Αντιπαράθεση ως προς την επίτευξη του στόχου της ανάπτυξης ξέσπασε ανάμεσα στον Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον Θεόδωρο Σκυλακάκη κατά τη διάρκεια της συζήτησης του προσχεδίου του προϋπολογισμού. 

«Να σας συστήσω τον κ. Σόιμπλε», σχολίασε από τα βουλευτικά έδρανα ο πρώην υπουργός Οικονομικών και διερωτήθηκε «μήπως εκτός από τους υψηλούς στόχους και από την υψηλή φορολογία, ο λόγος που έχουμε μεγάλη λιτότητα είναι ότι τα δύο κόμματα χρεοκόπησαν τη χώρα το 2009;»

«Είναι δυνατόν, ο κ. Σκυλακάκης, να μην ξέρει το ευρωπαϊκό πλαίσιο; Ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο, είναι αυτό που οδηγεί, σε τι πλεονάσματα θα έχουμε από το 2023 μέχρι το 2060; Είτε δεν το ξέρει ή μήπως θεωρεί ότι ο κ. Σταϊκούρας, σαν ταύρος στο Eurogroup, θα διαλύσει τους υπουργούς Οικονομικών, που υποστηρίζουν την λιτότητα και θα πει τι απαράδεκτο πράγμα είναι το Σύμφωνο Σταθερότητας και το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρώπης.

»Ή πιστεύει ότι ο κ. Μητσοτάκης, σαν λιοντάρι, θα πάει στο συμβούλιο αρχηγών και θα τους ταράξει όλους και ειδικά στα μέλη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και θα τους πει, τι είναι αυτή η λιτότητα, που εσείς επιβάλετε στην Ελλάδα. Αυτό πιστεύει ο κ. Σκυλακάκης, αυτό είναι που νομίζει ότι θα κοροϊδέψει τον ελληνικό λαό; Λέγοντας ότι εμείς συμφωνήσαμε πολύ ψηλά πλεονάσματα μέχρι το 2060;» 

Νωρίτερα, ο υφυπουργός Οικονομικών είπε ότι ο κ. Τσακαλώτος «υπερέβη τον κ. Σόιμπλε κατά 11 δισ. ευρώ. Μήπως το κρυφό του όνομα ήταν Βόλφαγκ;» «Αυτή η πολιτική είχε μια συνέπεια: η προηγούμενη κυβέρνηση να αποτύχει συστηματικά στους στόχους ανάπτυξης που έθεσε το 2017, 2018 και το 2019» πρόσθεσε.

Στο ίδιος ύφος ο κ. Σκυλακάκης υποστήριξε πως «η προηγούμενη κυβέρνηση, άσκησε περιοριστική πολιτική, πέραν αυτών που είχαν συζητήσει και συμφωνήσει ο κ. Τσίπρας με τους Ευρωπαίους, όπως μάθαμε, κυρίως με την κυρία Μέρκελ και τον κ. Σόιμπλε, στα λεγόμενα πρωτογενή πλεονάσματα».

Ακόμη ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο 2016-2018, «άσκησε περιοριστική πολιτική, πέραν αυτών που ζητούσαν οι δανειστές, κατά 11,4 δισ. ευρώ. Το 2016 είχε συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση 0,5% και έκανε 3,71%, το 2017 είχε συμφωνήσει 1,75% και έκανε 4,18 % και το 2018 είχε συμφωνήσει 3,5% και έκανε 4,3%. Σημειώστε ότι για τα πρωτογενή πλεονάσματα που συμφωνήθηκαν υπήρχε κριτική από το ΔΝΤότι ήταν υψηλά, δεν ξέρουμε κανέναν σκληρότερο από το Ταμείο σε ό,τι αφορά τον τρόπο που βλέπει τις οικονομίες».

Τέλος, ο υφυπουργός δεν παρέλειψε να αναφερθεί στην ανάγκη η χώρα να «πετύχει μια ισχυρή επενδυτική ανάκαμψη και ο παρών προϋπολογισμός αυτό επιδιώκει κάνοντας τον φόρο των επιχειρήσεων», είπε ο υφυπουργός σημειώνοντας τη δέσμευση του πρωθυπουργού για περαιτέρω μείωση το 2021. «Σε συνδυασμό με το φόρο των μερισμάτων, όταν τελειώσει αυτός ο κύκλος, η Ελλάδα θα έχει έναν από τους ανταγωνιστικότερους φόρους επιχειρήσεων στον ΟΟΣΑ», είπε.