Kαθώς ο Μπόρις Τζόνσον ετοιμάζεται να δώσει την δική του κοινοβουλευτική μάχη -στο λεγόμενο «Σούπερ Σάββατο»-,  προκειμένου να πάρει τη στήριξη των βουλευτών στη νέα συμφωνία για το Brexit, δύσκολα δεν θα πάει το μυαλό του -έστω και για λίγο- στην Τερέζα Μέι.

Άλλωστε, στην ουσία ήταν αυτά ακριβώς τα Βατερλό της προκατόχου του που οδήγησαν τον ίδιο στον πρωθυπουργικό θώκο. Ας μην ξεχνάμε πως ο νυν Βρετανός πρωθυπουργός υπήρξε από τους βασικούς πρωταγωνιστές στη απόρριψη της συμφωνία Μέι. Κι όμως η συμφωνία που ετοιμάζεται να παρουσιάσει ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη, ούτε καν πολύ διαφορετική.

Κι αυτό γιατί παρά το γεγονός πως οι Ευρωπαίοι έκαναν από την πλευρά τους κάποιες υποχωρήσεις -αποκαλύπτοντας τον τρόμο ενώπιον της προοπτικής ενός άτακτου Brexit-, ο Μπόρις ήταν αυτός που εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να κάνει να κάνει τις μεγαλύτερες.. Η κυριότερη αφορά την θέσπιση τελωνειακών ελέγχων μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και του λοιπού Ηνωμένου Βασιλείου, μολονότι ονομαστικά το τελωνειακό καθεστώς της επίμαχης περιοχής παραμένει βρετανικό. Πρόκειται μάλιστα για μια ρύθμιση, την οποία η Τερέζα Μέι είχε αρνηθεί να στηρίξει.

Πολλοί εκτιμούν πως σημαντικό ρόλο στην επίτευξη συμφωνίας «στο παρά πέντε» έπαιξε το ένστικτο πολιτικής επιβίωσης του Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος ήξερε καλά πως σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν στη δεινή θέση είτε να ζητήσει νέα παράταση ημερομηνίας εξόδου της χώρας από την ΕΕ είτε να αποχωρήσει από την Ντάουνιγκ Στριτ πριν καν συμπληρώσει τρεις μήνες. Τώρα όμως βρίσκεται σε μια εξίσου δύσκολη θέση, καθώς είναι αναγκασμένος να «μπει στα παπούτσια» της προκατόχου και να μετρήσει τα «κοινοβουλευτικά κουκιά». Γνωρίζει καλά άλλωστε πως η υπερψήφιση και της δική του συμφωνίας μόνο εύκολη υπόθεση δε θα είναι…

Η άρνηση του κυβερνητικού εταίρου των Tories, βορειοϊρλανδικού DUP, να τον στηρίξει σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία δημιουργεί ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα με σοβαρότατες προεκτάσεις, καθώς απειλεί να συμπαρασύρει αρκετούς ευρωσκεπτικιστές βουλευτές από το ίδιο το κόμμα του. Ακόμη και να μη συμβεί όμως κάτι τέτοιο, ο Τζόνσον εξακολουθεί να έχει ενώπιον μια δύσκολη εξίσωση, καθώς χρειάζεται τους βουλευτές που ψήφισαν τη συμφωνία της Τερέζα Μέι την 29η Μαρτίου και επιπλέον τουλάχιστον 28 συντηρητικούς των Τόρις και 7 από τα κόμματα της αντιπολίτευσης για να καταφέρει να περάσει τη συμφωνία με 320 ψήφους, ήτοι με μία μόνο ψήφο.

Τη συγκεκριμένη στιγμή πάντως, το βασικό μέλημα του Τζόνσον είναι να διατηρήσει τη συνοχή της δικής του κοινοβουλευτικής δύναμης. Ας μην ξεχνάμε [πως απαρτίζεται από στελέχη, τα οποία ο ίδιος είχε «ακτιφάρει» στη λογική ενός σκληρού  ή ακόμη κι άτακτου Brexit. Και η συμφωνία δε διασφαλίζει κάτι τέτοιο.

Με αυτά τα δεδομένα, ο Βρετανός πρωθυπουργός και οι συνεργάτες προχώρησαν στο σχετικό «μασάζ» σε αρκετούς σκληρούς Brexiteers χρησιμοποιώντας διάφορα επιχειρήματα. Ένα από αυτά φαίνεται πως είχε να κάνει με το ενδεχόμενο η Βρετανία να αποχωρήσει υπό σκληούς όρους από την κοινή αγορά με την ΕΕ αλλά το 2020, κι εφόσον οι  εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες δεν έχουν κάποιο θετικό για το Λονδίνο αποτέλεσμα.

Από την άλλη, το «ψάρεμα» στη δεξαμενή των κομμάτων της αντιπολίτευσης ίσως και να μην είναι τόσο κακή ιδέα, καθώς ο Βρετανός πρωθυπουργός θα μπορούσε να επενδύσει στις αντιφάσεις και τις εσωτερικές έριδες στο Εργατικό Κόμμα, στελέχη του οποίου φαίνεται να φλερτάρουν με την υπερψήφιση της συμφωνίας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία του Brexit. Από την άλλη, φαντάζει δύσκολο να συμβεί κάτι ανάλογο με τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες, οι οποίοι έχουν θέσει ως βασικό πολιτικό στόχο την παραμονή της χώρας στην ΕΕ.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι ηγεσίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης δείχνουν να διατάσσουν τις δικές τους δυνάμεις ενόψει της κοινοβουλευτικής μάχης, έχοντας πάντως αποκλίνουσες απόψεις σε καίρια ζητήματα. Συνεκτικό στοιχείο ίσως να αποτελέσει η προοπτική να «κερδηθεί» η παράταση του Brexit, κάτι που μπορεί να σημάνει το τέλος της πρωθυπουργίας Τζόνσον, ο οποίος σε μια τέτοια περίπτωση θα οδηγείτο σε εκλογές βαριά «τραυματισμένος» και χωρίς συμμαχίες. Ακόμη κι αυτό όμως δεν έχει καταστεί σαφές πώς θα το καταφέρουν, όπως επίσης «θολό» παραμένει και ποια θα είναι η στρατηγική τους επί του ζητήματος ακόμη κι αν πετύχαιναν έναν τέτοιο στόχο.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η κατάσταση εξακολουθεί να θυμίζει «κινούμενη άμμο». Την ίδια ώρα, εκείνο που είναι ξεκάθαρο είναι πως η διεθνής κοινή γνώμη αλλά κυρίως η βρετανική κοινωνία δείχνουν αφόρητα κουρασμένες από τη διαρκή ανακύκλωση μιας συζήτησης για μια υπόθεση, που έχει εδώ και καιρό «κακοφορμίσει»…