Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι αλλοδαποί που υπάρχουν στην Ελλάδα, καθώς και οι δράσεις που πρόκειται να πραγματοποιήσει η κυβέρνηση σχετικά με το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, αποτέλεσαν το αντικείμενο συνέντευξης Τύπου που παραχώρησε σήμερα ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, Φιλίππο Γκράντι στο πλαίσιο της διήμερης επίσκεψης του στη χώρα μας.  
 
Όπως ανέφερε, στην Ελλάδα ήρθε για να γνωρίσει και να συνομιλήσει με την νέα κυβέρνηση, αλλά και εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού αφίξεων προσφύγων και μεταναστών τους τελευταίους μήνες. Ο κ. Γκράντι επανέλαβε την ανησυχία του για τις συνθήκες που επικρατούν στα νησιά, τονίζοντας ότι «οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν οι άνθρωποι εκεί είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές, με ανεπαρκή πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, βία εντός των ίδιων των κοινοτήτων, βία εναντίον των ανηλίκων και εναντίον των γυναικών, καθώς επίσης και μεγάλο αριθμό ασυνόδευτων ανηλίκων». Συγκεκριμένα είπε, ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ανέρχονται σε 5000 σε όλη την Ελλάδα, ενώ μονάχα στη Μόρια είναι 1200. «Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι είναι πολύ εκτεθειμένοι σε κινδύνους. Είμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης για τα παιδιά σε αυτή τη χώρα. Τα παιδιά σε κίνηση είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ακόμη, ο κ. Γκράντι επισήμανε ότι η φιλοξενία και η ανταπόκριση από τις τοπικές κοινωνίες, παρότι υπάρχει ακόμη, είναι λιγότερο ορατή απ’ ό,τι ήταν πριν 4 χρόνια.  

Όσον αφορά τη συνάντησή του με τον πρωθυπουργό και τους αρμόδιους υπουργούς, ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, χαιρέτισε την αποφασιστικότητα που δείχνει η ελληνική κυβέρνηση σχετικά με το ζήτημα και γνωστοποίησε ότι συζητήθηκαν οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων και των μεταναστών, ο υπερπληθυσμός, «οι μακροχρόνιες διαδικασίες που καταντούν εξαντλητικές σωματικά και ψυχικά για τους ανθρώπους» αλλά και η κατάσταση των ανήλικων. Σχετικά με τους σχεδιασμούς της κυβέρνησης για νέες δομές στα νηισά με μικρότερο αριθμό ανθρώπων, ο κ. Γκράντι τόνισε ότι «γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις νέες δομές που σχεδιάζει να δημιουργήσει η κυβέρνηση, καθώς χρησιμοποιήθηκε ο όρος ‘κλειστές δομές’. Με διαβεβαίωσαν πως δεν πρόκειται να είναι κρατούμενοι όσοι θα διαμένουν εκεί. Πήρα αυτή τη διαβεβαίωση δέκα φορές, όχι μία. Η κυβέρνηση έχει νόμιμο δικαίωμα να ελέγχει αυτόν τον πληθυσμό. Ο έλεγχος δεν συνιστά κράτηση. Αν ο έλεγχος μετατραπεί σε κράτηση, τότε δεν συμφωνούμε. Αν ‘έλεγχος’ σημαίνει καλύτερη καταγραφή, καλύτερη πειθαρχία στη διαχείριση αυτών των κέντρων, αυτό είναι φυσικά θετικό». Υπενθύμισε πάντως, πως «η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, είναι κάθετα αντίθετη στα κέντρα κράτησης παντού, όχι μόνο στην Ελλάδα».  

Ακόμη, ο κ. Γκράντι, μίλησε για τις αλλαγές στη διαδικασία ασύλου. «Η κυβέρνηση έχει την πρόθεση να απλοποιήσει την διαδικασία ασύλου, επιταχύνοντάς την. Είμαστε σε φάση αναμονής και περιμένουνε να συμβεί. Η γραφειοκρατία δημιουργεί μεγάλο βάρος. Δεν είναι η εθνικότητα που καθορίζει το αν είναι κάποιος πρόσφυγας. Οι διαδικασίες πρέπει να εξασφαλίζουν ότι όλοι έχουν πρόσβαση στο δικαίωμά τους να διεκδικήσουν διεθνή προστασία. Η ποιότητα της διαδικασίας έχει σημασία».  
 
Σύμφωνα με τον κ. Γκράντι, μεγάλο τμήμα των αφίξεων προέρχονται από τη Συρία και το Αφγανιστάν, χώρες όπου υπάρχουν συγκρούσεις, και η πλειοψηφία τους χαρακτηρίζεται ως πρόσφυγες. 

Σχετικά με το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων, ο κ. Γκράντι ανέφερε ότι είναι ανάγκη να διασφαλιστούν καλές δομές και συνθήκες για τα ασυνόδευτα παιδιά, ενώ εξέφρασε την προθυμία του να συμβάλει η Ύπατη Αρμοστεία στην πρωτοβουλία «Κανένα παιδί μόνο».  
 
«Τα ασυνόδευτα παιδιά είναι η πιο εκτεθειμένη ομάδα ατόμων. Πρέπει άμεσα να μεταφερθούν στην ενδοχώρα. Και εδώ η κοινωνία των πολιτών μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο», σημείωσε.

Αναφορικά με το πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ που υλοποιείται , υπογράμμισε ότι «αυτή τη στιγμή, για τους αιτούντες άσυλο, η Ύπατη Αρμοστεία και η κυβέρνηση, συνέβαλαν στο κομμάτι της ένταξής τους με το πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ. Θέλουμε να συνεχίσουμε μέχρι το 2020, αλλά να διασφαλίσουμε την χρηματοδότησή του από την ΕΕ. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο ένταξης, στο οποίο να περιλαμβάνεται και η εκπαίδευση και η εργασία. Είναι κάτι πολύ σημαντικό, και ελπίζω όλοι να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ευρώπη παρέχει οικονομική υποστήριξη αλλά χρειάζεται παραπάνω. Πρέπει να συνεχιστεί και να γίνει πιθανότατα και πιο ουσιαστική».

Ακόμη, ο κ. Γκράντι εξέφρασε την ανησυχία του για την αύξηση του αντιπροσφυγικού συναισθήματος, της ξενοφοβικής γλώσσας και της ρητορικής μίσους. «Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή τη δυσφορία, ειδικά σε περιοχές με ανεργία, αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Πρέπει να εξηγήσουμε στους ανθρώπους ότι οι πρόσφυγες έρχονται από πολέμους και άσχημες συνθήκες και ότι η ξενοφοβία δεν οδηγεί πουθενά. Υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται αυτή την δυσφορία», σημείωσε .

«Η Ευρώπη χρειάζεται ένα νέο σύστημα που θα βασίζεται στον επιμερισμό της ευθύνης. Θα συνεχίσουμε να το προωθούμε αυτό σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, ή τουλάχιστον σε κάποια εξ αυτών», κατέληξε ο κ. Γκράντι.