Με σκοπό τον αστεϊσμό χρησιμοποιείται η φράση “δουλειές με φούντες” η οποία φέρεται να προήλθε από το Ναυτικό. Συγκεκριμένα, υπήρχε κάποια στιγμή η σκέψη να τοποθετήσουν μια μπλε φούντα στα πηλήκια των Ελλήνων ναυτών όπως στο γαλλικό ναυτικό που τα πηλήκια τους έχουν κόκκινη φούντα.

Πραγματοποιήθηκαν πολλά συμβούλια, ώστε τελικά απέρριψαν την πρόταση. Έτσι βγήκε η φράση “δουλειές με φούντες”, που την έλεγαν οι αξιωματικοί, οι οποίοι ελάμβαναν μέρος στα συγκεκριμένα συμβούλια, όταν ήθελαν να αστειευτούν.

 
Στη σημερινή εποχή, όταν λέμε “έχω δουλειές με φούντες” σημαίνει ότι έχω πολλή δουλειά με μεγάλα κέρδη, ότι οι επαγγελματικές μου ασχολίες είναι κερδοφόρες. Πάντως, έχει και ειρωνική χρήση και αναφέρεται σε κάποιον που καλλιεργεί ή πουλάει χόρτο. Αυτολεξεί ερμηνεύεται ότι κάποιος ενασχολείται με παράνομες ουσίες.

Το Μείζον Ελληνικό Λεξικό (Τεγό – Φυτρά) ερμηνεύει ως «φούντα» δέσμη από κλωστές ισομεγέθεις, ελεύθερες στο ένα άκρο, ή θύσανο. Όμως, ο όρος «φούντα» (ή νταφού) αναφέρεται και για τον ανθοφόρο θύσανο της κάνναβης (χασίς, ποτ, χόρτο, μπάφος, μαύρο, αλβανός, στριφτό, γεμιστό, γάρο, ρο ή απλά «ο».)

Στο Βυζάντιο, φούνδα ή κοιλιόδεσμος ή πουγγίον λεγόταν το σακίδιο με τα χρήματα που έζωναν στη μέση τους οι Βυζαντινοί. Η ρίζα της λέξης είναι λατινική από το fundo, που σημαίνει κυριολεκτικά βυθίζω (το καράβι ή η επιχείρηση «πήγε φούντο» όπως λέμε σήμερα).

Μεταφορικά, fundo σημαίνει: θεμελιώνω, καθιερώνω, παγιώνω, πακτώνω και τελικά συνάπτω σύμβαση. Αυτό γιατί κατά την σύναψη μιας σύμβασης οι Ρωμαίοι συμβαλλόμενοι βύθιζαν τα ραβδιά τους στο έδαφος για να στερεώσουν συμβολικά τη συμφωνία (pactun, βυζαν, πάκτον) βλ. Κ. ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ ΠΡΟΧΕΙΡΟΝ ΝΟΜΩΝ ή ΕΞΑΒΙΒΛΟΣ σελ. 411 και ΜΕΛ σ. 853 βλ . και τη νομική ρήση «pacta sunt servanda» = τα συμφωνημένα είναι τηρητέα, πρέπει να τηρούνται. Ακόμη και τώρα λέμε «τα μιλημένα και τιμημένα» (τιμώ=τηρώ).

Εργασία “φουντάτη” εννοείται, παράλληλα, η συμβατικά κατοχυρωμένη εργασία. Το “φουντάτη” ερμηνεύτηκε από τους μεταγενέστερους “με φούντες”. Η δουλειά με φούντες είναι λοιπόν μια σίγουρη και καλή δουλειά.