Η φράση «μόνο μου» είναι από τις πρώτες φράσεις που λατρεύουν να επαναλαμβάνουν τα παιδιά και που φοβούνται να αντιμετωπίσουν οι γονείς!! Πολλές φορές οι γονείς ανησυχούν γιατί θεωρούν ότι το παιδί τους δεν είναι ακόμα έτοιμο για να κάνει πράγματα μόνο του, ότι θα αποτύχει ή ότι θα πληγωθεί. Το ζητούμενο για το παιδί είναι να νιώσει ότι είναι ένα ξεχωριστό άτομο με δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Κάτι τέτοιο όμως αρχικά, θα πρέπει να το αποδεχτούν οι γονείς.

Τα πρώτα βήματα της αυτονομίας ξεκινάνε γύρω στα 2 έτη, όταν το παιδί ξεκινά να περπατάει, να ελέγχει τους σφιγκτήρες του και να έρχεται αντιμέτωπο με τις πρώτες απαγορεύσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό ηλικιακό ορόσημο για την αυτονομία του παιδιού, καθώς η αυτονομία επέρχεται, κυρίως, όταν η οικογένεια διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες γι’ αυτό. Για παράδειγμα, από πολύ μικρό ένα παιδί χρειάζεται να το αφήσουμε να δοκιμάσει να φάει, να κάνει μπάνιο, να επεξεργαστεί αντικείμενα, να περπατήσει μόνο του. Μπορούμε να είμαστε δίπλα του αλλά όχι να παίρνουμε τη θέση του.

 

Έτσι λοιπόν, για να περάσει στην αυτονομία το παιδί πρέπει:

  1. Να νιώθει ασφάλεια τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά. Η ασφάλεια αυτή απαιτεί όρια τα οποία πρέπει να συζητούνται και να συμφωνούνται από κοινού με το παιδί, παράλληλα όμως να υπάρχει και σταθερότητα στην τήρηση των ορίων αυτών. Έτσι το παιδί θα νιώθει ότι η επικοινωνία με τους γονείς χαρακτηρίζεται από συνέπεια.
  2. Οι γονείς να μην επιβάλλουν κανόνες χωρίς λόγο. Οι γονείς χρειάζεται να θέτουν στα παιδιά τους κανόνες που είναι εφικτό να ελεγχθούν για την τήρησή τους και να μην παραβιαστούν. Για παράδειγμα, το να απαγορεύσει ένας γονιός στον έφηβο γιο του να βρίζει είναι ένας κανόνας που είναι πολύ πιθανό να μην τηρηθεί – άρα ο γονιός θα χάσει την αξιοπιστία του- ενώ παράλληλα είναι και αδύνατο να ελεγχθεί, καθώς ο έφηβος περνά τον περισσότερο χρόνο του με συνομηλίκους.
  3. Να νιώθει πως οι γονείς του το αγαπούν, το καθοδηγούν και το υποστηρίζουν συνέχεια. Είναι σημαντικό για τα παιδιά να νιώθουν ότι είναι αποδεκτά από τους γονείς, χωρίς προϋποθέσεις, που σημαίνει ότι δεν θα πούμε στο παιδί «Θα σε αγαπάω μόνο αν κάνεις τα μαθήματα σου». Δεν μπορούμε να συνδέσουμε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα με μια πράξη ή μια γενικότητα όπως «Θα σε αγαπάω όταν είσαι καλό παιδί».
  4. Να αισθάνεται ότι το εμπιστεύονται. Η επαναλαμβανόμενη έκφραση της εμπιστοσύνης με λόγια δεν αρκεί. Πρέπει να την επιβεβαιώνετε και με πράξεις. Τα παιδιά θυμούνται περισσότερο τις πράξεις παρά τα λόγια. Η εμπιστοσύνη διευκολύνει τα παιδιά να αυτονομηθούν, γιατί μετατρέπει το περιβάλλον τους σ’ έναν ασφαλή και προστατευμένο χώρο, κυρίως σε συναισθηματικό επίπεδο.
  5. Οι γονείς να αποδεχτούν ότι ο πόνος είναι αναπόφευκτος. Τα παιδιά στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τον κόσμο και να διαμορφώσουν τη δική τους προσωπικότητα είναι δεδομένο ότι θα κάνουν και λάθη. Κάτι τέτοιο όμως είναι πολύ λογικό αλλά και απαραίτητο για την αυτονόμηση του παιδιού. Άλλωστε, αρκετές φορές κι οι οδηγίες των γονιών είναι λανθασμένες. Είναι αδύνατο να προφυλάξουμε το παιδί από όλες τις δυσκολίες.
 

Οφείλουμε ως γονείς να αποδεχτούμε ότι όσο και να αγαπάμε τα παιδιά μας είναι αδύνατο να τα προστατέψουμε από όλους τους κινδύνους και να τα «φυλακίσουμε» κοντά μας. Ας τους δώσουμε λοιπόν την ευκαιρία να κάνουν πράγματα μόνα τους για να κατακτήσουν την πολυπόθητη αίσθηση της αυτονομίας!