Σκηνές αστυνομικής βίας και ντροπής για τη σύγχρονη Ελλάδα πλημμύρισαν τα κοινωνικά δίκτυα μετά τις εκδηλώσεις για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Και αναφέρομαι στα κοινωνικά δίκτυα, γιατί για τα κανάλια της διατεταγμένης υπηρεσίας, όλα έβησαν καλώς…

Ακριβώς όπως για τα κανάλια, όλα έβαιναν καλώς με τον υφυπουργό εξωτερικών με τις ψευδείς δηλώσεις περί των πτυχίων του, μέχρι που το πάρτι που έγινε στο διαδίκτυο, ανάγκασε την κυβέρνηση να τον αποπέμψει.

 

Περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο πάντως, τις εντυπώσεις τις κέρδισε η φωτογραφία που απεικονίζει μια διμοιρία των ΜΑΤ να έχουν πέσει επάνω του και να δέρνουν αλύπητα έναν ξεγυμνωμένο μέχρι τη μέση νεαρό, την ώρα που ένας από αυτούς του τραβά για να του βγάλει το σώβρακο. Όπως και μια ανάλογη φωτογραφία, όπου και πάλι μια διμοιρία εξαντλεί όλη την ανδρεία, τη γενναιότητα και την ανδρική της υπεροχή δέρνοντας μια νεαρή κοπέλα, της οποίας έχουν σκίσει τα ρούχα και την έχουν ξεγυμνώσει από τη μέση κι επάνω.

Συνειρμικά το μυαλό πηγαίνει 13 χρόνια πίσω, στη 17η Νοεμβρίου 2006, στο αντίστοιχης βίας και σκληρότητας περιστατικό που συνέβη στη Θεσσαλονίκη και έμεινε γνωστό ως ζαρντινιέρα, από τις φτηνές δικαιολογίες της αστυνομίας. Η οποία για να δικαιολογήσει το, σε απίστευτο βαθμό, στραπατσαρισμένο από το ξύλο πρόσωπο του ανυποψίαστου περαστικού από την περιοχή, Κύπριου σπουδαστή Αυγουστίνου Δημητρίου, απέδωσε με επίσημη ανακοίνωσή της τα τραύματά του σε πτώση πάνω σε μια… ζαρντινιέρα.

Στο περιστατικό εκείνο, που είχε συνταράξει το πανελλήνιο για την πρωτοφανή του σκληρότητα, έτυχε να είμαστε, από κοινού με μια ομάδα συναδέλφων καθηγητών από το ΑΠΘ, αυτόπτες μάρτυρες, οπότε φέρω ανεξίτηλες τις προσωπικές μνήμες.

Μοιραία λοιπόν γίνονται οι συγκρίσεις ανάμεσα στα δύο περιστατικά.

 

Και τότε και τώρα στην κυβέρνηση ήταν η ΝΔ. Με πρωθυπουργούς και τότε και τώρα δύο γόνους γνωστών πολιτικών οικογενειών, οι οποίες είχαν ως ιδρυτές δύο ιερά τέρατα της ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Τότε τον ανιψιό του Κωνσταντίνου Καραμανλή και σήμερα τον γιό του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Και τότε και τώρα το δόγμα «νόμος και τάξη» βρίσκονταν και βρίσκεται στις υψηλές προτεραιότητες της κυβέρνησης της Δεξιάς. Μάλιστα σήμερα, η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη είχε το δόγμα της ασφάλειας σαν πολιορκητικό αντιπολιτευτικό κριό στην πορεία της για την κυβερνητική εξουσία, από κοινού με την καταδίκη της συμφωνίας των Πρεσπών, σε ένα κρεσέντο ακροδεξιού παραληρήματος, κινούμενη πολιτικά μεταξύ ανάγκης για περισσότερη αστυνομική βία και καταστολή αφενός και εθνικισμού αφετέρου.

