O υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας ήταν κατηγορηματικός: «Το κοινωνικό μέρισμα», είπε, «θα δοθεί φέτος σε συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες, σε χρήμα και στο χέρι».
Παρά την διαβεβαίωση του υπουργού, ωστόσο, οι τελικές ανακοινώσεις για το κοινωνικό μέρισμα μετατέθηκαν εκ νέου στην επόμενη εβδομάδα, αντί της τρέχουσας όπως αρχικά διέρρεε το οικονομικό επιτελείο. Και οι τελικοί δικαιούχοι, όπως και τα ποσά που θα λάβουν, παραμένουν υπό αίρεση, και αναδιατάσσονται καθημερινά στις ασκήσεις επί χάρτου που γίνονται στο υπουργείο Οικονομικών.

Ο λόγος είναι απλός: Η δυστοκία της κυβέρνησης στην διανομή του κοινωνικού μερίσματος οφείλεται στο γεγονός ότι τα – κατά Σταϊκούρα –  «λεφτά στο χέρι» που θα διατεθούν φέτος θα είναι ελάχιστα σε σχέση με τις δύο προηγούμενες χρονιές και οι δικαιούχοι θα είναι πολύ λιγότεροι αφού την μερίδα του λέοντος από το υπερπλεόνασμα την απολαμβάνουν οι επιχειρήσεις.

Με βάση τους έως τώρα υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου, τα προς διάθεση ποσά που απέμειναν από το υπερπλεόνασμα είναι 436 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά όμως διαγράφονται άμεσα 250 εκατομμύρια ευρώ, αφού αποφασίστηκε πως 150 εκατομμύρια θα διατεθούν για να καλυφθεί μέρος των υποχρεώσεων των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας προς την ΔΕΗ και άλλα 100 εκατομμύρια θα κρατηθούν ως «μαξιλάρι» ασφαλείας. Επιπλέον, άλλα 50 εκατομμύρια ευρώ είναι πιθανό να πάνε στα νησιά του Αιγαίου στο πλαίσιο της στήριξής τους για την διαχείριση του προσφυγικού.

Ως εκ τούτων, και με τα πιο αισιόδοξα σενάρια, είναι ζήτημα εάν απομένουν 200 εκατομμύρια ευρώ για να καταβληθεί «στο χέρι» το κοινωνικό μέρισμα, έναντι 800 και 900 εκατομμυρίων αντίστοιχα που είχαν διατεθεί από την κυβέρνηση Τσίπρα τις προηγούμενες χρονιές.

Το Μαξίμου και το υπουργείο Οικονομικών επιχειρούν να δικαιολογήσουν την τεράστια αυτή απόκλιση χρεώνοντάς την στο κόστος της 13ης σύνταξης που είχε χορηγήσει τον Μάιο η κυβέρνηση Τσίπρα. Οι αριθμοί, όμως, δείχνουν καθαρά πως το κοινωνικό μέρισμα κατέληξε σε «ψίχουλα» που θα μοιραστούν σε λίγους, διότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε συνειδητά να εξαντλήσει μεγάλο μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου υπέρ των επιχειρήσεων.

Μόνον μέσα στον Δεκέμβριο, οι επιχειρήσεις θα κερδίσουν 138 εκατομμύρια ευρώ, λόγω της μείωσης του συντελεστή υπολογισμού της προκαταβολής φόρου από το 100% στο 95%. Επίσης, οι μέτοχοι των εταιριών θα κερδίσουν 75 εκατομμύρια ευρώ, χάρις στη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, ενώ και πάλι οι επιχειρήσεις – με πλέον ωφελημένες τις μεγαλύτερες εξ αυτών – θα κερδίσουν το 2020 541 εκατ. ευρώ από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης από το 28% στο 24% που έχει άμεση ισχύ – δηλαδή εφαρμόζεται για τα εισοδήματα του 2019.

Με αυτά τα δεδομένα, οικονομικοί αναλυτές θεωρούν δημοσιονομικά υπερφιλόδοξες τις εισηγήσεις που θέλουν να εντάσσεται στο κοινωνικό μέρισμα και μια πρώτη μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης – εισηγήσεις, οι οποίες εκπορεύονται από την πίεση που δέχεται πλέον η κυβέρνηση για κάποια απτά μέτρα ελάφρυνσης της μεσαίας τάξης η οποία έχει μείνει εντελώς έξω από το κάδρο των ελαφρύνσεων του νέου φορολογικού νομοσχεδίου.

Το πλέον πιθανό σενάριο, δε, το πενιχρό πλέον μέρισμα που «θα δοθεί στο χέρι» να διατεθεί μόνον σε πολύ περιορισμένες κοινωνικές ομάδες, όπως ΑμεΑ, πολύτεκνοι και ορισμένες κατηγορίες μακροχρόνια ανέργων, και να αποκλειστούν όλες οι υπόλοιπες τάξεις που το είχαν πάρει πέρσι. Το 2019 κοινωνικό μέρισμα είχαν πάρει όλοι όσοι είχαν εισοδήματα έως 9.000 ευρώ για νοικοκυριά με έναν ενήλικο – μισθωτοί, συνταξιούχοι, άνεργοι -, και υπήρχε προσαύξηση 4.500 ευρώ στο εισόδημα για κάθε επιπλέον ενήλικο μέλος και 2.250 ευρώ για 2.250 ευρώ για κάθε ανήλικο μέλος.