Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου: Η κατάσταση στα κέντρα προσφύγων στα ελληνικά νησιά φέρει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας ανθρωπιστικής καταστροφής. Τέσσερα χρόνια μετά τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση στη σύγχρονη εποχή, υπάρχουν ιστορίες φόβου που επαναλαμβάνεται.

Η Sophie McCann, Βρετανίδα ακτιβίστρια και εκπρόσωπος της διεθνούς ΜΚΟ, Γιατροί Χωρίς Σύνορα, περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα το τι συμβαίνει στα προσφυγικά καμπς του Αιγαίου και ειδικά στη Λέσβο. Μιλώντας στον Guardian, η McCann λέει πως «τουλάχιστον 24.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά είναι εγκλωβισμένοι στις δομές φιλοξενίας στα νησιά του Αιγαίου και διαβιούν σε συνθήκες τρομακτικές, ευρισκόμενοι στα όρια μίας ανθρωπιστικής καταστροφής». «Σκορπιοί, αρουραίοι και φίδια τσιμπάνε τα παιδιά. Εκατοντάδες άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν ένα και μόνο ντους. Η έλλειψη φαγητού έχει γίνει κανονικότητα», σημειώνει και τονίζει πως «τα επίπεδα στα οποία έχει φτάσει ο ανθρώπινος πόνος είναι απερίγραπτα». Η ακτιβίστρια των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σημειώνει επίσης πως τα περιστατικά αυτοτραυματισμών, ακόμα και με πρωταγωνιστές ανηλίκους, έχουν αυξηθεί δραματικά: «Παλεύω για να βρω τις κατάλληλες λέξεις γιατί τίποτα δεν μπορεί να αποδώσει την απόλυτη μιζέρια και δυστυχία, που επικρατεί στην Ευρώπη», συμπληρώνει.

Το δράμα που ξετυλίγεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης, έπεται της αύξησης των ροών ανθρώπων που επιχειρούν το επικίνδυνο πέρασμα στην Ευρώπη. Όπως σημειώνει η βρετανική εφημερίδα, με ένα θράσος που δεν έχει ξαναπαρατηρηθεί μετά από την αμφιλεγόμενη συμφωνία ΕΕ-Άγκυρας για την αντιμετώπιση του προσφυγικού το 2016, οι διακινητές μεταφέρουν ξανά κατά φορτία τους αιτούντες άσυλο στις ακτές της Λέσβου, της Σάμου, της Κω, της Λέρου και της Χίου.

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο -μόνο- περισσότεροι από 13.000 άνθρωποι έφτασαν στις ελληνικές ακτές, αριθμός που είναι μεγαλύτερος από το μισό όλων των προσφύγων που έφτασαν διά θαλάσσης στην Ελλάδα το 2019. Με το φαινόμενο να συνεχίζεται στους ίδιους ρυθμούς και τον Σεπτέμβριο, υπάρχει ο φόβος ότι η Ευρώπη είναι μπροστά στο ενδεχόμενο ακόμη μιας προσφυγικής κρίσης. Κι αυτό παρόλο που οι αριθμοί εξακολουθούν να είναι μόλις ένα μικρό κλάσμα από εκείνους του 2016, όταν περίπου 2.000 άνθρωποι κατέφταναν κάθε μέρα με βάρκες στις ελληνικές ακτές.

Τουλάχιστον το 1/3 των νεοεισερχομένων προσφύγων είναι ασυνόδευτα παιδιά, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. «Είναι κάτι που έγινε τόσο γρήγορα, που οι ΜΚΟ δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο», λέει η Sofia Malmqvist από το ελληνικό παρακλάδι του Ερυθρού Σταυρού και του Οργανισμού της Ερυθράς Ημισελήνου. «Η κατάσταση είναι ιδιαιτέρως οξεία στα νησιά. Ανησυχούμε. Βλέπουμε τις Αρχές να ακολουθούν βραχυπρόθεσμες λύσεις, προσπαθώντας να μεταφέρουν μετανάστες σε καταυλισμούς στην ενδοχώρα, αλλά τι θα συμβεί τον χειμώνα;», αναρωτιέται μιλώντας στον Guardian.

Το νέο ρεύμα έρχεται εν μέσω ενός αυξανόμενου αντι-προσφυγικού αισθήματος στην Τουρκία κι εν μέσω των οικονομικών δεινών της χώρας και της αυξανόμενης ανεργίας. Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Ρετζέπ Tαγίπ Ερντογάν προειδοποίησε επανειλημμένα ότι η κυβέρνησή του θα «ανοίξει τις πύλες», εάν η ΕΕ αποτύχει να του παραδώσει 6 δισ. ευρώ σε υποσχεθέντα κεφάλαια και αν η Άγκυρα εμποδιστεί να προχωρήσει τα σχέδιά της για τη δημιουργία μιας ζώνης στη βόρεια Συρία, όπου θα μπορούσαν να μεταφερθούν πρόσφυγες.

Η Ελλάδα έχει ξεπεράσει την Ιταλία και την Ισπανία ως το πιο πολυσύχναστο σημείο εισόδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους πρόσφυγες. Στην Αθήνα, οι ΜΚΟ αποδίδουν την αύξηση των προσφυγικών ροών στην τουρκική ακτοφυλακή, η οποία σκόπιμα χαλαρώνει τις περιπολίες της. Οι διπλωμάτες της ΕΕ μιλούν για την ικανότητα του Ερντογάν να κρατά το ευρωπαϊκό μπλοκ σε ομηρία με το λεγόμενο άνοιγμα και κλείσιμο της «στρόφιγγας».

