Ήταν 4 Δεκεμβρίου του 1971. Το θρυλικό συγκρότημα Deep Purple βρισκόταν στη μικρή πόλη Montreux της Ελβετίας για να ηχογραφήσει νέο άλμπουμ σε ένα ενοικιαζόμενο στούντιο.

Οι Deep Purple έμεναν κοντά στο τοπικό καζίνο, όπου εκείνη την ημέρα ο Φρανκ Ζάππα είχε συναυλία με το συγκρότημά του. Ενώ λοιπόν είχε περάσει μία ώρα περίπου από την έναρξη του λάιβ, ένας φανατικός οπαδός εκτόξευσε βεγγαλικό, το οποίο καρφώθηκε στην οροφή φτιαγμένη από παμπού, με αποτέλεσμα σε “χρόνο ντετέ” να τυλιχτεί όλο το κτίριο στις φλόγες, το οποίο, όπως είναι φυσικό, καταστράφηκε ολοσχερώς.

 

Ένας άνθρωπος που βρισκόταν στη συναυλία, ο Peter Schneider, δημοσίευσε σε προσωπικό του Blog στο διαδίκτυο κείμενο περιγράφοντας εκείνη τη νύχτα.

“Η φωτιά εξαπλώθηκε τόσο γρήγορα που όλοι όσοι βρίσκονταν μπροστά, κοντά στη σκηνή είχαν παγιδευτεί. Υπήρχε μια μεγάλη πόρτα στη δεξιά πλευρά, αλλά δεν ξέρω αν ήταν ανοικτή ή κλειστή. Στάθηκα πίσω από το πλήθος που προσπαθούσε να βγει από τα μεγάλα γυάλινα παράθυρα που κάλυπταν το σύνολο του κτιρίου. Χρωστάω τη ζωή μου σε έναν Ελβετό πυροσβέστη ο οποίος με ένα τεράστιο τσεκούρι άρχισε να σπάει τα παράθυρα ένα προς ένα. Όλοι όσοι κάθονταν μπροστά, άρχισαν να πηδούν έξω. Βρισκόμασταν στο δεύτερο όροφο, οπότε καταλαβαίνετε ότι ήταν ένα αρκετά μεγάλο άλμα”.

Το επόμενο πρωί, τα μέλη του συγκροτήματος Deep Purple, ξυπνώντας, είδαν από το δωμάτιό τους καπνούς από τη φωτιά της προηγούμενης νύχτας, που είχαν σχηματίσει ένα μεγάλο σύννεφο κοντά σε λίμνη.

Ο Roger Glover αυθόρμητα βλέποντας αυτή την εικόνα, αναφώνησε: “Smoke on the water”, μία φράση που στη συνέχεια πρότεινε στον Ian Gillan να χρησιμοποιήσουν ως τίτλο τραγουδιού που έφτιαχνε εκείνη τη στιγμή ο Ritchie Blackmore.

Η αρχική απάντηση του Ian για τον τίτλο ήταν αρνητική. Πίστευε πως όλοι όσοι το άκουγαν θα θεωρούσαν πως είναι ένα τραγούδι για τα ναρκωτικά. Έπειτα από πιέσεις και των υπολοίπων άλλαξε γνώμη και κάπως έτσι δημιουργήθηκε ο απόλυτος θρύλος της ροκ. Οι στίχοι μάλιστα λένε πως γράφτηκαν πάνω σε μία χαρτοπετσέτα.