Βισκόμαστε στα ΄90s. Τρία κορίτσια που ζουν σε φοιτητική εστία πανεπιστημίου της Αλγερίας, νοικιάζουν παράνομο ταξί, επιβιβάζονται για να μεταφερθούν σε κλαμπ να διασκεδάσουν. Σε λίγη ώρα, βρίσκονται απέναντι από τα καλάσνικοφ φανατικών Ισλαμιστών σε παράνομο μπλόκο το οποίο είναι σχεδόν απόλυτα νομιμοποιημένο από την κοινωνία. Είναι η πρώτη σεκάνς του Γαλλολιβανέζικου φιλμ «Papicha» που παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του 60ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα.

Η Μούνια Μεντούρ, στηριγμένη σε αληθινά γεγονότα μας μεταφέρει στην Αλγερία του 1997. Η χώρα σπαράσσεται από εμφύλιο πόλεμο, φέρνοντας την αυταρχική κυβέρνηση αντιμέτωπη με τρομοκρατικές ομάδες φονταμενταλιστών, που επιθυμούν να μετατρέψουν τη χώρα σε θεοκρατικό ισλαμικό κράτος. Σε αυτό το πνιγηρό περιβάλλον, οι γυναίκες που αρνούνται να συμμορφωθούν με τον ατελείωτο κατάλογο απαγορεύσεων γίνονται αντικείμενο βίαιων επιθέσεων και διώξεων. Μια νεαρή φοιτήτρια, παθιασμένη με τη μόδα, αποφασίζει να επαναστατήσει από το δικό της μετερίζι. Πείθει τις γυναίκες που φοιτούν στο πανεπιστήμιό της να διοργανώσουν μια επίδειξη μόδας, η οποία αποκτά συμβολικές διαστάσεις αντίστασης ενάντια στον σκοταδισμό.

Η ηρωίδα που την φωνάζουν Παπίσα, αρνείται πεισματικά να μεταναστεύσει. Μεταμορφώνει τα υφάσματα και ονειρεύεται. Σφίγγει τις γροθιές και προσπερνά τα άγρια βλέμματα των αρσενικών που τη φτύνουν γιατί δεν συμμορφώνεται με τον ενδυματολογικό κώδικα των φανατικών Ισλαμιστών. Σχίζει τις προπαγανδιστικές αφίσες που γράφουν απειλητικά: «Αν δεν φροντίσεις για τη σωστή σου εικόνα θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτήν», λυγίζει όταν δολοφονούν τη φίλη της μπροστά στα μάτια της. Σηκώνεται και συνεχίζει επιμένοντας να πραγματοποιήσει την επίδειξη μόδας η οποία στο τέλος αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, χαρακτήρα εξέγερσης γιατί τα κορίτσια μόλις έχουν ανακαλύψει ότι στο φαγητό της εστίας, χρησιμοποιούν μια επικίνδυνη χημική ουσία για να κατευνάζουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις.

Η σκηνοθέτρια εμποτίζει με μεγάλες δόσεις χιούμορ την ιστορία που δεν χάνει ωστόσο την τραγικότητά της. Ο γρήγορος ρυθμός της ταινίας δεν την εμποδίζει να είναι ποιητική στην εικόνα και στους διαλόγους. Τα κορίτσια που θέλουν να αντισταθούν δεν έχουν άλλη επιλογή. Δένονται με ισχυρούς δεσμούς τρυφερότητας και αλληλεγγύης. Παλεύουν με τις οικογένειες τους, την πανεπιστημιακή κοινότητα, τους φονταμενταλιστές άνδρες αλλά και εκείνους που εμφανίζονται πιο προοδευτικοί αφού στο τέλος θα ζητήσουν από τα κορίτσια να προσδεθούν στο άρμα τους για να γλιτώσουν.

Η Παπίσα, σαν αγρίμι σε κλουβί,  με μια ακατανίκητη λαχτάρα για ελευθερία, χάνει τη μία μάχη μετά την άλλη αλλά ποτέ την ελπίδα. Η Παπίσα, είναι μια ταινία ωδή στην ελευθερία. Ένας ύμνος στην πολύπλευρη φύση της γυναίκας και ένα ηχηρό χαστούκι στο θεοκρατικό ισλαμικό κράτος και σε κάθε σύστημα που θέλει τη γυναίκα υποδουλωμένη.