Οι εκλογές της 10ης Νοεμβρίου στην Ισπανία προσέλκυσαν τόσο μικρό ενδιαφέρον όσο ήταν και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση (του Απριλίου). Το αποτέλεσμα ήταν παρόμοιο, με εξαίρεση τις εσωτερικές ανακατατάξεις στη «δεξιά πολυκατοικία», αναμενόμενο και όχι ικανό να μεταβάλει τους συσχετισμούς. Ακριβώς αυτή η αίσθηση déjà vu και το άκαρπο εξάμηνο που είχε μεσολαβήσει ήταν τελικά οι παράγοντες που παρήγαγαν το κύριο –προς ώρας– πολιτικό αποτέλεσμα, ήτοι τη συμφωνία Σοσιαλιστών και Podemos για τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού.

Το γεγονός ότι η συμφωνία αυτή ανακοινώθηκε εντός 48 ωρών από τις εκλογές διασκέδασε τις εντυπώσεις όσον αφορά τα δύο αυτά κόμματα και ιδίως τους Σοσιαλιστές. Διότι είναι το κόμμα αυτό και ο ηγέτης του, Π. Σάντσεθ, οι κύριοι υπεύθυνοι για την αδυναμία συμφωνίας με τους Podemos τους προηγούμενους μήνες, καθώς οι προτάσεις τους πρόδιδαν φαντασιώσεις παντοδυναμίας, τη στιγμή που διέθεταν λίγο πάνω από το 1/3 των εδρών της βουλής. Προκηρύσσοντας τις εκλογές, ο Σάντσεθ προφανώς επιδίωκε σαφή αύξηση του ποσοστού των Σοσιαλιστών· αντ’ αυτού, το κόμμα του απώλεσε 3 έδρες, αποσπώντας 28% και 120 έδρες. Οι Podemos αποδυναμώθηκαν επίσης κατά μιάμιση μονάδα (12,8%), πέφτοντας στις 35 από 42 έδρες. Τις μικρές απώλειες αυτές των δύο σχηματισμών φαίνεται ότι καρπώθηκε το νέο κόμμα της Kεντροαριστεράς Más País (2,4% και 3 έδρες).

 

Άνοδος της Aκροδεξιάς και παταγώδης αποτυχία των Ciudadanos

Πριν αναφερθούμε στις προοπτικές και τις δυσκολίες συγκρότησης κυβέρνησης Σοσιαλιστών – Podemos, θα σταθούμε στα κόμματα της Δεξιάς, το συνδυαστικό
ποσοστό των οποίων (43%) ήταν σχεδόν ίδιο με εκείνο του Απριλίου και ισοδύναμο με αυτό των κομμάτων του αριστερού/προοδευτικού πόλου.

Η πρώτη σημαντική αλλαγή ήταν η κατάρρευση των Ciudadanos (Πολιτών) στο 6,8% από το 15,9% του Απριλίου, λόγω της ριψοκίνδυνης επιλογής της ηγεσίας τους να στραφούν στα δεξιά, διεκδικώντας τα πρωτεία από το παραπαίον Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές του Απριλίου. Η απώλεια του momentum και οι εσωτερικές αντιδράσεις επέφεραν την καθίζησή τους, την οποία φαίνεται καταρχάς ότι καρπώθηκαν σχεδόν εξ ημισείας το Λαϊκό Κόμμα (το οποίο έφτασε στο 20,8% από το 16,7%) και το Vox.

Η έντονη κριτική για την ευθύνη των δύο άλλων κομμάτων της Δεξιάς για την εκλογική προέλαση του Vox είναι απολύτως βάσιμη. Άλλωστε, σε τρεις από τις δεκαεπτά «αυτόνομες κοινότητες» (περιφέρειες) της χώρας, όπως και στο δήμοτης Μαδρίτης, τα δύο κόμματα έχουν δεχθεί τη στήριξη του Vox προκειμένου να κυβερνήσουν. Όμως επικρίσεις έχει δεχθεί και το Σοσιαλιστικό Κόμμα, είτε γιατί ο επικεφαλής του αρνήθηκε να αντιπαρατεθεί ευθέως στο προεκλογικό debate με τον ηγέτη του Vox, είτε γιατί, όταν το έκανε, επέλεξε να προβάλει ως επιτυχία της κυβέρνησής του τη μείωση στο μισό του αριθμού των προσφυγικώνμεταναστευτικών αφίξεων σε σχέση με τον σχετικά αυξημένο αριθμό (σχεδόν 60.000) του 2018.