Και τότε και τώρα η αστυνομική βία είχε και έχει ηθικούς αυτουργούς μέσα στην κυβέρνηση. Τότε ήταν ο επί της Δημόσιας Τάξης υπουργός Βύρων Πολύδωρας, γνωστό στέλεχος της λαϊκής δεξιάς, ο οποίος με θερμές δηλώσεις στις οποίες προέτρεπε τους αστυνομικούς να γίνουν οι σύγχρονοι «πραίτορες», θεωρώντας, προφανώς, την Ελλάδα μια απέραντη αρένα και τους πολίτες μονομάχους, ουσιαστικά σκηνοθετούσε τη βαρβαρότητα που επρόκειτο να ακολουθήσει.

Σήμερα, εμψυχωτής των πράξεων βίας, τις οποίες φρόντισε να δικαιολογήσει και αυτός εκ των προτέρων, είναι ο γνωστός στα νιάτα του ως… τσεκουροφόρος, ακροδεξιάς πολιτικής προέλευσης υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκης Βορίδης. Ο οποίος με μια δήλωση περί… αναγκαστικότητας του ξύλου για την τήρηση της νομιμότητας, έδωσε άλλοθι για να πέφτει το ξύλο της αρκούδας σε όσους, κατά την αστυνομία, είναι ένοχοι.

Αν μάλιστα συνδυαστεί και το γεγονός ότι ο ίδιος χαρακτήρισε τις ιδέες της αντίπαλης πολιτικής παράταξης και μέχρι πρότινος κυβέρνησης σαν… ελαττωματικές, πολύ φοβούμαι ότι η… αναγκαστικότητα του ξύλου και του εξευτελισμού σύντομα θα επεκταθεί και σε όσους συγκλίνουν με ελαττωματικές αντιλήψεις…

Και στις δύο περιπτώσεις και τότε και τώρα, οι εμπρηστικές δηλώσεις των δύο κυβερνητικών στελεχών δεν καταδικάστηκαν, δεν στιγματίστηκαν και δεν απομονώθηκαν. Που σημαίνει ότι και τότε και τώρα, η κυβέρνηση τις υιοθέτησε και τις υιοθετεί και συνεπώς η ευθύνη για ό,τι ακολούθησε είναι συλλογική και ανήκει στην κυβέρνηση.

Και τότε, όπως και τώρα, καμία ανάληψη ευθύνης από πλευράς αστυνομίας και καμία αντίδραση για πειθαρχικό έλεγχο ή πολύ περισσότερο για ποινική δίωξη αστυνομικών, με την κατηγορία της κατάχρησης εξουσίας, της άσκησης άσκοπης σωματικής βίας και της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας των προσαχθέντων, δεν αναλήφθηκε. Κι ας πλημμύρισε το διαδίκτυο με βίντεο και φωτογραφίες σκληρής βίας και εξευτελισμού, που αποτελούν ντροπή για τη χώρα και κόλαφο για την αστυνομία και για την κυβέρνηση.

Κι ας δήλωσε ο πολύ γνωστός μουσικός Δήμος Μούτσης ότι από το «κολλαστήριο» αστυνομικό τμήμα των Εξαρχείων ακούγονταν όλη τη νύχτα οι κραυγές που μαρτυρούσαν ξύλο και βασανισμό των κρατουμένων. Ουδείς αρμόδιος ευαισθητοποιήθηκε και ουδείς αντέδρασε.

Και τότε, όπως και τώρα, υπήρξαν, δυστυχώς, φωνές υποστήριξης της αστυνομικής βίας. Στο όνομα των ιδιοκτησιών και των καταστημάτων που καταστρέφονται σε παρόμοια επεισόδια και των υλικών ζημιών που συχνά υπάρχουν μετά από τέτοιες εκδηλώσεις, η αστυνομική βία βρίσκει υποστηρικτές ανάμεσα στο κατά βάση αμόρφωτο κοινωνικό σώμα που φανατίζεται καθημερινά από τα γνωστά ιδιωτικά κανάλια της προπαγάνδας. Οι φωνές αυτές δίνουν άλλοθι στην αστυνομική βία και στον εξευτελισμό σε βάρος πιθανών υπόπτων για παραβατικές πράξεις. Πιστεύοντας αφελώς ότι θύματα δεν θα μπορούσαν να είναι τα δικά τους παιδιά, τα οποία είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Μέχρι, βέβαια, που να τους συμβεί να βρεθούν σε λάθος χρόνο και σε λάθος τόπο…

