Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940. Η Αθήνα ξυπνάει στις 7 το πρωί με τους ήχους των αντιαεροπορικών σειρήνων. Στους δρόμους οι εφημεριδοπώλες διαλαλούν τις έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων, οι οποίες μαζί με το ραδιόφωνο ενημερώνουν για την επιστράτευση.

Ο πόλεμος έφτασε και στην Ελλάδα. Η «πολιτική ουδετερότητας» του Ιωάννη Μεταξά έχει αποτύχει οικτρά.

Ολοι οι δρόμοι άρχισαν να γεμίζουν από κόσμο, άλλοι επίστρατοι, που έσπευδαν να παρουσιαστούν και άλλοι για να διαδηλώσουν.

«Συνοφρυωμένος και αμίλητος, συνήθως [ο Έλληνας] εθεάθη αίφνης να συγκροτεί διαδηλώσεις ογκώδεις, να παρελαύνει με βήμα ζωηρόν εις τους κεντρικούς δρόμους, να μαίνεται από ενθουσιασμόν, να ψάλη ωσάν μαθητής πατριωτικά άσματα (…)», περιέγραφε η εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 29.19.1940).

Περίπου στις 9 το πρωί είχε συγκροτηθεί στην οδό Πατησίων η πρώτη μεγάλη διαδήλωση. «Τα πλήθη ζητωκραύγαζαν υπέρ του Εθνικού στρατού»1 και περνώντας από τη πλατεία Ομονοίας προχώρησαν στην οδό Σταδίου.

Μια άλλη διαδήλωση, φοιτητική, ξεκινούσε από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου και η πορεία προχώρησε από την οδό Πανεπιστημίου προς το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη.

Στη διαδρομή οι διαδηλωτές έσπασαν τα γραφεία τριών ιταλικών εταιρειών, της αεροπορικής «Αλα Λιτόρια» (προφανώς του προδρόμου της «Αλιτάλια»), της ατμοπλοϊκής «Λόιδ Τριεστίνο» και της ασφαλιστικής «Ασφάλειαι Τεργέστης» ενώ ξέσπασαν σε αποδοκιμασίες και συνθήματα φτάνοντας έξω από την ιταλική πρεσβεία.

Γύρω στις 10 το πρωί οι σειρήνες ηχούν ξανά. Ηταν ο πρώτος αντιαεροπορικός συναγερμός.

Σε λίγα λεπτά τα ιταλικά αεροπλάνα εμφανίστηκαν στον αττικό ουρανό για να βομβαρδίσουν την αεροπορική βάση στο Τατόι.

Ομως, παρά την εμφάνιση των αεροπλάνων, τους κρότους των αντιαεροπορικών κανονιών και τους καπνούς των οβίδων που έσκαζαν στον αέρα, οι δρόμοι παρέμεναν γεμάτοι κόσμο.

«Ελάχιστοι, ούτε ένας στους εκατό, αποφάσισαν να κατεβούν στα καταφύγια», που βρίσκονταν κυρίως σε υπόγεια κατοικιών, έγραφε, χαρακτηριστικά, η εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 31.10.1940).

Το ίδιο έγινε και το απόγευμα της Δευτέρας σε έναν νεότερο συναγερμό, ενώ δεν έλειψαν και οι ακραίες συμπεριφορές:

«(…) ένα πλήθος ανθρώπων, στα κέντρα και στις συνοικίες, αντί να τρέξουν στα καταφύγια, κάθονταν… αυθαδέστατα και διερευνούσαν τον ορίζοντας αναζητώντας με τα βλέμματα τον εναέριο εχθρό. Μερικοί μάλιστα είχαν ανεβή στις ταράτσες ή είχανε προβάλει σε παράθυρα και σε βεράντες για να ιδούν καλύτερα».

Γενικά, οι κάτοικοι της Αθήνας κατάλαβαν, ύστερα από αρκετούς βομβαρδισμούς, ότι ήταν πολύ σημαντικό να πηγαίνουν στα καταφύγια μόλις ηχούσαν οι σειρήνες.

Στην Πάτρα, η έλλειψη προετοιμασίας του κόσμου είχε προκαλέσει δεκάδες θύματα, με τον πρώτο βομβαρδισμό στις 28 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, οι νεκροί έφτασαν τους 50 και οι τραυματίες του 100.

Το «μεταξικό» υφυπουργείο Ασφαλείας… ομολογούσε, στην επίσημη ανακοίνωση, ότι ο κόσμος ήταν απροετοίμαστος.

«Ο υπερβολικός αριθμός των θυμάτων οφείλεται εις το γεγονός ότι ο άμαχος πληθυσμός παρέμεινε κατά την ώραν του βομβαρδισμού εις ακάλυπτους χώρους και δεν ετήρησε τα στοιχειώδη μέτρα αυτοπροστασίας, καταφεύγων κατά την διάρκειαν του συναγερμού εις υπογείους χώρους ή έστω και ισογείους των οικιών του προχείρως διασκευαζομένους», αναφερόταν στην ανακοίνωση.

Από την πρώτη μέρα άρχισαν να εκδίδονται από υπουργεία ή κατά τόπους αρχές διάφορες οδηγίες προς τον κόσμο.

Μερικές απ’ αυτές αφορούσαν:

1. Την πλήρη συσκότιση που έπρεπε να υπάρχει στη διάρκεια της νύχτας, σκεπάζοντας με αδιαφανή υφάσματα ή χαρτιά τα παράθυρα.

2. Τη συγκέντρωση πόσιμου νερού για την κάλυψη των οικιακών αναγκών σε περίπτωση που προκληθεί βλάβη στο δίκτυο.

3. Την απαγόρευση της συγκέντρωσης τροφίμων πέραν όσων χρειάζονται για τις καθημερινές οικογενειακές ανάγκες, με την απειλή παραπομπής των παραβατών σε Στρατοδικείο.

4. Τον περιορισμό της χρήσης των τηλεφώνων στην απολύτως αναγκαία, διότι υπήρχε φόβος να δημιουργηθούν προβλήματα στην επικοινωνία των δημόσιων υπηρεσιών, προφανώς λόγω υπερφόρτωσης των τότε γραμμών.

5. Τον περιορισμό στις αναλήψεις από τις τράπεζες. Συγκεκριμένα, είχε καθοριστεί ότι σε λογαριασμούς άνω των 3.000 δρχ. επιτρεπόταν η ανάληψη μέχρι του 5% του κατατεθειμένου ποσού. Σε λογαριασμούς κάτω των 3.000 δρχ. μπορούσε να γίνει απεριόριστη ανάληψη.

Τέλος, είναι αξιοσημείωτο ότι για να εξασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας παραγωγικών μονάδων, άνεργοι που δεν είχαν επιστρατευτεί και συνταξιούχοι έπρεπε να εμφανιστούν στα Ταμεία τους και να δηλώσουν τις διευθύνσεις τους, ώστε να κληθούν σε δουλειά εφόσον χρειαζόταν.

Πηγή: 1. Εφημερίδα «Ασύρματος» φ. 28.10.1940.

Του Σταύρου Μαλαγκονιάρη