H 13η σύνταξη αποτελεί ήδη παρελθόν, το κοινωνικό μέρισμα μετατράπηκε σε «φιλοδώρημα» για ελάχιστους, και η περίφημη μεσαία τάξη (των 20.000 έως 50.000 ευρώ) θα δει το 2020 στην τσέπη της κέρδος έως και… 17 ευρώ ετησίως. Την ίδια ώρα οι 6.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας θα βάλουν στα ταμεία τους τουλάχιστον 450 εκατομμύρια ευρώ από τις μειώσεις των εταιρικών φόρων, διότι κατά την κυβέρνηση αυτή είναι η φιλελεύθερη συνταγή που θα φέρει την «υψηλή ανάπτυξη» και τις «περισσότερες και καλύτερες δουλειές».

Με αυτό το αφήγημα θα μπει η κυβέρνηση και αύριο στην συζήτηση της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 2020, ο οποίος προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,8%. Για ποια μορφή, όμως, ανάπτυξης και για ποιες ακριβώς «καλύτερες δουλειές» μιλά; Και σε ποιες πραγματικές βάσεις στηρίζεται το αφήγημα ότι η χώρα κατακλύζεται από… γενική ευδαιμονία;

Εάν οι απαντήσεις αναζητηθούν στον σφυγμό της κοινωνίας, το εν λόγω αφήγημα δύσκολα θα βρει αντίκρισμα. Μόλις προχθές η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου έδειξε ότι, μετά από πέντε μήνες διακυβέρνησης των… τεχνοκρατών και των «αρίστων», η πρώτη και κυρίαρχη αγωνία των Ελλήνων είναι η ανεργία. Την ώρα που η πλειοψηφία των πολιτών στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει ως πρώτη αγωνία την κλιματική αλλαγή και την ποιότητα ζωής, το 46% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, και ως δεύτερη – σε ποσοστό 38% – την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. 

Η διάψευση του κυβερνητικού αφηγήματος όμως έρχεται καθαρά και μέσα από τους απόλυτους και τεχνοκρατικούς αριθμούς που αρέσκεται η ίδια να επικαλείται. Και, κατά ειρωνικό τρόπο, έρχεται πρώτα από τους ίδιους τους προνομιακούς συνομιλητές της, τους βιομηχάνους.

Ο ΣΕΒ, στο μηνιαίο δελτίο οικονομικής δραστηριότητας, σημειώνει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης κινείται αυτή τη στιγμή άνω του 2%, αλλά κρούει κώδωνα κινδύνου για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της μεγέθυνσης. Αναγνωρίζει, εν ολίγοις, πως πέραν των εξαγωγών, η κατανάλωση και οι πολυδιαφημισμένες επενδύσεις τελούν σχεδόν σε πλήρη στασιμότητα και δεν έχουν καμία συμβολή στην ανάπτυξη: Συγκεκριμένα, η συμβολή της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων στην αύξηση του ΑΕΠ περιορίζεται στο 0,1% , και η δημόσια κατανάλωση στο 0,6%. «Η εικόνα αυτή», αναφέρει, «αναδεικνύει την αδυναμία της εγχώριας ζήτησης να οδηγήσει σε ισχυρή ανάκαμψη την ελληνική οικονομία, σε μια συγκυρία όπου η εξωτερική ζήτηση αποκλιμακώνεται, λόγω των εμπορικών ανταγωνισμών που προκαλούν αβεβαιότητες και ασκούν δυσμενείς επιδράσεις στις επενδύσεις διεθνώς». Και κατόπιν αυτής της διαπίστωσης, οι αναλυτές του συνδέσμου εκτιμούν πως για να επιτευχθούν οι στόχοι για την ανάπτυξη του 2020 θα πρέπει να επέλθει περίπου… οικονομική κοσμογονία από το τελευταίο κιόλας τρίμηνο του 2019 – δηλαδή, στο τρίμηνο Οκτωβρίου/ Δεκεμβρίου να επιτευχθεί αύξηση των επενδύσεων κατά 33,8%!

Εξίσου αποθαρρυντικά είναι τα ποιοτικά στοιχεία που έδωσε στην δημοσιότητα και η ΕΛΣΤΑΤ, κυρίως ως προς το σκέλος της δυναμικής της ανάκαμψης και της ρευστότητας. Η μεγάλη αχίλλειος πτέρνα εντοπίζεται εδώ στην ανύπαρκτη χρηματοδότηση της οικονομίας από τις τράπεζες: Ο ρυθμός της πιστωτικής επέκτασης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά ήταν τον Οκτώβριο αρνητικός και διαμορφώθηκε στο -0,8%, ενώ πληγή παραμένει και η «μαύρη τρύπα» στο εμπορικό ισοζύγιο. Στους πρώτους εννιά μήνες του χρόνου το εμπορικό έλλειμμα ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με πέρσι, ενώ και τον Οκτώβριο η συνολική αξία των εξαγωγών έπεσε στο ποσό των 2.865,2 εκατ. ευρώ, έναντι 3.152,2 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2018, παρουσιάζοντας μείωση 9,1%. Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου προκύπτει μείωση και της καταναλωτικής δαπάνης κατά 0,4%, ενώ μειωμένες κατά 5%, σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο, ήταν και οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.