Οι αντιλήψεις αυτές που νομιμοποιούν την αστυνομία να παίρνει τη δικαιοσύνη στα χέρια της και να τιμωρεί προκαταβολικά και μάλιστα με ιδιάζουσα βαρβαρότητα, πριν καν αποδειχθεί η ενοχή, κάθε προσαγόμενο, είναι απολύτως επικίνδυνες και αντιδημοκρατικές, γιατί απαξιώνουν τον θεσμικό ρόλο της Δικαιοσύνης. Η οποία είναι και η μόνη υπεύθυνη για την τιμωρία όσων, μετά από ακροαματική διαδικασία, αποδειχθούν ένοχοι.

Μόνη διαφορά τότε, επί ζαρντινιέρας, η μηνυτήρια αναφορά στον εισαγγελέα πρωτοδικών Θεσσαλονίκης μιας ομάδας καθηγητών του ΑΠΘ, που ως περαστικοί, υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του βίαιου περιστατικού, που επέτρεψε την πειθαρχική και δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης στη συνέχεια και οδήγησε σε ποινές που έφτασαν, τότε, μέχρι την απόταξη των ενόχων αστυνομικών. Με μεγάλο κόστος, βέβαια, για τους ίδιους τους καθηγητές που υπερασπίστηκαν τότε, ως όφειλαν, τη σωματική ακεραιότητα, την τιμή και την υπόληψη του ανύποπτου θύματος και οι οποίοι πλήρωσαν την πράξη τους αυτή με απειλές και εκφοβισμό, ακόμη και μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, όπου κατέθεταν ως μάρτυρες…

Βέβαια, από το ξύλο της ζαρντινιέρας μέχρι τον δημόσιο εξευτελισμό των προσαχθέντων προχτές, υπάρχει μια απόσταση. Οι μέθοδοι της αστυνομίας εξελίσσονται και βελτιώνονται με τα χρόνια, όσον αφορά στην αποτελεσματικότητά τους. Το θύμα της ζαρντινιέρας, ο Κύπριος Αυγουστίνος Δημητρίου, πρέπει να αισθάνεται πολύ τυχερός που τη… γλύτωσε μόνο με βαριά σωματικά τραύματα που χρειάστηκαν βδομάδες νοσηλείας για να αποκατασταθούν, καθώς και μια… απλή ψυχοθεραπεία χρόνων για να θεραπεύσει τα ψυχικά τραύματα από το περιστατικό βίας του οποίου έπεσε θύμα εντελώς συμπτωματικά. Οι αστυνομικοί τότε είχαν τη στοιχειώδη ευπρέπεια ούτε να τον ξεβρακώσουν, ούτε να προσβάλουν την τιμή και τη γενετήσια αξιοπρέπειά του, όπως κάνουν οι συνάδελφοί τους σήμερα.

Μόνο που αυτό που καταγράφεται σαν πρόοδος της αστυνομικής αποτελεσματικότητας, αποτελεί στην ουσία οπισθοδρόμηση σε μια μεσαιωνική πραγματικότητα.

Αν οι οπαδοί του δόγματος «νόμος και τάξη» πιστεύουν ότι η κλιμάκωση της αστυνομικής βαρβαρότητας και της καταστολής θα αντιμετωπίσει προβλήματα με κοινωνική αναφορά, κάνουν μεγάλο λάθος. Όπως επί χούντας η εισβολή στο Πολυτεχνείο, όπως πριν 13 χρόνια η ζαρντινιέρα και όπως λίγο αργότερα η δολοφονία του νεαρού Γρηγορόπουλου από αστυνομικό, έγιναν η απαρχή για την αμφισβήτηση του αστυνομικού κράτους των εκάστοτε «πραιτόρων», έτσι και σήμερα η κοινωνική κατακραυγή για όσα συνέβησαν θα γίνει μπούμεραγκ στην πολιτική της… αναγκαστικότητας της αστυνομικής βίας, σε μια Ελλάδα με μακρά παράδοση αγώνων για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια.

*Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