 
 
 

 

 

Ακόμα και επί του έτερου ζητήματος αιχμής που προέβαλε το Vox, την κρίση στην Καταλονία, οι Σοσιαλιστές διολίσθησαν προεκλογικά σε όξυνση της ρητορικής τους. Καθόλου περιέργως, επιβεβαιώνοντας τη γνωστή παρατήρηση περί προτίμησης των ψηφοφόρων στους «αυθεντικούς» εκφραστές και όχι στους μιμητές και τον συνοδευτικό προβληματισμό για τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης της ακροδεξιάς ατζέντας, ήταν το Vox εκείνο που αύξησε τα ποσοστά του κατά το ήμισυ σχεδόν (15,1%) και υπερδιπλασίασε τον αριθμό εδρών του (52), κατακτώντας την τρίτη θέση στις εκλογές.

Ο σχηματισμός κυβέρνησης και το καταλανικό ζήτημα

Ο συνασπισμός Σοσιαλιστών – Podemos διαθέτει 155 έδρες, άθροισμα που απέχει σημαντικά από τις 176 έδρες της απόλυτης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας· αυτή τη στιγμή, ο συνασπισμός φαίνεται να έχει εξασφαλίσει περί τις 167-168 έδρες με τη συμπαράταξη ενός αριθμού μικρών, κυρίως περιφερειακών, κομμάτων. Εφόσον δεν εξασφαλιστεί η απόλυτη πλειοψηφία κατά την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή, στη δεύτερη ψηφοφορία αρκεί η πλειοψηφία επί των ψηφισάντων. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η αποχή 10-15 βουλευτών μπορεί να επιτρέψει το σχηματισμό κυβέρνησης. Το κεντροαριστερό καταλανικό ERC διαθέτει τον «μαγικό αριθμό» των 13 εδρών. Σε αντίθεση με τα δύο άλλα «αποσχιστικά» καταλανικά κόμματα, το κεντροδεξιό JxCat και το ριζοσπαστικό αριστερό CUP, το κόμμα αυτό αφήνει κάποιες μικρές χαραμάδες σύμπραξης προς την προαναφερόμενη κατεύθυνση.

Όμως ο ηγέτης του είναι μεταξύ των Καταλανών ηγετών που καταδικάστηκαν σε 9-13 χρόνια φυλάκισης για «στάση», σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά την προκήρυξη εκλογών στα μέσα Οκτωβρίου (σε γνωστή εκ των προτέρων ημερομηνία, κάτι που αναδεικνύει περαιτέρω τον κακό χειρισμό των Σοσιαλιστών μετά τις εκλογές του Απριλίου) και η οποία πυροδότησε μαζικές, μαχητικές ή/και βίαιες αντιδράσεις στην Καταλονία. Σε αυτό το συγκρουσιακό πλαίσιο, θα απαιτηθεί η δέσμευση σε παραχωρήσεις κάποιου είδους από τη νέα κυβέρνηση ώστε να κερδίσει την ανοχή του ERC.

Η παρουσία των Podemos στον εκκολαπτόμενο κυβερνητικό συνασπισμό είναι θετική, καθότι οι θέσεις τους –υπέρ της παραχώρησης δημοψηφίσματος στην Καταλονία, υπέρ μιας πολιτικής, παρά δικαστικής, διαχείρισης της σύγκρουσης αλλά και υπέρ της παραμονής της Καταλονίας στο ισπανικό κράτος– συγκροτούν ένα πλαίσιο συμβιβασμού και συνεννόησης των δύο πλευρών. Η έκβαση όμως δεν θα κριθεί από αυτούς, αλλά κυρίως από τις υποχωρήσεις που είναι διατεθειμένοι να κάνουν οι Σοσιαλιστές (και δευτερευόντως το ERC).

* Ο Θωμάς Γούμενος είναι Διδάσκων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης  και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Από το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ)