Την ελληνική εμπειρία για την έξοδο από την κρίση, οικονομική και προσφυγική, αλλά και την ανάδειξη της Ελλάδας σε «πυλώνα ασφάλειας και σταθερότητας» στην περιοχή, μετέφερε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κατά την ομιλία του σήμερα στην 34η Διάσκεψη του Αραβικού Ινστιτούτου Επιχειρηματιών στην Τυνησία, με θέμα «Πολιτικές κρίσεις: Προς ένα αποτελεσματικό κράτος». Ταυτόχρονα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφέρθηκε επισταμένα στη «δύσκολη σχέση» με την Τουρκία, στέλνοντας μήνυμα για την ανάγκη σεβασμού του διεθνούς δικαίου, μεταξύ άλλων και σε ό,τι αφορά την «οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών».

Απευθυνόμενος στην πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της χώρας, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρθηκε στους «γενναίους αγώνες» της Τυνησίας για την εμβάθυνση της δημοκρατίας, την ενίσχυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ταυτόχρονα την προστασία της κοινωνίας «απέναντι σε άδικα μέτρα λιτότητας».

«Το διακύβευμα για την Τυνησία μετά την επανάσταση, αλλά και για την Τουρκία στις αρχές του 2000, ήταν να επανέλθετε στην οικονομική ανάπτυξη με απεξάρτηση από τους διεθνείς οικονομικούς θεσμούς, να προστατευθεί η κοινωνία και να ενισχυθούν ουσιαστικά η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα», είπε και πρόσθεσε ότι «τηρουμένων των αναλογιών και δεδομένων των στέρεων δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα και τη συμμετοχή της στην ΕΕ, και εμείς στην Ελλάδα δώσαμε έναν αντίστοιχα σημαντικό αγώνα για την έξοδο από την κρίση και για την ανάκτηση μέρους της κυριαρχίας μας από τους δανειστές».

Επιπλέον, αναφέρθηκε στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, όταν πέρα από τα οικονομικά προβλήματα, η χώρα είχε να αντιμετωπίσει την προσφυγική κρίση και την «κρίση αποσταθεροποίησης στην περιοχή».

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τόνισε ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του ήταν «σημαντικό να δοθεί ένα συνεκτικό μήνυμα σε διεθνές επίπεδο, ότι η Ελλάδα επέστρεψε όχι μόνο ως ισχυρός οικονομικός παίκτης στην περιοχή, αλλά και ως ισχυρός γεωπολιτικός παράγοντας και ως πρότυπο κοινωνίας που αγωνίζεται για συγκεκριμένες αξίες».

«Αποφασίσαμε από την αρχή ότι οι κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζαμε από την υψηλή ανεργία που άγγιζε το 28%, τις τεράστιες προσφυγικές ροές που οδήγησαν 1,2 εκατομμύρια ανθρώπους στις ακτές μας, την αποσταθεροποίηση στα βόρεια σύνορά μας στα Βαλκάνια και πολλές φορές την δύσκολη σχέση μας με τη γείτονά μας την Τουρκία, δεν έπρεπε να μας οδηγήσουν σε μια φοβική, εθνικιστική και ρατσιστική περιχαράκωση» είπε, και αναφέρθηκε σε μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε η τότε κυβέρνηση, για την «υπεράσπιση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων» μεταξύ των οποίων η κατοχύρωση του δικαιώματος ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, η πρόσβαση σε δωρεάν περίθαλψη σε ανασφάλιστους και πρόσφυγες που βρίσκονταν στη χώρα και η κατασκευή του πρώτου μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα.

«Αντιμετωπίσαμε τη μεγαλύτερη προσφυγική και οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, εμβαθύναμε τα ανθρώπινα δικαιώματα για όλους, και όμως η ακροδεξιά αποδυναμώθηκε, το νεοναζιστικό κόμμα δεν μπήκε στη Βουλή», επισήμανε.

Σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές σχέσεις, υπογράμμισε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση επέμεινε σε μια «φιλειρηνική, ενεργητική, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική». «Είπαμε ότι οφείλουμε να αποτελέσουμε έναν πυλώνα ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας σε μια ολοένα και πιο αποσταθεροποιημένη περιοχή», σημείωσε, υπενθυμίζοντας τις προσπάθειες προσέγγισης με την Τουρκία και την «προώθηση μιας θετικής ατζέντας στις ευρωτουρκικές σχέσεις με εφαλτήριο τη συνεργασία στο προσφυγικό».

Επιπλέον, αναφέρθηκε στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού και την στήριξη της Ελλάδας στον Πρόεδρο Ερντογάν και την εκλεγμένη κυβέρνηση, κατά την «αποτρόπαια απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία».

«Δυστυχώς, οι σχέσεις μας επιδεινώθηκαν στη συνέχεια, με την τουρκική επιθετικότητα να αυξάνεται ραγδαία τόσο στο Αιγαίο όσο και στην κυπριακή ΑΟΖ. Δεν διστάσαμε όμως να κρατήσουμε τους διαύλους ανοιχτούς ειδικά αυτές τις δύσκολες στιγμές και καταφέραμε να αποτραπούν τα χειρότερα», σημείωσε αναφερόμενος στην «πρώτη επίσκεψη Προέδρου της Τουρκίας στην Ελλάδα μετά από 65 χρόνια» και στην επανεκκίνηση του διαλόγου για «Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ των ΥΠΑΜ και ΥΠΕΞ από τις δύο πλευρές».

Εξάλλου, αναφέρθηκε και στο ρόλο της Ελλάδας στα Βαλκάνια, επισημαίνοντας την επίλυση του ζητήματος της ονομασία με τη Βόρεια Μακεδονία «παρά την αντίθεση των εθνικιστικών δυνάμεων στη χώρα».

Παράλληλα, αναφέρθηκε και στις συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο «με την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Παλαιστίνη, τον Λίβανο, την Ιορδανία, καθώς και τις ΗΠΑ και το Ισραήλ μαζί στο σχήμα 3+1», αλλά και στις σημαντικότερες ξένες επενδύσεις, όπως η κινεζική επένδυση στον Πειραιά, η γαλλική επένδυση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η αμερικανική επένδυση στα ναυπηγεία της Σύρου κλπ.

«Με αυτόν τον τρόπο μπόρεσε και η Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση, να διαχειριστεί την προσφυγική κρίση όσο γινόταν πιο αποτελεσματικά και ανθρώπινα και να αποτελέσει πυλώνα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή», υπογράμμισε ο Αλ. Τσίπρας.

Κλείνοντας, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αναφέρθηκε σε τρία σημεία καθοριστικής σημασίας για το μέλλον των σχέσεων στην περιοχή της Μεσογείου: Πρώτον,τόνισε την ανάγκη του σεβασμού του διεθνές δικαίου ειδικά «αν ο στόχος είναι η διαχείριση του προσφυγικού ή η οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών μας Ζωνών», σημειώνοντας το θέμα της «επανέναρξης των διερευνητικών συνομιλιών με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας» το οποίο έθεσε, όπως είπε, «σε κάθε συνάντηση με τον Πρόεδρο Ερντογάν μετά τις αρχές του 2016 που πραγματοποιήθηκε ο τελευταίος γύρος». «Η Κυπριακή Δημοκρατία θέτει το ίδιο θέμα από το 2006. Παρότι δεν υπήρξε ουσιαστικό ενδιαφέρον από την Τουρκία, σήμερα η γείτονάς μας τονίζει ότι κινηθήκαμε χωρίς αυτήν στην περιοχή και προσπαθεί με παράνομο τρόπο να επιβάλλει τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο», πρόσθεσε, επισημαίνοντας: «θα πρέπει οι γείτονές μας να καταλάβουν ότι οι σχέσεις μας δεν μπορούν να οικοδομηθούν με αυτόν τον τρόπο, αλλά μόνο με αμοιβαίο σεβασμό και διάλογο».

Δεύτερον, υπογράμμισε πως είναι απαραίτητο «η ΕΕ και η νέα Επιτροπή, να προωθήσει μια συνεκτική και ολοκληρωμένη στρατηγική για τη Μεσόγειο», από τη «δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού» μέχρι «μια λύση δύο κρατών στο Παλαιστινιακό». Τρίτον, έθεσε το ζήτημα της νεολαίας, σημειώνοντας ότι «πρέπει να μιλήσουμε ειδικά για τους νέους και πώς θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να ανακοπεί το brain drain από την Ελλάδα ή την Τυνησία ή άλλες χώρες».