις κάλπες, φαίνεται όμως πως με φόντο τις εξελίξεις που απορρέουν από την επικείμενη αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, το εν λόγω αίτημα για ένα νέο δημοψήφισμα για το ζήτημα επανέρχεται στο προσκήνιο.

Υπενθυμίζεται άλλωστε ότι στο έτερο δημοψήφισμα, εκείνο του 2016 για το Brexit, οι Σκωτσέζοι είχαν ταχθεί με ευρεία πλειοψηφία (62% έναντι 38%) υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ.  Δυστυχώς για αυτούς οι ψηφοφόροι στην υπόλοιπη χώρα είχαν διαφορετική άποψη, όμως αυτή η διαφοροποίηση φαίνεται πως αποτελεί ένα βασικό επιχείρημα στη φαρέτρα όσων εξακολουθούν να επιθυμούν την ανεξαρτησία της Σκωτίας.

Κι αυτό γιατί όπως επισημαίνουν τα δεδομένα σε σχέση το 2014 έχουν αλλάξει άρδην, καθώς τότε οι Σκωτσέζοι είχαν προσέλθει στις κάλπες έχοντας την ευρωπαϊκή προοπτική του Ηνωμένου Βασιλείου ως δεδομένη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως το επιχείρημα περί της διακοπής της σχέσης της Σκωτίας με τις Βρυξέλλες σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης είχε «φορεθεί» πολύ, ενώ σύμφωνα με τους αναλυτές είχε παίξει ιδιαίτερο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση ενδεικτική των προσθέσεων της Σκωτσέζικης ηγεσίας είναι η δήλωση της ίδιας της Νικόλα Στέρτζον λίγο μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων.

 

«Δόθηκε πλέον εντολή για να προσφερθεί στον λαό της Σκωτίας η δυνατότητα να επιλέξει το μέλλον του» τόνισε η Σκωτσέζα  πρωθυπουργός μιλώντας στο στο Sky News, ενώ επεσήμανε πως είναι ξεκάθαρη η επιθυμία των πολιτών ότι η Σκωτία δεν πρέπει να ξεριζωθεί από την Ευρώπη κόντρα στη βούλησή της. «Ο Μπόρις Τζόνσον μπορεί να έχει εντολή να βγάλει την Αγγλία εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά ξεκαθαρίζω τι δεν έχει εντολή να πάρει τη Σκωτία και να τη βγάλει από την ΕΕ. Η Σκωτία πρέπει να έχει δικαίωμα επιλογής για το δικό της μέλλον» κατέληξε η επικεφαλής του SNP.

Κι είναι αλήθεια το αποτέλεσμα της κάλπης της δίνει το απόλυτο δικαίωμα να υποστηρίζει κάτι τέτοιο, καθώς η προεκλογική ατζέντα του κόμματός της είχε στο επίκεντρό της  αίτημα διενέργειας ενός δεύτερου δημοψηφίσματος για ανεξαρτησία. Αντίθετα, η  καμπάνια των Συντηρητικών στη Σκωτία απέρριπτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το γεγονός και μόνο πως το SNP πέτυχε μια τόσο εμφατική νίκη (με 20 μονάδες) επί των Συντηρητικών καταδεικνύει την κατεύθυνση που επέλεξαν οι πολίτες της Σκωτίας. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά..

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η απόφαση για διεξαγωγή ενός σχετικού δημοψηφίσματος ανήκει στον Βρετανό πρωθυπουργό. Κι ο Μπόρις Τζόνσον (ο οποίος δεν είναι και ιδιαίτερα δημοφιλής στη Σκωτία) έχει κατ’ επανάληψη απορρίψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο και το απέρριψε εκ νέου λίγες ώρες μετά τη θριαμβευτική νίκη του. Πόσο εύκολο όμως θα είναι να επιμείνει σε μια τέτοια άποψη εφόσον οι πιέσεις από τον Βορρά ενταθούν, ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση του Brexit;

Πολλοί είναι εκείνοι που εκτιμούν πως όσο ισχυρός κι αν αισθάνεται, θα είναι δύσκολο να αγνοήσει τέτοιου είδους φωνές, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αυτές αναμένεται να ενταθούν ενόψει της διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών στη Σκωτία το 2021.

Τα προβλήματα όμως δε σταματούν εδώ, καθώς η Σκωτσέζικη ηγεσία θα πρέπει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις με φόντο μια ενδεχόμενη ανεξαρτητοποίηση της χώρας, ιδιαίτερα από τη στιγμή που αυτή θα συνοδεύεται από την ένταξή της στην ΕΕ. Τα πιο σημαντικά έχουν να κάνουν με το ύψος του χρέους που θα «κληρονομούσε» αποχωρώντας από τη Μεγάλη Βρετανία και το σχέδιο σύνδεσης με τις Βρυξέλλες.