Τις τελευταίες εβδομάδες οι ελληνικές αρχές έχουν μεταφέρει περίπου 1.800 ανθρώπους σε καμπς στην ηπειρωτική χώρα. «Αλλά», λέει η McCann στον Guardian, «αυτές οι πρωτοβουλίες δεν λύνουν τα προβλήματα». «Πρόκειται για μια κρίση που πηγάζει από την πολιτική της ΕΕ να περιορίσει και να εξωτερικοποιήσει το πρόβλημα της μετανάστευσης στα ελληνικά νησιά. Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας έπρεπε να είναι ένα προσωρινό και έκτακτο μέτρο για τη μείωση των ροών και την εξεύρεση ασφαλών νομικών εναλλακτικών λύσεων έναντι των διακινητών προσφύγων. Αντ ‘αυτού δημιούργησε στρατόπεδα όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει την αξιοπρέπειά τους και αναγκάζονται να ζήσουν σε τρομερές συνθήκες », συμπληρώνει.

Το δημοσίευμα του Guardian αναφέρει, τέλος, ότι αυτή τη στιγμή στη Μόρια βρίσκονται 10.400 άνθρωποι – όταν ο χώρος σχεδιάστηκε για 3.000 – ενώ ακόμα χειρότερα είναι τα πράγματα στη Σάμο με την εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ στην Αθήνα, Στέλλα Νάνου, να τονίζει ότι «έχει επτά φορές περισσότερο κόσμο από τη χωρητικότητά του».

«Με πολύ λίγες άλλες επίσημες ή νομικές οδούς εκτός Ελλάδας, η συνεχιζόμενη άφιξη των αιτούντων άσυλο συνεπάγεται την ανάγκη μιας συνεχώς διευρυνόμενης υποδοχής, η οποία είναι απλώς μη βιώσιμη. Απαιτείται ένα πιο μακροπρόθεσμο σχέδιο από τις ελληνικές αρχές, με την υποστήριξη της ΕΕ να ορίσει μια στρατηγική καταμερισμού των βαρών για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων», λέει.

Μια… μη λύση

Στα τέλη Αυγούστου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συγκάλεσε το ΚΥΣΕΑ σε μία συνεδρίαση για να εξευρεθούν λύσεις για το προσφυγικό. Μόνο που κατέληξαν σε μια «λύση» που δεν αποτελεί λύση.

Η κυβέρνηση αποφάσισε την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, με την κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης προσφυγών με στόχο – σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης χορήγησης ασύλου – να προχωρά άμεσα η διαδικασία επιστροφής του αιτούντος στη χώρα από την οποία προήλθε. Στο ίδιο δε χωρίο του ανακοινωθέντος που εξέδωσε το ΚΥΣΕΑ, σημειωνόταν πως αυτό θα γίνει «με σεβασμό στο κοινοτικό κεκτημένο και για την πλήρη εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας».

Το «χαστούκι» στις κυβερνητικές αποφάσεις δεν άργησε να έρθει καθώς καθώς η κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης των αιτήσεων ασύλου δεν συνάδει με τον σεβασμό στο κοινοτικό κεκτημένο.

Μετά την εξαγγελία της κυβέρνησης για την κατάργησή του δεύτερου βαθμού εκδίκασης από τις Επιτροπές της Ανεξάρτητης Αρχής Προσφυγών των υποθέσεων ασύλου με σκοπό την επιτάχυνση, όπως λέγεται, της διοικητικής διαδικασίας, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών σημείωσε σε ανακοίνωσή της πως οι καθυστερήσεις που επισημαίνονται στις διαδικασίες δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά παρατηρούνται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι διοικητικοί δικαστές τονίζουν επίσης πως «η λειτουργία των επιτροπών δευτέρου βαθμού έχει αποδειχθεί επιτυχής».

Όπως επισημαίνουν σκοπός του συστήματος χορήγησης ασύλου πρέπει να είναι η προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο και υπογραμμίζουν πως «η συρρίκνωση των δικαιωμάτων των προσφύγων αντίκειται σε διατάξεις του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας, καθώς και στη νομολογία που απαιτούν οπωσδήποτε την εξέταση των υποθέσεων αυτών τόσο στο νομικό, όσο και στο ουσιαστικό επίπεδο».

Μάλιστα οι διοικητικοί δικαστές προειδοποιούν πως η δε τυχόν σχεδιαζόμενη μεταφορά των υποθέσεων αυτών απευθείας στα Διοικητικά Δικαστήρια θα επιδεινώσει την κατάσταση, καθόσον αυτά, με τη σημερινή τους στελέχωση σε δικαστές και υπαλλήλους θα επιβαρυνθούν υπέρμετρα με δυσμενείς επιπτώσεις στην ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της συνολικής λειτουργίας τους.

«Η όποια σχετική συζήτηση οφείλει να λάβει υπόψη τις ανωτέρω πραγματικότητες και να μην επιδιώκεται η συγκάλυψη των αδυναμιών εφαρμογής του ισχύοντος συστήματος, με κατάργηση των δικαιωμάτων των προσφύγων», καταλήγουν οι δικαστές που δηλώνουν πρόθυμοι να συναντηθούν με τους αρμόδιους υπουργούς προκειμένου να τους προτείνουν βιώσιμες λύσεις για το ζήτημα του ασύλου.

Υπενθυμίζεται πάντως πως πριν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, και ο Κώστας Καραμανλής είχε επιχειρήσει το 2008 να καταργήσει τις τότε επιτροπές δεύτερου βαθμού εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, γεγονός που κόστισε στην Ελλάδα μία καταδίκη από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για την απουσία ενός δίκαιου και αποτελεσματικού συστήματος ασύλου.